Συνέντευξη με τον συγγραφέα Ιωάννη Πλεξίδα

by Ιλέην Ρήγα

Η τελευταία του συγγραφική δουλειά, “Το υπόγειο”, έχει ήδη χαραχθεί στην μνήμη όσων το διάβασαν ως ένα από τα πιο σκληρά βιβλία της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Οι πιο τυχεροί, τον έχουν ήδη παρακολουθήσει σε κάποια από τις ομιλίες του, με πιο πρόσφατη εκείνη του Fantasmagoria. Το πλούσιο βιογραφικό του εντυπωσιάζει.  Δρ. Φιλοσοφίας και Θεολογίας, συγγραφέας, μεταφραστής και υπεύθυνος των εκδόσεων λογεῖον, ο κ. Ιωάννης Πλεξίδας έχει πολλές γνώσεις και εμπειρίες να μεταδώσει. Έχουμε σήμερα την χαρά και την τιμή να τον φιλοξενούμε στη Nyctophilia και να μάθουμε από τον ίδιο ποιος είναι ο Lucas Marmaδθκε …εεεε ο Ιωάννης Πλεξίδας.

Καλησπέρα Γιάννη και συγχαρητήρια για το νέο σου βιβλίο ως Lukas Marmaduke. Γιατί αυτή η επιλογή σου να γράφεις τρόμο με ψευδώνυμο;

Καλησπέρα. Ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση που μου κάνατε και την ευκαιρία που μου δίνετε να συζητήσουμε για το λογοτεχνικό είδος που λατρεύω/λατρεύουμε και με το οποίο μεγάλωσα, τη λογοτεχνία τρόμου. Γιατί με ψευδώνυμο, λοιπόν. Η χρήση ψευδωνύμου έχει χαρακτήρα συμβολικό. Τι συμβολίζει; Στα δικά μου μάτια συμβολίζει τον διττό χαρακτήρα του εκάστοτε ανθρώπου, το «συναμφότερον» όπως έλεγαν οι βυζαντινοί. Το καλό και το κακό που υπάρχει μέσα στον καθένα από εμάς. Τις δύο φύσεις που αντιμάχεται η μία την άλλη, που βρίσκονται σε μία αέναη σύγκρουση. Αυτός ο δισύνθετος χαρακτήρας του ανθρώπου πάντοτε με προβλημάτιζε και πάντοτε με γοήτευε. Τι γεννάει το κακό; Από πού προέρχεται; Υπάρχουν όρια στο ανθρώπινο κακό; Αυτά είναι και τα ερωτήματα που θέτω στα βιβλία τρόμου που γράφω. Ενδιαφέρομαι όχι τόσο για την ουσία του κακού (όπως το έθεταν οι μεσαιωνικοί φιλόσοφοι: quid est malum?/τι είναι το κακό;), αλλά για τον πραξιολογικό χαρακτήρα του κακού (quid malum faciamus?/γιατί πράττουμε το κακό;) Για να το πω πιο απλά, κάτω από ποιες συνθήκες «γινόμαστε» κακοί; Ποιος είναι αυτός ο διακόπτης που υπάρχει μέσα μας και κάποια στιγμή, έξαφνα, απροειδοποίητα, κλείνει το φως και φέρνει το σκοτάδι στην ψυχή μας; Ποιος τον πατάει; Κι εμείς, ως φορείς και εκφραστές του κακού, τι λόγο έχουμε; — αν έχουμε κάποιον λόγο. Τι είναι αυτό που μας κάνει να συμπεριφερόμαστε σαν τέρατα; Άλλωστε και στο πρώτο βιβλίο τρόμου που έγραψα, το Γένεσις, το θέμα ήταν ακριβώς αυτό: η παρουσία και η ανάπτυξη του αντί-εαυτού (ο όρος χρησιμοποιείται με την ψυχολογική σημασία) μέσα μας. Δύο φύσεις λοιπόν, η κακή και η καλή, δύο ονόματα. Μία αναζήτηση, ωστόσο, για την εμπράγματη φανέρωση του κακού. Μιλώ για μία αναζήτηση γιατί και στα φιλοσοφικά μου δοκίμια το πρόβλημα του κακού και τα συνεπακόλουθά του όπως ο θάνατος, ο πόνος, η θλίψη κ.ά., κατέχουν δεσπόζουσα θέση. Άλλωστε το βιβλίο μου, Η ανθρωπολογία του κακού έχει ακριβώς αυτό το θέμα: την ανάδυση του κακού στην ύπαρξη.

Πάμε στο βιβλίο. Το «Υπόγειο» είναι μια αληθινή ιστορία που διαδραματίστηκε στην Αμερική. Πες μας λίγα λόγια για την ιστορία.

Πρόκειται για τη ζωή ενός αυτόκλητου ιερέα με ιστορικό σχιζοφρένειας, ο οποίος φυλάκισε στο υπόγειο του σπιτιού του, στη Φιλαδέλφεια, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, τέσσερις νεαρές γυναίκες με σκοπό να δημιουργήσει το δικό του εργοστάσιο παιδιών, τη δική του οικογένεια, όπως την ονόμαζε. Το βιβλίο είναι ένα ψυχογράφημα του πρωταγωνιστή/αντί-ήρωα. Μέσω της τριτοπρόσωπης αναδρομικής αφήγησης ή, αν θέλετε, ανάληψης, παρουσιάζονται οι σχέσεις με τη μητέρα του, η οποία βασανιζόταν από διπολική διαταραχή, με τον αυταρχικό πατέρα του και τους φίλους του περιγράφοντας έτσι το πώς της καταβύθισής του στην παράνοια και την τρέλα. Τα όσα αναφέρονται στο βιβλίο είναι αληθινά γεγονότα — εξαιρώντας κάποιες σκηνές που προστέθηκαν για την αύξηση της δραματικότητας. Σε κάθε περίπτωση, το βιβλίο αποτελεί μία αναζήτηση των πηγών της ανθρώπινης σκληρότητας, του ανθρώπινου κακού. Είναι μία προσπάθεια κατανόησης αυτού που ο Philip Zimbardo είχε ονομάσει Lucifer Effect, πώς, δηλαδή, καθημερινοί άνθρωποι μεταμορφώνονται σε τέρατα. Όποιος διαβάσει το μυθιστόρημα θα διαπιστώσει ότι αυτή η μετασκευή του ανθρώπου είναι μία πολυδιάστατη και συνεργατική διαδικασία η οποία πραγματώνεται μέσα από γενετικούς, κοινωνικούς, ψυχολογικούς και παιδαγωγικούς παράγοντες.

Είσαι λάτρης του Jack Ketchum και αυτό φαίνεται από τα βιβλία που εξέδωσες με τον εκδοτικό σου οίκο λογείον. Πιστεύεις ότι το είδος τρόμου που εκπροσωπεί ο Ketchum αλλά και ο Marmaduke είναι αποδεκτά στο ελληνικό κοινό;

Είμαι λάτρης του Ketchum, επειδή ο συγκεκριμένος συγγραφέας γράφει — κυρίως— για το ανθρώπινο κακό. Αυτό που τον φοβίζει —και φοβίζει και εμένα— δεν είναι το μεταφυσικό κακό, όσο τρομακτικό κι αν είναι αυτό, αλλά το τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος στον άνθρωπο. Όπως το έθεσε ο Άγγλος φιλόσοφος Thomas Hobbes: «Homo hominis lupus est»/ο άνθρωπος είναι για τον άνθρωπο λύκος. Η ανθρώπινη ιστορία είναι γεμάτη από φρικαλεότητες. Και, δυστυχώς, η ιστορία επαναλαμβάνεται. Τόσο σε κοινωνικό επίπεδο όσο και σε ατομικό. Είναι αυτό το είδος τρόμου αποδεκτό; Θεωρώ ότι είναι αποδεκτό σε μεγάλο βαθμό, αν και όχι σε τέτοιο βαθμό όπως ο μεταφυσικός τρόμος. Οι λόγοι είναι πολλοί. Θα αναφερθώ μόνο σε μερικούς από αυτούς. Έχουμε μεγαλώσει με ιστορίες για φαντάσματα, για νεράιδες, για πνεύματα. Πρόκειται για αφηγήσεις που είναι περισσότερο οικείες στον μέσο αναγνώστη και αυτό δίνει ένα πλεονέκτημα στον μεταφυσικό τρόμο. Από την άλλη, φοβόμαστε να δούμε κατάματα το ανθρώπινο κακό. Φοβόμαστε επειδή ενδέχεται να κουβαλάμε ψήγματα αυτού του κακού μέσα μας. Φοβόμαστε στην πιθανότητα να ταυτιστούμε μαζί του, να το κοινωνήσουμε. Φοβόμαστε επειδή τα κείμενα αυτά αποτελούν τροφή για το τέρας που κρύβουμε μέσα μας και δεν θέλουμε να το ταΐσουμε, δεν θέλουμε να το θρέψουμε, να το δούμε να θεριεύει. Θεωρώ, όμως, ότι τα συγκεκριμένα κείμενα καθώς μας φέρνουν αντιμέτωπους με τον αρχέγονο, «κακό» εαυτό μας, λειτουργούν ψυχοκατακλυσμικά. Μας φέρνουν, δηλαδή, αντιμέτωπους, πρόσωπο με πρόσωπο, με τους φόβους και τα τέρατα της ψυχής μας και δρουν λυτρωτικά, απελευθερωτικά. Είναι άλλωστε γνωστό από τη γνωστική ψυχολογία, ότι η οικειοποίηση των αντικειμένων του φόβου μας είτε μέσω εικόνων είτε μέσω πραγματικών συνθηκών, είναι το μέσο για να ξεπεράσουμε του φόβους και τις φοβίες μας. Έτσι οι ιστορίες τρόμου αυτού του είδους φέρουν μέσα τους την αρχαιοελληνική έννοια της κάθαρσης. Θα ήθελα να επισημάνω, ωστόσο, έναν ακόμη παράγοντα που κάνει το αναγνώστη να πάρει το βλέμμα του από τις ιστορίες πραγματικού τρόμου. Το ανθρώπινο κακό δεν είναι κοινωνικά αποδεκτό. Είναι ευκολότερο για κάποιον να αποδεχτεί το μεταφυσικό κακό, παρά το ανθρώπινο κακό. Για παράδειγμα, αν διαβάσει κανείς λαογραφικά κείμενα του προηγούμενο αιώνα, θα διαπιστώσει ότι τις όποιες ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες —συνέπεια παράνομης σχέσης ή βιασμού— τις απέδιδαν στα πνεύματα του αγρού. Αυτή η αποσύνδεση από κάθε τι μεμπτό, κάθε τι που βρίσκεται έξω από τις κοινωνικές νόρμες κυριαρχεί και στη λογοτεχνία τρόμου. Ευκολότερα προσεγγίσουμε ένα κείμενο με φαντάσματα γιατί αυτό είναι «έξω από εμάς», παρά ένα κείμενο για τον δολοφόνο της διπλανής πόρτας. Ο δολοφόνος της διπλανής πόρτας βρίσκεται κοντά μας, πολύ κοντά μας, και αυτό είναι επικίνδυνο. Φοβόμαστε να κοιτάξουμε την άβυσσο κατάματα γιατί, όπως είχε πει ο Nietzsche, ξέρουμε ότι και η άβυσσος θα κοιτάξει μέσα μας.

Οι συγγραφικές σου δουλειές ως Ιωάννης Πλεξίδας;

Μελέτες μου στην ελληνική γλώσσα είναι οι εξής: «Πρόσωπο και φύση: Προβληματισμοί γύρω από την έννοια του προσώπου στη σκέψη του Ιωάννη Δαμασκηνού», εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2001, «Ο άνθρωπος ενώπιον του θανάτου. Δοκίμιο για την ανθρώπινη περατότητα», εκδόσεις Αρμός, 2006, «Η μετασκευή του ανθρώπου», εκδόσεις Πρότυπες Θεσσαλικές Εκδόσεις, 2007, «Η ανθρωπολογία του κακού. Μία ανάγνωση του Γρηγορίου Νύσσης», εκδόσεις λογεῖον, 2013, «Άνθρωπος και Θάνατος», εκδόσεις λογεῖον, 2015, «Γρηγόριος Νύσσης. Λόγοι για τον θάνατο και το πένθος», εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2004, «Λόγοι χριστιανών και εθνικών», εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2004, «Νεμέσιος Εμέσης. Περί φύσεως ανθρώπου», εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2006, «Νικήτας Στηθάτος. Περί Ψυχής», εκδόσεις Ζήτρος, 2006, «Φώτιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ο ηγεμών», εκδόσεις Αρμός, 2007. Ακολούθησαν αρκετά άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά της Ελλάδας και του εξωτερικού, συμμετοχές σε παγκόσμια συνέδρια, βιβλία και συνεργασίες με σημαντικούς Έλληνες συγγραφείς και φιλοσόφους όπως ο Χρήστος Γιανναράς, ο Μάριος Πλωρίτης, η Τερέζα Πεντζοπούλου-Βαλαλά, ο Μάριος Μπέγζος κ.ά. Το πιο πρόσφατο βιβλίο μου, εξαντλημένη η δεύτερη έκδοση εδώ και καιρό, είναι ένα δοκίμιο με τίτλο, «Άνθρωπος και θάνατος. Δοκίμιο χριστιανικής ανθρωπολογίας», όπου επιχειρώ μία ανάγνωση των Νεκρώσιμων Ιδιόμελων της Νεκρώσιμης Ακολουθίας, μέσα από την οπτική της φιλοσοφίας, ειδικότερα της υπαρξιστικής φιλοσοφίας και της φαινομενολογίας. Αναλύονται οι έννοιες της θλίψης, της απώλειας, του θανάτου, του σώματος κ.ά., σε μία προσπάθεια συγχρωτισμού φιλοσοφικής και θεολογικής οπτικής. Τι σημαίνει, για παράδειγμα, να έχει κάποιος σώμα; Ποια είναι τα όρια της κατοχής του σώματος; Ο άνθρωπος έχει σώμα, όπως έχει ένα αυτοκίνητο ή ένα σπίτι, ή είναι το σώμα του συνδεόμενος μαζί του με μία συνθήκη απόλυτης εσωτερικότητας; Επιχειρώ, ουσιαστικά, σε αυτό το βιβλίο μία τοπολογία της ανθρώπινης ύπαρξης.

Πώς βλέπεις το αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα γενικότερα μέσα από τα μάτια τόσο του εκδότη όσο και του συγγραφέα;

Δυστυχώς, το ελληνικό αναγνωστικό κοινό είναι περιορισμένο. Περιορισμένο σε ό,τι αφορά στο βιβλίο γενικότερα, αλλά και ειδικότερα στη λογοτεχνία τρόμου. Σκεφτείτε ότι σε μία παλιότερη έρευνα του ΕΚΕΒΙ το αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα περιοριζόταν στο ποσοστό του 8% των Ελλήνων. Και μιλούμε για ένα 8% που διαβάζει λογοτεχνία, ποίηση, φιλοσοφία, βιβλία μαγειρικής κ.ο.κ. Με την οικονομική κρίση τα πράγματα χειροτέρεψαν, αφού το βιβλίο δεν θεωρείται είδος πρώτης ανάγκης. Χοντρικά, ο τζίρος του βιβλίου στην Ελλάδα το 2012 άγγιζε τα 650 εκατομμύρια ευρώ, ενώ το 2015 μόλις που έφτανε τα 120 εκατομμύρια. Οπότε, ο χώρος είναι αρκετά συρρικνωμένος. Εκείνο που απαιτείται είναι ορθές κρατικές πολιτικές για το βιβλίο και περισσότερα ποιοτικά βιβλία για τον αναγνώστη. Τι εννοώ; Βλέπω ότι τα τελευταία χρόνια έχουν ανθίσει οι αυτοεκδόσεις. Αυτό δεν είναι κακό. Κατανοώ την ανάγκη του εκάστοτε εν δυνάμει συγγραφέα να παρουσιάσει τη δουλειά του. Κατανοώ την αδυναμία πολλών εκδοτών, κυρίως μικρών εκδοτών, να υποστηρίξουν οικονομικά μία έκδοση. Οπότε η αυτοέκδοση είναι κάτι θεμιτό για τους χαλεπούς καιρούς που ζούμε. Αλλά αυτό που δεν είναι θεμιτό είναι η ποιότητα της δουλειάς που κυκλοφορεί. Το φωτοτυπικό χαρτί, τα μη διορθωμένα και τα επιμελημένα κείμενα. Έχω δει βιβλία που κακοποιούν την ελληνική γλώσσα. Ασυνταξίες, ανορθογραφίες και πάει λέγοντας. Αυτό είναι κακό τόσο για τον εκδότη και τον συγγραφέα, αφού δεν τιμούν τον εαυτό τους και τη δουλειά τους, όσο και για τον χώρο του βιβλίου γενικότερα, καθώς οδηγεί σε υποβάθμιση και απαξίωση του βιβλίου. Δυστυχώς, αυτό το βλέπω να συμβαίνει στον χώρο της λογοτεχνίας τρόμου σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι σε άλλους λογοτεχνικούς χώρους.

Οι εκδοτικοί οίκοι στη χώρα μας ψάχνουν τις εύκολες λύσεις στα πεπατημένα μονοπάτια ή ρισκάρουν για κάτι καλύτερο;

Υπάρχουν σοβαροί εκδοτικοί οίκοι, μικροί και μεγάλοι, που είναι ρέκτες και κοιτάζουν μπροστά. Και έτσι πρέπει να γίνεται. Απαιτούνται, βεβαίως, τα πεπατημένα μονοπάτια που θα φέρουν έσοδα στον εκδότη για να στηρίξει το έργο του. Αυτό είναι δεδομένο. Από κει και πέρα, ωστόσο, απαιτούνται ανοίγματα στον χώρο του βιβλίου σε τίτλους και θεματικές που δεν είναι, ας μου επιτραπεί να τις χαρακτηρίσω, «ευκολοχώνευτες». Μακροπρόθεσμα αυτό το άνοιγμα θεωρώ ότι θα έχει οφέλη για τον εκδοτικό οίκο, αρκεί να μπορέσει να το υποστηρίξει οικονομικά. Δεν πρέπει όμως να εγκαταλειφθούν τα πεπατημένα, όπως τα χαρακτηρίσατε, μονοπάτια. Ακούω συχνά παράπονα και αρνητικές απόψεις για τη λεγόμενη, υποτιμητικά, «γυναικεία» λογοτεχνία. Είμαι αντίθετης άποψης. Η γυναικεία λογοτεχνία είναι εκείνη που στηρίζει μικρά και μεγάλα βιβλιοπωλεία και δίνει τη δυνατότητα να υπάρχουν στον χώρο και άλλα βιβλία, όχι ιδιαίτερα ευπώλητα, όπως ποιητικά, δοκιμιακά και, αυτό που μας ενδιαφέρει, βιβλία τρόμου. Πέρα από αυτό, δεν πρέπει να κοιτούμε το δέντρο και να χάνουμε το δάσος. Το δέντρο είναι το βιβλίο και το σύνολο των ανθρώπων που δουλεύουν για αυτό το βιβλίο είναι το δάσος. Μιλώ για τυπογράφους, γραφίστες, διακινητές, επιμελητές, διορθωτές, πωλητές και πολλούς άλλους. Όλοι αυτοί επιβιώνουν χάρη στα ευπώλητα βιβλία. Έτσι, θεωρώ άδικη την επίθεση που γίνεται στη «γυναικεία» λογοτεχνία — ο όρος πάντοτε σε παρένθεση— καθώς πραγματικά προσφέρει στον χώρο του βιβλίου. Εκτός αν θεωρεί κάποιος ότι βγάζοντας ένα βιβλίο τρόμου και πουλώντας κάποια αντίτυπα, ας πούμε 1000 (τα αντίτυπα που πωλούνται από Έλληνες συγγραφείς είναι πολύ λιγότερα), μπορεί να υποστηριχθεί όλο αυτό το εμπορικό σύστημα. Για να είμαι ειλικρινής και έχοντας τη φροϋδική ερμηνευτική στο μυαλό μου, κυρίως όσα o Freud αναφέρει στο βιβλίο του Τοτέμ και Ταμπού, θα έλεγα ότι ουσιαστικά η κριτική αυτή που γίνεται είναι ένα προϊόν φθόνου: πρόκειται για μία πρωτογενής μορφή απόρριψης και αντιπάθειας του Άλλου, γιατί θα ήθελα να είμαι στη θέση του και δεν το έχω καταφέρει. Εξάλλου, και κλείνω με αυτό, το γεγονός ότι η «γυναικεία» λογοτεχνία αρέσει σε ένα ευρύτατο αναγνωστικό κοινό θα πρέπει να μας κάνει να προβληματιστούμε ιδιαίτερα πριν μιλήσουμε.

Έχεις διαβάσει και μεταφράσει γενικά πολλά βιβλία ξένων συγγραφέων. Πώς είναι το επίπεδο των Ελλήνων συγγραφέων σε σχέση με τους ξένους; Έχει ελπιδοφόρες φωνές η χώρα μας για να στείλει στο εξωτερικό;

Θέλω να πιστεύω ότι υπάρχει μία μαγιά από την οποία μπορεί, τελικά, να βγει κάτι καλό. Απαιτείται όμως πολλή δουλειά ακόμη, απαιτείται σοβαρότητα και πολλή, εξωφρενικά πολλή, μελέτη. Το ότι κάνω μία αυτοέκδοση, ότι πηγαίνω σε έναν τυπογράφο-εκδότη και πληρώνω το βιβλίο μου δεν σημαίνει ότι γίνομαι πάραυτα και συγγραφέας. Βασικά, δεν σημαίνει τίποτα. Ο συγγραφέας καλείται να δοκιμαστεί. Αλήθεια, γνωρίζετε πόσες φορές απορρίφθηκαν κείμενα του King πριν εκδοθεί κάποιο από αυτά σε περιοδικό; Γνωρίζετε από τι πέρασε ο Ketchum μέχρι να εκδώσει το πρώτο του βιβλίο; Ή η Rowling, εν πάση περιπτώσει; Για να γίνεις συγγραφέας, πετυχημένος συγγραφέας, πρέπει να δοκιμαστείς — όπως άλλωστε συμβαίνει και σε κάθε δουλειά. Πρέπει να προσπαθήσεις, να απορριφθείς, να βελτιωθείς και να συνεχίσεις. Η συγγραφή είναι ένα αδιάκοπο ταξίδι, ένα μοναχικό ταξίδι με πολλά σκαμπανεβάσματα, πολλή μοναξιά και πολύ μόχθο. Ας θυμηθούμε τι πέρασε ο Fitzgerald μετά τον Μεγάλο (ή Υπέροχο) Γκάτσμπυ. Έχω την αίσθηση ότι οι νέοι συγγραφείς δεν θέλουν να πονέσουν, δεν θέλουν να ματώσουν, δεν θέλουν να κουραστούν. Δυστυχώς, αυτά είναι τα σκαλοπάτια για την περαιτέρω εξέλιξη. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Όσους φίλους κι αν βάλεις στο Goodreads να γράψουν καλά σχόλια για το βιβλίο σου (εσφαλμένα λέγονται κριτικές), αυτό δεν θα το κάνει ένα υπέροχο βιβλίο (πιστέψτε το, μου έχει συμβεί κι αυτό). Κανένας σοβαρός εκδότης του εξωτερικού δεν θα το προσέξει. Ένας δρόμος υπάρχει για την επιτυχία —η οποία μπορεί να αργήσει ή να μην έρθει ποτέ— και αυτός είναι μονόδρομος. Ας το προσπαθήσουμε. Τουλάχιστον, θα ξέρουμε ότι κάναμε ό,τι ήταν δυνατόν, ό,τι περνούσε από τα χέρια μας. Αν, από την άλλη, προτιμούμε να βαυκαλιζόμαστε, ας το κάνουμε. Ακόμη κι αυτό θετικό είναι για κάποιον που θέλει να κοροϊδεύει τον εαυτό του. Θα ήθελα όμως να επισημάνω και κάτι ακόμη. Αυτό που με προβληματίζει στους Έλληνες συγγραφείς είναι η απουσία ενός σοβαρού πολιτισμικού υπόβαθρου στα κείμενά τους. Διαβάζοντας το Cujo του King, για παράδειγμα, τα Πουλιά της Dame Daphne du Maurier διακρίνει κανείς χωρίς ιδιαίτερο κόπο τα προβλήματα που είχαν τεθεί στην εποχή που γράφτηκαν τα βιβλία (όπως η σχέση με το περιβάλλον και άλλα επιστημολογικά ζητήματα). Το ίδιο συμβαίνει με το Carrie του King (για να τον επικαλεστώ ακόμη μία φορά). Η καταπίεση της θηλυκότητας και πώς αντιδρά η γυναίκα σε μία ανδροκρατούμενη κοινωνία είναι ο νοηματικός πυρήνας γύρω από τον οποίο χτίζεται όλη η υπόθεση του βιβλίου. Ένας τέτοιος πυρήνας σκέψης θεωρώ ότι απουσιάζει, απ’ όσα βιβλία έχω διαβάσει εγώ τουλάχιστον. Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το μειονέκτημα της γλώσσας, εννοώ ότι γράφουμε στα ελληνικά και όχι στα αγγλικά που διαβάζονται απ’ όλο τον κόσμο, καθιστούν δύσκολη μία πορεία προς το εξωτερικό. Όχι όμως ακατόρθωτη. Η μαγιά υπάρχει, δεν θα αναφέρω ονόματα για να μην αδικήσω κάποιους, απαιτείται όμως σοβαρή δουλειά και προσπάθεια. Και πολλή μελέτη. Δεν γίνεται να γράψει κανείς χωρίς πρώτα να έχει διαβάσει πολύ. Όπως λέει ο Stephen King στο βιβλίο του, Περί συγγραφής, «Αν δεν έχετε χρόνο για διάβασμα, τότε δεν έχετε ούτε χρόνο ούτε και εργαλεία για να γράψετε. Είναι τόσο απλό». Διάβασμα, λοιπόν, και γράψιμο είναι δύο βασικά τελετουργικά που πρέπει να τηρεί ο εν δυνάμει συγγραφέας. Να τα τηρεί ευλαβικά. Ξεκινάμε με διάβασμα και συνεχίζουμε με γράψιμο. 40-50 σελίδες τη μέρα διάβασμα και 1000 λέξεις γράψιμο είναι μία καλή αρχή για έναν νέο συγγραφέα.

Μελλοντικά σχέδια;

Μέσα στο 2017 θα κυκλοφορήσει το καινούργιο βιβλίο μου, Τα τελευταία λόγια του Ιησού. Μία υπαρξιακή ανάγνωση, από τις εκδόσεις λογεῖον, όπου με αφορμή τα λόγια του Ιησού πάνω στον σταυρό συζητώ θέματα υπαρξιακού ενδιαφέροντος, όπως είναι η συγχώρεση, η αγάπη, ο χρόνος, τα έσχατα. Παράλληλα θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Αρμός ένας συλλογικός τόμος με κορυφαίους σύγχρονους Έλληνες επιστήμονες για την κριτική της θεολογικής σκέψης στην έννοια του μετανθρωπισμού (Posthumanism ή Transhumanism). Μου ζητήθηκε να συμμετάσχω με ένα κείμενό μου και φυσικά δέχτηκα με μεγάλη χαρά. Στο κείμενο αυτό, έχοντας ως αφορμή το βιβλίο του Gibson Neuromancer, συζητώ τη δυνατότητα μετατροπής του Homo Sapiens σε Homo Cyberniticus, μέσα από την οπτική της χριστιανικής παράδοσης και, ειδικότερα, της θεολογίας του σώματος. Φυσικά, ετοιμάζεται και το καινούργιο βιβλίο τρόμου με τίτλο, Δαιμονισμός, το οποίο βασίζεται και αυτό σε αληθινά γεγονότα και αφορά στη μοναδική περίπτωση δαιμονισμού που αποδέχθηκε η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Παράλληλα, στις εκδόσεις λογεῖον θα προστεθούν αρκετά βιβλία λογοτεχνίας τρόμου, ελλήνων και ξένων συγγραφέων, αρκετά βιβλία σύγχρονης φιλοσοφίας, ιστορίας και λογοτεχνίας. Θέλω να πιστεύω ότι το 2017 θα είναι μία δημιουργική χρονιά παρά τις οικονομικές αντιξοότητες και πιέσεις που υφιστάμεθα ως λαός.

Πιστεύεις ότι θα αναβαθμιστούμε ποτέ ως λαός και θα διαβάζουμε περισσότερο;

Όπως ανέφερα και προηγουμένως απαιτείται ορθή πολιτική διαχείριση του βιβλίου, σοβαροί τίτλοι, σεβασμός στη δουλειά που κάνουμε και αυτοσεβασμός. Ο κόσμος εκτιμάει τη σοβαρή δουλειά και την προσπάθεια. Το βάρος της ανάγνωσης πρωτίστως πέφτει σε εμάς, εννοώ τους συγγραφείς, τους εκδότες κτλ, και μετά στους αναγνώστες. Εμείς είμαστε εκείνοι που οφείλουμε να δείξουμε τον δρόμο. Αν εμείς, πρωτίστως, δεν διαβάζουμε, δεν προσφέρουμε ποιοτική δουλειά, πώς περιμένουμε να διαβάσουν οι υπόλοιποι; Εσείς θα πηγαίνατε να συμβουλευτείτε έναν αρχιτέκτονα που δεν γνωρίζει τη δουλειά του; Θεωρώ πως όχι. Πρέπει να κερδίσουμε τον κόσμο, να του μεταδώσουμε την αγάπη που έχουμε για το βιβλίο, να αναδείξουμε την αξία του βιβλίου. Και πρέπει να πάψουμε να μεμψιμοιρούμε και να στρεφόμαστε στους άλλους. Ας κάνουμε ένα βήμα πίσω κι ας κοιταχτούμε στον καθρέφτη. Έτσι, ίσως μπορέσουμε να δούμε τα δικά μας λάθη. Και ίσως με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να βοηθήσουμε πραγματικά το βιβλίο.

Γιάννη, σε ευχαριστούμε πολύ και σου ευχόμαστε κάθε επιτυχία.

Εγώ ευχαριστώ για την όμορφη κουβέντα μας και την ευκαιρία που μου δώσατε να μιλήσω για τη λογοτεχνία τρόμου. Εύχομαι και οι αναγνώστες σας να απολαύσουν τη συζήτησή μας όπως την απόλαυσα κι εγώ.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά