Τα απόκρυφα μυθιστορήματα του 19ου αιώνα και η ελληνική περίπτωση

by Βαγγέλης Παπαδιόχος

Μελετώντας τον όρο “Απόκρυφα Μυθιστορήματα”

Ο όρος “απόκρυφα μυθιστορήματα” αντικατοπτρίζει τον αγγλικό “mysteries novel” (μυθιστόρημα μυστηρίων) και τον γαλλικό “roman populaire” (λαϊκό μυθιστόρημα) και επιχειρεί να περιγράψει μια σειρά από πεζογραφικά κείμενα του 19ου αιώνα που ως ένα βαθμό αποτελούν προδρομική μορφή της αστυνομικής λογοτεχνίας, και αναφέρονται κυρίως στην εξαθλίωση και περιθωριοποίηση των λαϊκών μαζών των μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων, εκφράζοντας παράλληλα έναν αριστερόστροφο κοινωνικό προβληματισμό.

Ο όρος απόκρυφα έχει φυσικά θρησκευτική προέλευση και συνδέεται με τα εκκλησιαστικά κείμενα που αποκλείστηκαν από τον ευαγγελικό κανόνα. Έτσι, κατά αντιστοιχία των εννοιών του φωτός της αποκάλυψης και του σκοταδιού της άγνοιας, στα συγκεκριμένα μυθιστορήματα αποκαλύπτονται τα μελανά σημεία που ως τότε οι κυρίαρχες αστικές τάξεις αγνοούσαν ή επέλεγαν να αγνοούν.

Εναλλακτικά, κατά καιρούς έχουν χρησιμοποιηθεί και οι όροι “λαϊκό μυθιστόρημα”, “παραλογοτεχνία”, “κοινωνικό μυθιστόρημα” και “αστική ηθογραφία” για να περιγράψουν το σύνολο αυτών των κειμένων. Από θεματολογική άποψη, τα απόκρυφα μυθιστορήματα περιλαμβάνουν μια αρκετά μεγάλη γκάμα υποθέσεων και χαρακτήρων, από εγκληματικές μυστικές εταιρείες ευκατάστατων αστών μέχρι προλεταρίους που οδηγούνται στην παραβατικότητα και από ληστείες και δολοφονίες μέχρι την εκμετάλλευση γυναικών και παιδιών.

Έργα και χαρακτηριστικά

Σημαντικά έργα του είδους, που κατά κανόνα δημοσιεύτηκαν αρχικά σε εφημερίδες σε συνέχειες, θεωρούνται τα Memoirs (1828) και Les vrais mystères de Paris (1844) του πατέρα της σύγχρονης εγκληματολογίας και πρώτου ιδιωτικού ντετέκτιβ Eugène François Vidocq (1775-1857), Les mystères de Paris (1842-43) του Marie-Joseph “Eugène” Sue (1804-1857), Les mystères de Londres (1843-44) του πρωτοπόρου του σύγχρονου crime fiction Paul Féval (1816-1887), Les Mystères de l ‘Inquisition et autres sociétés secretes d’Espagne (1845) της Victor de Féréal (πραγμ. όνομα Victorine Germillan, 1810;- ;), The Mysteries of London (1844-45) και The Mysteries of the Court of London (1845-48) του George W. M. Reynolds (1814-1879), Les Mohicans de Paris (1854-1859) και Mémoires d’un médecin του Alexandre Dumas του πρεσβύτερου (1802-1870) και I misteri di Napoli (1869-70) του Francesco Mastriani (1819-1891). Επιπλέον, πολλοί επισημαίνουν τη γειτνίαση αυτών των κειμένων με κλασσικά κοινωνικά μυθιστορήματα της ίδιας περιόδου, όπως τα Notre-Dame de Paris. 1482 (1831) και Les Misérables (1862) του Victor-Marie Hugo (1802-1885) και τα Oliver Twist (1837-39) και Bleak House (1852-53) του Charles Dickens (1812-1870).

Τα απόκρυφα μυθιστορήματα αντλούν αρκετά στοιχεία από τη γοτθική μυθοπλασία, όπως τον ατμοσφαιρικό τρόμο, τους δαιμονικούς αντιήρωες, τις δολοπλοκίες και τις ερωτικές ίντριγκες. Στο απόκρυφο μυθιστόρημα, το δαιδαλώδες αστικό κέντρο αντικαθιστά το μυστηριώδες κάστρο των γοτθικών μυθιστορημάτων, καθώς και τον ωκεανό και τη ζούγκλα των ναυτικών και των εξωτικών περιπετειών. Επίσης, κληρονομούν το ενδιαφέρον για τις ζωές των εγκληματιών από εκείνο το είδος μυθιστορήματος που ονομάστηκε Newgate novels ή Old Bailey novels και εκδόθηκαν στη Mεγάλη Βρετανία το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, όπως το Jack Sheppard (1839-1840) του William Harrison Ainsworth (1805-1882). Tέλος, είναι επηρεασμένα και από τον τολμηρό χαρακτήρα, ως προς την αντιμετώπιση του ερωτισμού και της βίας, του λεγόμενου sensation novel, ενός είδους που άκμασε στη Mεγάλη Βρετανία κατά τις δεκαετίες 1860 και 1870 και συνδύαζε μελοδραματικά και γοτθικά στοιχεία, όπως το The Woman in White (1859) του William Wilkie Collins (1824-1889).

Η επιτυχία αυτών των μυθιστορημάτων οφείλεται εν πολλοίς στη γοητεία που ασκούσε στο λαϊκό αναγνωστικό κοινό της εποχής ο υπόκοσμος και γενικά η σκοτεινή πλευρά της ζωής στα αστικά κέντρα· γοητεία εφάμιλλη με την έλξη που δημιουργούσαν οι “εξωτικές” μυθοπλασίες για τους αυτόχθονες εξωδυτικούς λαούς. Έτσι, οι αναγνώστες της εποχής διαπίστωναν, συχνά με έκπληξη, την ύπαρξη ενός άλλου τύπου “αγρίων” που βρίσκονταν ακριβώς δίπλα τους. Παράλληλα, ωστόσο, με αυτή την έλξη των αστικών τάξεων για το περιθώριο συνυπάρχει και ο φόβος μιας εξέγερσης των κατώτερων τάξεων εναντίον τους, με αποτέλεσμα οι τελευταίες να χαρακτηρίζονται ως επικίνδυνες. Σε αυτό το πλαίσιο, από ιδεολογική άποψη, τα απόκρυφα μυθιστορήματα λειτουργούσαν εν μέρει σαν ένας μοχλός πίεσης προς τις πολιτικές και οικονομικές ηγεσίες για να βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσης των πλέον εξαθλιωμένων πληθυσμών και να αποτρέψουν την ριζοσπαστικοποίησή τους, υποστηρίζοντας έτσι μια σοσιαλιστική, πατερναλιστική στάση.

Στο The Mysteries of London του George W. M. Reynolds, το πιο ευπώλητο βιβλίο της βικτοριανής περιόδου, κυριαρχεί η φιγούρα ενός νεαρού που γνωρίζει την κοινωνική απαξίωση των υποκριτών συγχωριανών του για την ενασχόληση του πατέρα του με το λαθρεμπόριο και, λόγω ανέχειας, αναγκάζεται να γίνει τυμβωρύχος και να πουλάει πτώματα προς εξέταση σε γιατρούς. Στη συνέχεια επιτίθεται σε έναν βαρονέτο που του συμπεριφέρεται βάναυσα, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται και το αίσθημα της αδικίας τον μετατρέπει σταδιακά σε serial killer.

Ήρθε εκείνη η μέρα. Με άφησαν έρμαιο, όπως πριν, χωρίς μια δεκάρα και μια φέτα ψωμί… Πώς θα μπορούσα να παραμείνω τίμιος, ακόμα κι αν το ήθελα ακόμα, όταν δεν μπορούσα να βρω δουλειά και ήμουν απένταρος, χωρίς φαί και χωρίς σπίτι; Ο νομοθέτης δεν τα σκέφτεται όλα αυτά. Φαίνεται πως όλο κι όλο το καθήκον του συνίσταται στο να τιμωρεί τους ανθρώπους για εγκλήματα και δεν ονειρεύεται να υιοθετήσει μέτρα που θα τους αποτρέψουν απ’ το να τα διαπράξουν. Αλλά τώρα δεν σκέφτομαι πια την τιμιότητα: βγήκα απ’ τη φυλακή σαν ένας επιβεβαιωμένος κακούργος. Χωρίς χρήματα, χωρίς συνείδηση, χωρίς φόβο, χωρίς ελπίδα, χωρίς αγάπη, χωρίς φιλία, χωρίς συμπάθεια, χωρίς κανένα ευγενικό συναίσθημα. Η ψυχή μου είχε στραφεί στο σκοτάδι της κόλασης!

… Δεν πέρασαν πολλές ώρες αφότου έβαλα φωτιά στον μεγαλύτερο οχυρώνα του κτήματος του βαρονέτου. Περίμενα στη γειτονιά χαζεύοντας ευχαριστημένος την πυρκαγιά. Η ζημιά ήταν τεράστια.

… Και οι ανώτερες τάξεις αναρωτιούνται γιατί υπάρχουν τόσοι πολλοί εμπρησμοί. Εμένα η μόνη μου έκπληξη είναι πως υπάρχουν τόσοι λίγοι! Ω! Το σπίρτο του εωσφόρου είναι ένα φοβερό όπλο στα χέρια του ανθρώπου τον οποίο οι νόμοι, η αριστοκρατία και η σημερινή κατάσταση της κοινωνίας έχουν βυθίσει στο τέλμα.

George W. M. Reynolds

Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί το ιστορικό μυθιστόρημα Les Mystères de l’Inquisition et autres sociétés secretes d’Espagne (1845) της Victor de Féréal που διαδραματίζεται στην Ισπανία του 16ου αιώνα και καταγγέλλει τη διαφθορά και τον φανατισμό της Ιεράς Εξέτασης, εμπεριέχοντας ταυτόχρονα μερικές σκηνές ακραίου, για την εποχή, σωματικού τρόμου.

Η εκτέλεσις έμελλε ν’ αρχίση. Επί του πήγματος υπήρχε μέγας σταυρός, όγκος σιδηρούς, όλμος και πέλεκυς. Ο δήμιος έλαβε και έθηκεν επί του όλμου την δεξιάν της Παυλίνας χείρα και ηθέλησε να δέση αυτήν επί του ξύλου. «Τούτο είναι ανωφελές, είπεν η Παυλίνα, πάταξον». Ο δήμιος ύψωσεν τον πέλεκυν, η Παυλίνα ηκολούθει δια των οφθαλμών όλας αυτού τας κινήσεις. Αλλά και της διανοίας ταχύτερος ο πέλεκυς επανέπεσε συρίζων… και η λευκή και ωχρά εκείνη χειρ ανεπήδησεν επί του κορμού, βεβρεγμένη υπό του αίματος όπερ έρρεεν επί εκ της κεκκομένης αρτηρίας. Κραυγή φρίκης ηγέρθη εκ του πλήθους. Μόνη η Παουλίνα ουδέν είπεν. Αλλά το πρόσωπον αυτής εγένετο ωχρότερον και ελαφρός νευρικός τρόμος κατέλαβεν αυτήν.

… Το πλήθος, άλαλον και κατηφές παρίστατο φρικίων εις το κλαυστό εκείνο δράμα. Και τοι δε τα μέλη της Παυλίνας δεδεμένα όντα επί του σταυρού εκείνου της αγωνίας ήσπαιρον εν σπασμοίς φρικαλέοις, και οι οδόντες αυτής συνεκρούοντο ωσπερεί δρυμύ ησθάνετο ψύχος. Ως δε εκ της απαύστου εκείνης εκροής του αίματος έτι μάλλον εξησθένει. Τρία όμοια προς το πρώτον κτυπήματα του ροπάλου κατασυνέτριψαν άρδην το τόσον ωραίον εκείνο σώμα το πλασθέν δια πάσας τας ηδυπαθείας της ζωής, και καθ’ έκαστων τούτων οι στεναγμοί της Παυλίνας απέβαινον μάλλον υπόκωφοι και μάλλον δυσδιάκριτοι. Εις το τελευταίον δε κτύπημα οι στεναγμοί μόλις εγένοντο επαισθητοί… Οι οφθαλμοί του θύματος αμαυροί ήδη και ημινεωγμένοι εκλείσθησαν, αι μακραί μελαναί βλεφαρίδες έπεσαν επί των παρειών ως ελαφρά σκιά, το μέτωπον ωχρίασε και έλαβε χροιάν κιτρινωπού ελεφαντινού… τα χείλη περιεστάλησαν επί των εκλευκών οδόντων ως εις τελευταίον μειδίαμα, και ελαφρός σπασμός ανήγειρε δια τελευταίαν φοράν το στήθος της Παυλίνας… Έπειτα δε τα πάντα κατέπαυσαν…

Μετάφραση Άγγελος Νικολαΐδης
Γκραβούρα από το Les Mystères de l’Inquisition et autres sociétés secretes d’Espagne (1845)

H ελληνική περίπτωση

H ανταπόκριση της ελληνικής λογοτεχνίας στην απόκρυφη μυθιστοριογραφία ήταν άμεση, καθώς το 1845 δημοσιεύονται δύο μεταφράσεις του Les mystères de Paris του Sue (“Απόκρυφα Παρισίων”) και ακολουθούν αρκετές μεταφράσεις άλλων έργων τα επόμενα χρόνια. Οι μεταφραστές αμύνονται απέναντι στις κατηγορίες για υπερβολική τολμηρότητα και αμοραλισμό υποστηρίζοντας τον κοινωνικό χαρακτήρα αυτών των μυθιστορημάτων. Το ίδιο έτος εκδίδονται και τα πρώτα ελληνικά μυθιστορήματα του είδους, Αθηνών Απόκρυφα του Γεώργιου Ασπρίδη (;-;) και Ο πατροκατάρατος του Μαρίνου Παπαδόπουλου Βρετού (1828 – 1871). Ακολουθούν πολλά άλλα, όπως τα Ο Διάβολος εν Τουρκία, ήτοι Σκηναί εν Κωνσταντινουπόλει (1849) του Στέφανου Ξένου (1821-1894), Απόκρυφα Σύρου (1866) του Δημοσθένη Ν. Λυμπερίου (;-;), Απόκρυφα Κωνσταντινουπόλεως (1866) του Χριστόφορου Σαμαρτσίδη (1843-1900), Aπόκρυφα του Καΐρου (1875) της θεωρούμενης ως πρώτης Ελληνίδας γυναίκας μυθιστοριογράφου Μαρίας Π. Μηχανίδου (1855;-;), Κοινωνικές εικόνες – Οι κακούργοι (1889) του Ιωάννη Ζερβού (1875;-1943;), Οι άθλιοι των Αθηνών (1895) του Ιωάννη Κονδυλάκη (1861−1920) και Το ακέφαλον πτώμα: Σύγχρονος αθηναϊκή μυθιστορία εκ των καθ’ ημάς εγκληματικών χρονικών (1895) του Λέοντος Γεράρδη (;-;).

Η άμεση επιρροή που ασκούν τα ξένα πρότυπα στα ελληνικά μυθιστορήματα δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν στον τότε ελλαδικό χώρο καθώς και στις ελληνικές παροικίες της Κωνσταντινούπολης, της Σμύρνης, της Αλεξάνδρειας και του Καΐρου ήταν τελείως διαφορετικές από τις αντίστοιχες των μεγαλύτερων και πολύ πιο βιομηχανικά ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών πόλεων. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές, οι οικονομικές και ηθικές παραβάσεις των ισχυρών, το άδικο δικαστικό και σωφρονιστικό σύστημα, οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης μεγάλου τμήματος του πληθυσμού και η στροφή μερίδας αυτού στην παρανομία αποτελούν σίγουρα κοινά φαινόμενα.

Ως προς το περιεχόμενο, τα ελληνικά απόκρυφα μυθιστορήματα περιέχουν πολλά στοιχεία διδακτισμού και μελοδραματισμού πριμοδοτώντας συχνά τη φιλανθρωπική τάση των ευκατάστατων, την ηθική αυτοσυγκράτηση των ασθενέστερων και μια πίστη στη δυνατότητα διόρθωσης των κακώς κειμένων χωρίς την ανάγκη πρόκλησης μιας επανάστασης. Η συχνά νατουραλιστική παρουσίαση της σκληρής πραγματικότητας των φτωχότερων στρωμάτων, που δικαιολογεί το ενίοτε τολμηρό περιεχόμενο, τονίζεται από τη συχνή αναφορά αναγνωρίσιμων χώρων, προσώπων και γεγονότων, τη χρήση αργκό εκφράσεων του υποκόσμου και την περιγραφή βίαιων σκηνών που εμπνέονται από αντίστοιχες δημοσιογραφικές πηγές, όπως στο μυθιστόρημα Οι κακούργοι του Ι. Σ. Ζερβού:

Ιδού τι προ των οφθαλμών αυτών παρουσιάζετο: Σώμα εν μέσω του δωματίου, αιματόφυρτον, με διερρηγμένον το κρανίον έκειτο εξηπλωμένον. Ήτο η Αθηνά, το μέτωπον εσχισμένον έχουσα, την κόμην κατάστικτον εξ αίματος και επι του τάπητος εσπαρμένην, τους βραχίονας τεταμένους, ημίγυμνος, και στόνους ασθενείς εκπέμπουσα υστάτης αγωνίας. Παρ’ αυτήν εκεί που ερριμμένον αιματόστικτον κηροπήγιον. Ολίγον απωτέρω τούτων, ακίνητος ως απολιθωθείς, τον πώγωνα επί των γονάτων στηρίζων, θηριώδες και εξαγριωμένον έχων το βλέμμα, την κόμην ανορθωμένην και την κεφαλήν δια των χειρών περισφίγγων, ευρίσκετο άνθρωπος τις.

Δεν λείπει όμως και ο ωμός παρεκβατικός ερωτισμός, όπως στα Απόκρυφα της Αιγύπτου (1894), επίσης του Ζερβού:

Όταν είδεν ότι ο Πέτρος την επλησίασε πολύ, αυτή δια να τελειώνη γρήγορα ύψωσε τον ένα πόδα και τον επέθεσε επί του ποδός του Πέτρου. Έπειτα ανεσήκωσε πάρα πολύ τα φορέματά της τόσον ώστε να διαφαίνονται τα άκρα ενός λερωμένου ευρύχωρου εσωβράκου και κτυπώσα την παχείαν της κνήμην, την περιτυλιγμένην εις περικνημίδα ανθοποίκιλτον, έλεγεν συνεχώς προς τον Πέτρον: «Κουάγιες ε; Κουάγιες γκιτίρ», με ύφος κρεωπόλου επιδεικνύοντος εις πελάτην του παχύν βοδινόν μηρόν. Αντίκρυ η Ελένη, η σύντροφος του Πετριτή, δεν υπέφερε να την βλέπη. Την εξερέθιζε τάχα η τόση κτηνωδία, αυτήν την οποία η πόρνη τόσα έτη εγνώριζε και μετεχειρίσθη όλας τα ασέμνους στάσεις και τα κτηνώδη κινήματα, παραχωρούσα την σάρκα της εις τον εφήμερον εραστή δια να εκτελέση επ’ αυτής όλας τα ζωώδεις ορέξεις του;

Η απειλητική όψη των μεγάλων πόλεων και ιδιαίτερα τις νυχτερινές ώρες, όταν και συνήθως λαμβάνουν χώρα οι παράνομες δραστηριότητες, είναι ένα κυρίαρχο θεματικό μοτίβο. Τα καταγώγια, οι τεκέδες, τα κακόφημα καφενεία και ξενοδοχεία και τα πορνεία είναι τα μέρη όπου συναντιούνται οι εκπρόσωποι του υποκόσμου. Οι παραθαλάσσιες πόλεις, σαν τη Κωνσταντινούπολη, την Αλεξάνδρεια και τον Πειραιά, διαθέτουν περισσότερα σημεία που προσφέρονται για τέτοιου είδους συναθροίσεις, όπως μαρτυρεί ο συγγραφέας του διηγήματος Οι μυστηριώδεις νυκτοκλέπται (1871) Μηνάς Δ. Χαμουδόπουλος (1843-1908) για την τότε Σμύρνη:

Η πόλις μας ως επήνειος πόλις και ο πρώτος σταθμός της Ανατολής παρέχει δυστυχώς άσυλον εις πολλούς εγκληματίας εξοριζομένους εξ άλλων πόλεων. Μελιταίοι και Ιταλοί λωποδύται και τοιχωρύχοι αποσταλάζοντες ενταύθα επαυξάνουσι τον αριθμόν των παρ’ ημίν φαυλοβίων και το χείριστον συσχετιζόμενοι μετ’ αυτών εκδιδάσκουσι και τελειοποιούσιν αυτούς εις το έγκλημα.

Τεκές της Κωνσταντινούπολης, περίπου 1875. Φωτογραφία του Guillaume Gustave Berggren

Ειδικά η Κωνσταντινούπολη, ως πόλη με πολυεθνικό χαρακτήρα και πληθυσμό που προσεγγίζει σε μέγεθος τα μεγάλα ευρωπαϊκά αστικά κέντρα, είναι το προσφορότερο έδαφος για τέτοιου είδους δραστηριότητες, όπως περιγράφει το ημιτελές μυθιστόρημα Επτάλοφος ή Ήθη και έθιμα Κωνσταντινουπόλεως (1855) του ψευδώνυμου Πέτρου Ιωαννίδη του Αγέρωχου (;-;).

Ένδον οικίσκου τινός κατά την συνοικίαν του Σαρμασαικίου (το πάλαι Σαρματίου), οικίσκου αθλίου μεν κατά το εξωτερικόν, αθλιεστέρου δε κατά το εσωτερικόν, συγκειμένου από έξ δωμάτια μίκριστα, παμπάλαια, και ετοιμόρροπα, κατοικούμενα από έξ οικογενειάρχας, έκαστος των οποίων εάν ηδύνατο να πληρώνη κατά μήνα προς τον οικοδεσπότην το εις παν δωμάτιον συμφωνηθέν ενοίκιον, κατείχε το δικαίωμα του διαμένειν εις την πολύσαθρόν του φωλεάν˙ άλλως, η σύζυγος του ιδιοκτήτου, γυνή φύσεως διεστραμμένης, μετά πρώτην και δευτέραν του ενοικίου απαίτησιν, δεν εβράδυνε να κατασκορπίση εις την οδόν όλην την μικράν του τοιούτου αποσκευήν, αφ’ ου πρότερον εξησφαλίζετο διά της αυθαιρέτου κατασχέσεως πυραύνου τινός χαλκίνου, ή ετέρου τινός άγγους εκ του αυτού μετάλλου, μόνου πολυτιμωτέρου επίπλου της πενεστάτης εκείνης οικογενείας.

Ξεχωριστή θέση ανάμεσα σε δολοφόνους, ληστές, λαθρέμπορους, παραχαράκτες και χαρτοπαίκτες έχουν οι άντρες και γυναίκες προαγωγοί, θύματα των οποίων πέφτουν συχνά οι αθώες επαρχιώτισσες που φτάνουν ανυποψίαστες στα μεγάλα αστικά κέντρα και χάνονται στους λαβυρινθώδεις δρόμους τους.

Επίσης, γνώριμα θέματα αποτελούν η πολιτική διαφθορά, η διαπλοκή της αστυνομίας με την οικονομική ελίτ ή και την ηγεσία του υποκόσμου, οι μάγκες και χαμίνια που γίνονταν κλέφτες για να γλιτώσουν από την εργασιακή εκμετάλλευση καθώς και οι καταχρήσεις των ανθρώπων του περιθωρίου.

Ξεχωριστή περίπτωση αποτελούν οι ληστές της υπαίθρου που υιοθετούν μια ακραία μορφή αντίδρασης απέναντι στην κρατική καταπίεση και απεικονίζονται σε μυθιστορήματα όπως Η αιματωμένη λίμνη (1853) του Πάνου Ηλιόπουλου (;-;). Ενώ, μια πρώιμη μορφή αστυνομικής μυθοπλασίας κάνει την εμφάνισή της με τη νουβέλα Το ακέφαλον πτώμα (1895) του Λέοντος Γεράρδη που χρησιμοποιεί τεχνικές του εγκληματολογικού ρεπορτάζ.

Τέλος, επίγονοι των παραπάνω μπορούν να θεωρούν κάποιοι περιθωριακοί συγγραφείς του μεσοπολέμου, όπως ο Νίκος Σαράβας (1904-1930), ο Γιώργος Τσουκαλάς (1903-1975) και ο Αρκάδιος Λευκός (πραγματικό όνομα Κωνσταντίνος Κωστουλάκης,1905-1983). Στο ακραίο και σκοτεινό μυθιστόρημα του τελευταίου Κρίσις… (1934) ένας κοινωνικά αποξενωμένος μικροαστός βιώνει μια οικονομική και υπαρξιακή κρίση που τον οδηγεί στην παραβατικότητα.

Πέφτω. Δεν κατεβαίνω πια. Κατρακυλώ. Απόψε ρίχτηκα σε ένα κοριτσάκι δώδεκα χρονών! Είχε ένα στηθάκι υπέροχο. Μου καρφώθηκε το μάτι εκεί. Το πήρα από πίσω, απ’ την αγορά, και σα φτάσαμε μέσ’ ένα στενοσόκκακο, χύμηξα και το βούτηξα. Έμπηξε φωνή και τό βαλα στα πόδια. Ε! μασκαρά!… μου φώναξε κάποιος από ένα παράθυρο … Σαν αυτόν που τον ψήνει πυρετός πάνω απ’ τα σαράντα, έχω ζαλιστεί πια, και δεν ξέρω τι κάνω. Μου περνά η ιδέα να σκοτώσω, καμμιά νύχτα, κανέναν και να του πάρω το πορτοφόλι! Λογαριάζω σοβαρά να βγαίνω τις νύχτες σ’ ερημικούς δρόμους και να βουτώ όποια γυναίκα πετύχω μονάχη. ‘Έχει γούστο, λέει, να με πιάσει και καμμιά τρέλλα να τις ξεκοιλιάζω πρώτα, με κανένα μαχαίρι, σαν τον Τζακ τον αντεροβγάλτη! … Αλλοίμονο τι με περιμένει … Αρχίζω να φοβάμαι πια τον εαυτό μου. Πώς έγινε έτσι; Νοιώθω μέσα μου να ‘χει γίνει μια καταστροφή. Σα να πέρασε σίφουνας και να τα γκρέμισε όλα. Δε μπορώ να σκεφτώ. Μ’ έχει πιάσει ένα μίσος για όλους και για όλα. Το μάτι μου μαύρισε για καλά. Δε ζηλεύω πια. Μισώ! Μισώ τον καθένα που περνά και γελά, τον καθένα, που έχει κάτι που στερούμαι! Και πάνω απ’ όλα, η δίψα, η δίψα η φοβερή της σάρκας, να μέ παιδεύει ακατάπαυστα. Το μυαλό μου να βασανίζεται με παραστάσεις οργίων, με εικόνες γεμάτες από σάρκα. ‘Έτσι μπορεί να φτάσει να καταλάβει κανείς και μερικές περιπτώσεις βιασμού, αυτό το βδελυρώτερο έγκλημα! Ναι, ναι, αυτή τη στιγμή, θα … βίαζα γριές καταγινομένες και κοριτσάκια, εφτά χρονώ! Φρίκη! ‘Α! … μα δεμπορώ να βαστάξω πια!…

ΠΗΓΕΣ

rdo.upatras.gr
he.duth.gr
store.fairead.net
academia.edu
eglima.wordpress.com
blogs.sch.gr
periodikotrypa.files.wordpress.com
gesteofrobinhood.com

Cover image: Γκραβούρα από το Les Mystères de l’Inquisition et autres sociétés secretes d’Espagne (1845)

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά