Συνέντευξη με τον συγγραφέα Γιώργο Μπελαούρη

by Αργυρώ Χαρίτου

Σήμερα έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε τον Γιώργο Μπελαούρη, δημιουργό της Lenore Corpse και του LC DLVI art project. Είναι ένα άτομο που εκτιμώ πολύ για το ήθος του, την αγάπη του για τη συγγραφή αλλά και τον σεβασμό του προς την τέχνη και τους ανθρώπους του χώρου. Έχει τρομερή φαντασία και σε κάθε του βιβλίου ο αναγνώστης δεν γνωρίζει πού θα ταξιδέψει, τι θα διαβάσει, πόσο θα τον επηρεάσει. Σήμερα θα μιλήσουμε για το νέο του βιβλίο «Ξενοδοχείον Ελπίς», αλλά και για όλα όσα έχει καταφέρει ως τώρα.

Α.Χ: Καλώς ήρθες, Γιώργο.
Γ.Μ: Καλώς σας βρήκα, αγαπημένη Αργυρώ, και φίλοι nyctophiliacs! Σ ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια και το ξέρεις ότι η εκτίμηση είναι αμοιβαία!

Σκέφτεται η Λενορ στο δεύτερο βιβλίο της ότι, όταν δεν ζωγραφίζει πέφτει σε κατάθλιψη. Ο Γιώργος αντιδράει το ίδιο; Από πού πηγάζει η ευτυχία σου;

Ο ‘’μπαμπάς’’ είναι ακριβώς το ίδιο με την ‘’κόρη’’ του, χεχε. Όταν δεν γράφω, δεν είμαι καλά. Τόσο απλά. Το έχω περιορίσει πια στις 4 με 5 μέρες συγγραφής τη βδομάδα και προσπαθώ π-σ-κ ή σ-κ να ‘’ζω’’ και λίγο, μα μακριά από τις σελίδες νιώθω την ένταση κατεβασμένη στα πάντα. Όταν γράφω και χάνομαι στους κόσμους μου, τότε είμαι πραγματικά ευτυχισμένος!

Από μικρός, όπως έχεις πει, ήθελες να γίνεις συγγραφέας. Έχοντας πλέον εκδώσει αρκετά έργα, πόσο κοντά είσαι στο όνειρό σου;

Είμαστε ακόμα στην αρχή του ταξιδιού! Αν σκεφτείς πόσα χρόνια γράφω και πόσο υλικό τελειωμένο έχω στην άκρη… είμαστε λίγο μετά από την έναρξη! Ακόμα δεν με θεωρώ συγγραφέα, βέβαια, ούτε μου αρέσει και πολύ ο ‘’τίτλος’’, μα νιώθω τρομερά ευγνώμων για όσους βρήκαν κάτι στα κείμενά μου και με ακολουθούν! Μακάρι να μην τους απογοητεύσω ποτέ και να φέρουν και φίλους τους στην παρέα!

Μετά από τόσα χρόνια συγγραφής, πόσο έχεις αλλάξει; Τι έχεις αποκομίσει και τι νιώθεις για τη συγγραφή;

Δεν είναι εύκολο πράγμα… Αν δεν το κάνεις για την πόζα ή για την μόστρα, είναι επίπονο ‘’άθλημα’’. Πάντα νιώθεις ότι ‘’δεν το έχεις’’ ή ότι κάθε κείμενο είναι μέτριο σε σχέση με το πώς ‘’προβάλλεται στην οθόνη του κεφαλιού σου’’, κάθε κακή κριτική πονάει γιατί όταν ξεγυμνώνεις την ψυχή σου είσαι πάντα ευάλωτος, κάθε απόρριψη από εκδοτικό σε κάνει να θες να κλάψεις. Έχω χάσει φίλους και έρωτες από αυτή την εμμονή μου, αλλά τα καλά κάνουν την πλάστιγγα να τα διαγράφει όλα και να γέρνει συντριπτικά προς τη θετική πλευρά! Μια καλή κριτική από κάποιον απολύτως άγνωστο, το γεγονός ότι κάποιοι ξέρουν την Λενόρ ή την Μπαφομέτα και με πλησιάζουν σε κάποιο φεστιβάλ και δεν τους έχω ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου, η έκσταση μιας σκηνής όταν την γράφεις, η ικανοποίηση κάθε ολοκληρωμένου έργου… Οπότε θα έλεγα ότι σου διδάσκει μεν την υπομονή και τον πόνο, μα από την άλλη σε κρατά για πάντα παιδί!

Γράφεις από πολύ μικρή ηλικία και έχεις χτίσει κόσμους ολόκληρους. Πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν; Τι θα συμβούλευες κάποιο που θέλει να πράξει το ίδιο και είναι ακόμα στην αρχή;

Δε νομίζω ότι είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος να δώσει κάποια συμβουλή. Οπότε απλά θα πω αυτό που μου είχε πει η μητέρα μου όταν ξεκίνησα κι εγώ αυτό το ταξίδι: γράψε τα βιβλία που θες να διαβάσεις, αλλά λείπουν από την βιβλιοθήκη σου και τα μαγαζιά!

Λένε ότι η συγγραφή είναι μοναχική δουλειά. Ποια είναι η γνώμη σου;

Με στρίμωξες στη γωνία τώρα! Το ρομαντικό κομμάτι μου συμφωνεί 200%, μα το κυνικό και γεμάτο χολή κομμάτι μου γελάει δυνατά. Ας το θέσω έτσι: αν σημασία έχει η ματαιοδοξία σου, τότε διαφωνώ. Χρειάζεσαι δευτερεύοντες αναγνώστες, επιμελητές, κοινωνικές σχέσεις, ατζέντη, πιστούς αναγνώστες από την πρώτη έκδοση και την άνεση να μεταπηδάς σε εκδοτικούς και να αναρριχάσαι. Το κείμενο ίσως να είναι και δευτερεύον. Αν σημασία έχει η ψυχή των ιστοριών σου, τότε συμφωνώ και καλή δύναμη! Σίγουρα ένας επιμελητής είναι απαραίτητος, αλλά μετά από αυτό, είσαι και πάλι μόνος σου.

Σε μια Ελλάδα που έχει βγάλει μεγαθήρια σε συγγραφείς και ποιητές ποια είναι η άποψη σου για το αναγνωστικό κοινό;

Έχει και τα καλά του και τα κακά του. Τα αρνητικά είναι ότι η πλειοψηφία των αναγνωστών δεν επιζητά την ψυχαγωγία μα τη διασκέδαση. Προσεγγίζει το βιβλίο σαν υποκατάστατο σειράς ή ταινίας. Θέλει ένα page turner σαν άλλα πενήντα που έχει διαβάσει παρά, ας πούμε, την Καρένινα που ίσως να τον παιδέψει λίγο. Το θετικό, είναι ότι αν και οι αναγνώστες είμαστε λίγοι, είμαστε παθιασμένοι και θεωρώ ότι το επίπεδο είναι πολύ υψηλό σε σχέση με προηγούμενες εποχές.

Μίλησε μας για την Ψυχοπλάνη. Πότε την πρωτοσυνάντησες, πώς εξοικειώθηκες μαζί της, τι έχεις αποκομίσει;

Η ‘’Ψυχοπλάνη’’ με βρήκε το 2015. Ήξερα από τα δεκαπέντε ότι ο βασικός μου ήρωας είχε μία κόρη, μα μία δεκαετία της πήρε να με βρει κι εκείνη, χεχε. Οπότε, με τη Λενόρ, κατάφερα να ενώσω τις δύο μου μεγάλες αγάπες: τη λογοτεχνία του φανταστικού και την Ιστορία της Τέχνης. Η έρευνα πλέον έγινε παιχνίδι και κάθε βιβλίο έγινε παθιασμένη και φρενιασμένη εμπειρία! Τι έχω αποκομίσει: με την Λενόρ και την ψυχοπλάνη έχω ζήσει τις ομορφότερες στιγμές της ζωής μου! Αυτό!

Στο ξενοδοχείο υπάρχουν ζωντανοί και νεκροί. Πώς σου γεννήθηκε η ιδέα;

Το Ξενοδοχείον Ελπίς γεννήθηκε στον νου μου πρώτα ‘’τεχνικά’’ και μετά ήρθαν οι λεπτομέρειες. Τι εννοώ; Ήθελα να βρω το βιβλίο 0 της μυθολογίας μου, για να έχω ένα σημείο εκκίνησης για όλο τον όγκο σημειώσεων και κειμένων που είχα μαζέψει μέσα στα χρόνια. Από αυτή την αναζήτηση προέκυψε το Ελπίς. Η ιδέα με τον χωρισμό του Ξενοδοχείου σε δύο πτέρυγες ήρθε πάλι ‘’τεχνικά’’: αν το σκεφτείς, νοσοκομεία, άσυλα, γηροκομεία, νεκροταφεία, είναι πάντα έξω από τις πόλεις ή κάπως ξεκομμένα. Όλοι μας φοβόμαστε τον θάνατο και όσα μας κάνουν να νιώθουμε άβολα για την υγεία μας ή πιο κοντά σε αυτόν, τείνουμε να τα διώχνουμε στην άκρη του νου μας ή… της πόλης μας. Από την άλλη, τα Ξενοδοχεία, τα οποία αντιπροσωπεύουν διακοπές και ευχάριστες στιγμές –κατά κύριο λόγο- όταν τα επισκεπτόμαστε εκτός σεζόν ή περιπλανιόμαστε πολύ αργά το βράδυ σε αυτά, έχουν μία μελαγχολία και μία κενότητα, παρόμοια με τα σχολεία το βράδυ ή τους σταθμούς του τρένου. Ήθελα να ενώσω αυτά τα οξύμωρα και μία ‘’συγκατοίκηση’’ με αυτό που φοβάται κάθε άνθρωπος μου φάνηκε ο πιο θελκτικός συνδυασμός. Επίσης, εφόσον όλα τα βιβλία μου έχουν να κάνουν με τον έρωτα και τον θάνατο, ήθελα το βιβλίο 0, θεματικά, να κινείται στα ίδια μονοπάτια, μα πιο άμεσα.

Στο νέο σου βιβλίο συνυπάρχουν δυο είδη πεζού: μυθιστόρημα και θεατρική γραφή. Τι ήθελες να πετύχεις; Σε τρόμαζε κάτι κατά τη διαδικασία; Θα επιχειρήσεις κάτι παρόμοιο στο μέλλον;

Αρχικά, να μην τρομάξει ο κόσμος, θα ήθελα να πω πως μάλλον δεν θα ξανακάνω κάτι παρόμοιο στο μέλλον. Θα ήθελα να βγάλω σε μία συλλογή και τα μονόπρακτά μου, μα αυτή τη μίξη δεν θα την ξανασυνδυάσω, γιατί ίσως να παραείναι αποξενωτική και πειραματική. Αυτό που ήθελα να πετύχω τώρα ήταν αυτό το βιβλίο να λειτουργήσει σαν πρόλογος της σειράς. Ο πρόλογος οφείλει να είναι σύντομος. Το Ελπίς θα μπορούσε άνετα να είναι εφτά νουβέλες, μα δεν λες στον κόσμο ‘’διάβασε την εισαγωγική σειρά για να μπούμε μετά στην κανονική’’! Θα με έσφαζαν και θα είχαν δίκιο. Οπότε, προσπάθησα να κρατήσω τα απολύτως απαραίτητα και μονάχα το ζουμί από όλες τις ζωές που πέρασαν από το Ξενοδοχείο και ήταν άξιες αναφοράς. Το θεατρικό, ουσιαστικά, είναι οι σημαντικότερες μέρες του Ελπίς, το παρόν, η δράση, ενώ τα διηγήματα είναι κάποιες παραπάνω πληροφορίες σε κάποιες σκηνές, το υπόβαθρο των ηρώων και η κατάληξη του Ξενοδοχείου. Τα ποιήματα, στην αρχή και το τέλος του κειμένου, ακολουθώντας την επική ποίηση των προγόνων μας, είναι σαν επίκληση στην μούσα και σαν intro για όλη τη σειρά.

Σε όλα σου βιβλία υπάρχει ένα χαρακτήρας, που προσωπικά αγαπώ πολύ, ο Λου, που είναι υποκοριστικό του Λούσιφερ. Γιατί του έχεις δώσει αρκετά ανθρώπινα στοιχεία ώστε να είναι πιο προσιτός; Ήθελες να γίνει αγαπητός; Τι θα συζητούσες μαζί του αν τον συναντούσες;

Ο Λου είναι για μένα ότι ήταν και ο Θάνατος για τον Πράτσετ, αν θες. Μία παρεξηγημένη φιγούρα που τη συμπαθώ τρομερά, κυρίως γι αυτό τον λόγο: επειδή είναι παρεξηγημένη! Για αιώνες τον έψεγαν για καθετί κακό ενώ ‘’τιμωρεί’’ τους κακούς, αν και ‘’επαναστάτης’’ προτιμούν να έχουν σαν είδωλα τον Χριστό ή τον Προμηθέα ανά τους αιώνες, ενώ -όπως και ορισμένοι σύγχρονοι Έλληνες- θεωρώ ότι ενίοτε ίσως να μελαγχολεί και να αναμασά τα περασμένα μεγαλεία του, πριν την Πτώση. Αν κάποιος διαβάσει γι αυτό, είναι δύσκολο να μην του γίνει αγαπητός… είναι ‘’πιο άνθρωπος’’ από τον κάθε άνθρωπο! Αν τον συναντούσα… αχ, θα τον ρώταγα τι παίζει με τα συμβόλαια; Ισχύουν; Μπορούμε να κανονίσουμε τίποτε;

Βιογραφικό σημείωμα

Μπελαούρης

Ο Γιώργος Μπελαούρης γεννήθηκε το 1990 στην Αθήνα, έχει πτυχίο Μουσειολογίας και ξεκίνησε να γράφει στα 7 του. Πρώτη φορά παρουσίασε κείμενό του σε κοινό τον Οκτώβριο του 2011, στη Μυτιλήνη, ως σύνεδρος στο 5ο Διεθνές Συνέδριο Λογοτεχνίας. Το κείμενο είχε τίτλο: «Οι παράλληλοι βίοι του Καζανόβα και του Ντε Σαντ» και στο ακροατήριο υπήρχαν ομιλητές από όλο τον κόσμο και προσωπικότητες όπως ο τρισέγγονος του Τολστόι και η μικρανηψιά του Καβάφη. Έκτοτε είναι μόνιμα ενεργός, στο καλλιτεχνικό χώρο. Έχουν παιχτεί 16 θεατρικά κείμενά του σε σκηνές της Αθήνας και της Μυτιλήνης, με τα περισσότερα σε σκηνοθεσία του ιδίου (στο διάστημα Δεκέμβριος 2012-Σεπτέμβριος 2015). Κατά τη διάρκεια της 27μηνης δράσης του blog του ‘’Ροδοπέταλα, αίμα και στάχτη’’ (Δεκέμβριος 2014-Φεβρουάριος 2017), ανάρτησε 9 βιβλία του, προς ελεύθερη ανάγνωση. Ακόμα, έχουν δημοσιευτεί τα κείμενά του «Είναι εύθραυστη η φύση της χαράς» (2014) και «η ΑΝΆσα ο ΜΕΣΆζων»(2015) από τους nomάδες artcore, στα πλαίσια προώθησης καλλιτεχνικών εγχειρημάτων τους˙ έχει διαβάσει 15 κείμενά του σε διάφορες θεματικές βραδιές˙ πρόλογοί του υπάρχουν στα κόμιξ ‘’Μαύρο Φως’’, ‘’Άγαλμα Αμάλγαμα’’, ”Γιαχ Μιασματα” και ”Demons Drive”˙.

Έχει οργανώσει μία φωτογραφική έκθεση (2014) και έχει κάνει πέντε διαλέξεις Ιστορίας Τέχνης με θέματα Αρτ Νουβώ, Αρτ Ντεκό (2015), Αναγέννηση και Μανιερισμός, Μπαρόκ και Ροκοκό, Νεοκλασικισμός και Ρομαντισμός (2019). Διηγήματά του έχουν διακριθεί σε διαγωνισμούς λογοτεχνίας και βρίσκονται στις ανθολογίες «Οι Θεοί Του Ατμού» από τις εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές (2014) και «Πολεμικές Ιαχές» από τις εκδόσεις Allbooks (2020). Συνεχίζει ν’ αναρτά κείμενα με τη διαδικτυακή σειρά του Baphometa (2018-), η οποία αποτελεί μεταμοντέρνο φόρο τιμής στην pulp λογοτεχνία, τα penny dreadfuls και τα b-movies. Το βιβλίο του Lenore Corpse#1 βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Παντείου Πανεπιστημίου, έπειτα από έγκριση επιτροπής. Είναι ο «μπαμπάς/βιογράφος» της Λενόρ Κορπς, ο δημιουργός της μυθολογίας ψυχοπλάνης και του art project LC DLVI.

Βιβλιογραφία

Ψυχοπλάνης Φαινόμενα (συλλογικό, ανθολογία διηγημάτων βασισμένα στη μυθολογία του, Οκτώβριος 2016)
Ερεβώδης Λειμώνας (ανθολογία διηγημάτων, Ιούνιος 2017)
Lenore Corpse #1 (μυθιστόρημα, Σεπτέμβριος 2017)
Ημερολόγια Ψυχοπλάνης (συλλογικό, ανθολογία διηγημάτων βασισμένα στη μυθολογία του, Μάης 2018)
Lenore Corpse #2 (μυθιστόρημα, Σεπτέμβριος 2018)
Ξενοδοχείον Ελπίς (υβριδικό μυθιστόρημα, Ιούλιος 2020)

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά