Το ζοφερό και το μακάβριο στις παραλογές και στην ποίηση του Μεσοπολέμου

by Βαγγέλης Παπαδιόχος

Το στοιχείο του τρόμου, με τις διάφορες παραλλαγές του, έχει, όπως και το φανταστικό, βαθιές ρίζες στην ελληνική λογοτεχνία, οι οποίες εντοπίζονται στην αρχαία ελληνική μυθολογία, τροφοδοτούν την ομηρική ποίηση και την τραγική δραματουργία και μετασχηματίζονται στην νεότερη ελληνική παράδοση. Οι γνωστές παραλογές -ένα είδος πολύστιχου δημοτικού τραγουδιού που προέρχεται από την αρχαία θεατρική “παρακαταλογή”, ένα είδος μελοδραματικής απαγγελίας των τραγικών και παθητικών μερών των τραγωδιών- αφηγούνται συχνά ακραίες και παράλογες ιστορίες όπου το ζοφερό και το μακάβριο έχουν ενίοτε εξέχουσα θέση. Οι δύο γνωστότερες παραλογές είναι αυτές “Του νεκρού αδερφού” και “Του γεφυριού της Άρτας”, οι οποίες μπορούν να χαρακτηριστούν σαν αρχετυπικές, έμμετρες ιστορίες τρόμου με φανταστικά στοιχεία.

Το μακάβριο στις παραλογές

Σε αρκετές παραλογές οι κόσμοι των ζωντανών και των νεκρών σμίγουν απροσδόκητα καταλήγοντας σ’ έναν ιδιότυπο νεκροφιλικό έρωτα, όπως στο “Σήμερα ψάλλουν εκκλησιές”:

Όλ’ έδεσαν τους μαύρους τους σε δάφνες σε κλαδάκια
κι εγώ `δεσα το μαύρο μου σε μνημουργιάς κρικέλλα.
Κι ο μαύρος ήτανε μικρός, ήταν και παιγνιδιάρης,
και παίζοντας και ρίχνοντας εσήκωσε την πλάκα,
και μέσα κόρη κοίτονταν τριώ μερών θαμένη
και φάνηκαν σγουρά μαλλιά και οι μακρές πλεξίδες
έλαμπε και το πρόσωπο καλύτερ’ απ’ τον ήλιο.
Κι έσκυψα και τη φίλησα στα μάτια και τα φρύδια
στα σταυρωμένα χέρια της, στα κόκκινα χειλάκια.

Σε αυτό το πλαίσιο, το πιο ακραίο ίσως παράδειγμα αποτελεί μια λιγότερο γνωστή παραλογή με τίτλο “Η μάνα η φόνισσα”, γραμμένη τον 17ο αιώνα σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, που εξιστορεί ένα φρικτό έγκλημα στους κόλπους μιας οικογένειας με τις εντυπωσιακά άμεσες μακάβριες περιγραφές να σοκάρουν ακόμα και σήμερα. Όπως, για παράδειγμα, σε ένα σημείο όπου η μάνα σκοτώνει τον γιο της για να μην μαρτυρήσει στον πατέρα του ότι την συνέλαβε επ’ αυτοφώρω με άλλον άντρα:

Kαι με το μόσκο το πλανά και με τα λεφτοκάρυα,
και στο κελαρι το μπασε και σαν τ’ αρνί το σφάζει,
σα μακελάρης φυσικός του βγάζει το συκώτι.
Σ’ εννιά νερά το ξέπλυνε και ξεπλυμούς δεν είχε,
και πάλι το ξανάπλυνε και πάλιν αίμα στάζει,
και στο τηγάνι το ‘βαλε για να το τηγανίσει.

Μόλις ο πατέρας επιστρέψει θα αναζητήσει μάταια εδώ κι εκεί τον νεκρό γιο του και τελικά η μητέρα θα επιχειρήσει να τον ταΐσει με το συκώτι του- που αποτελούσε την έδρα των σωματικών και ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου σύμφωνα με τις δοξασίες πολλών λαών- ώσπου το έγκλημα να αποκαλυφθεί απροσδόκητα και να ακολουθήσει η αιματηρή εκδίκηση:

Το συκωτάκι του ‘βαλε σ’ ένα ασημένιο πιάτο.
Πρώτη μπουκιάν οπού ‘βαλε, το συκωτάκι πήρε,
το συκωτάκι μίλησε, το συκωτάκι λέει:
«Αν είσαι σκύλος φάε με, κι Οβριός απέταξέ με,
κι αν είσαι κι ο πατέρας μου, σκύψε και φίλησέ με».
Και τη μπουκιά του απέλυσε, τρογύρω του κοιτάει.
Εβούρκωσε η καρδούλα του, εμαύρισε το φως του,
τα δάκρυα τρέξαν ποταμός κι εκόντεψε να πέσει.
Μα ναντριώθει κι έσυρε το δαμασκί σπαθί του,
και στο λαιμό της το βαλε, της κόβει το κεφάλι.

Η μακάβρια νεοελληνική ποίηση του 19ου αιώνα

Τον 19ο αιώνα αρχίζουν να εμφανίζονται αρκετά συστηματικά στοιχεία τρόμου και μακάβριου στην νεοελληνική ποίηση, ένα μέρος της οποίας έχει επηρεαστεί από αυτό που ονομάστηκε “ποίηση του νεκροταφείου” (Graveyard poetry), ένα ιδιαίτερο είδος ρομαντικής ελεγειακής ποίησης που άκμασε στην Ευρώπη του 18ου και του 19ου αιώνα. Ένα από τα πρώτα σχετικά παραδείγματα στην Ελλάδα είναι η ωδή του Ανδρέα Κάλβου (1792-1869) “Εις θάνατον”, όπου η υποβλητική και μακάβρια ατμόσφαιρα του νεκροταφείου και η εμφάνιση του φαντάσματος της μητέρας του χαρακτήρα συνδυάζονται με έναν θεολογικό και φιλοσοφικό στοχασμό σχετικά με το νόημα της ζωής και την λύτρωση από τον φόβο του θανάτου, όταν κάποιος τον αντιμετωπίζει κατάματα:

Ω παντοδυναμότατε!
τί είναι; τί παθαίνω;
ορθαί εις την κεφαλήν μου
στέκονται οι τρίχες!..
λείπει η αναπνοή μου!
Ιδού, η πλάκα σείεται… 
ιδού από τα χαράγματα
του μνήματος εκβαίνει
λεπτή αναθυμίασις
κι εμπρός μου μένει.
Επυκνώθη· λαμβάνει
μορφήν ανθρωπικήν.
Τί είσαι; ειπέ μου; πλάσμα,
φάντασμα του νοός μου
τεταραγμένου;
Ή ζωντανός είσ’ άνθρωπος,
και κατοικείς τους τάφους;
χαμογελάεις;… αν άφηκας
τον άδην… ή ο παράδεισος 
ειπέ μου αν σ’ έχει.
-Μη μ’ ερωτάς· το ανέκφραστον
μυστήριον του θανάτουμην ερευνάς· τα στήθη,
τα στήθη που σ’ εβύζα
αν εμπρός σου βλέπεις.
Ανδρέας Κάλβος (1792-1869)

 Αλλά και στον Διονύσιο Σολωμό (1798-1857) εντοπίζονται αρκετές διάσπαρτες στιγμές που φτάνουν μέχρι το με σύγχρονους όρους καθιερωμένο ως splatter στοιχείο, όπως σε ένα από τα λιγότερο γνωστά σημεία του “Ύμνου εις την ελευθερίαν”- δείγμα της σκοτεινής και αντιηρωϊκής πλευράς που ενυπάρχει στους περισσότερους εθνικούς ύμνους: 

Κοίτα χέρια απελπισμένα πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα χέρια, πόδια, κεφαλές,
και παλάσκες και σπαθία με ολοσκόρπιστα μυαλά,
και με ολόσχιστα κρανία, σωθικά λαχταριστά.

 Ενώ, στο τραγικό αιμομικτικό ποιητικό του αφήγημα “Λάμπρος” περιγράφει σε ένα σημείο τον ψυχολογικό τρόμο που φέρνουν στον αντιφατικό -μαζί φωτεινό και σκοτεινό- ήρωα οι τύψεις του:    

Έτσι ο φονιάς που κρίματα έχει πλήθια,
εάν φθάσει να του κλείσει ύπνος το μάτι,
βγαίνουν μαζί και του πατούν τα στήθια
οι κρυφά σκοτωμένοι, αίμα γιομάτοι.
Μεγαλόφωνα κράζοντας βοήθεια
γυμνός πετιέται οχ το ζεστό κρεβάτι,
κι έχει τόση μαυρίλα ο λογισμός του,
που με μάτια ανοιχτά τούς βλέπει ομπρός του.
Διονύσιος Σολωμός (1798-1857)

 Πιο γνωστός είναι ο “Θανάσης Βάγιας” του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη (1824-1879) -μη παραλείψετε να αναζητήσετε και το κόμικ τρόμου με τίτλο “Θανάσης Βάγιας: Ο βρυκόλακας ”, που αποτελεί μεταφορά του ομώνυμου ποιήματος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη σε σενάριο-σκηνοθεσία της Βέρας Καρτάλου και σχέδιο του Νίκου Παπαμιχαήλ-, ο οποίος εμπνεύστηκε από τον αμφιλεγόμενο συνεργάτη του Αλή Πασά, Θανάση Βάγια- ο οποίος κατηγορήθηκε ως προδότης των επαναστατημένων Ελλήνων στη σφαγή του Γαρδικίου- και έγραψε ένα ποίημα με στοιχεία φαντασίας και τρόμου επηρεασμένος από τον διαδεδομένο και στην Ελλάδα απ’ τα μεσαιωνικά χρόνια μύθο των βρυκολάκων.

Σε κάποιο σημείο, η χήρα του Βάγια, περιφρονημένη από όλους μετά την προδοσία του, τον συναντά νεκροζώντανο και καταδικασμένο να πολεμά ακόμα με τις τύψεις του:  

Ο βρικόλακας

-Πές μου τί στέκεσαι Θανάση, ὀρθός,
βουβὸς σὰ λείψανο, στὰ μάτια μπρός;
Γιατί Θανάση μου, βγαίνεις τὸ βράδυ;
Ὕπνος γιὰ σένανε δὲν εἶν᾿ στὸν Ἅδη;

Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί...
Βαθιὰ σὲ ρίξανε μέσα στὴ γῆ...
Φεῦγα, σπλαγχνίσου με. Θὰ κοιμηθῶ.
Ἄσε μὲ ἥσυχη ν᾿ ἀναπαυθῶ.

Τὸ κρῖμα πού ῾καμες μὲ συνεπῆρε.
Βλέπεις πῶς ἔγινα; Θανάση σῦρε.
Ὅλοι μὲ φεύγουνε, κανεὶς δὲ δίνει,
στὴν ἔρμη χήρα σου, ἐλεημοσύνη.

Στάσου μακρύτερα... Γιατί μὲ σκιάζεις;
Θανάση τί ἔκαμα καὶ μὲ τρομάζεις;
Πῶς εἶσαι πράσινος; Μυρίζεις χῶμα...
Πές μου... δὲν ἔλυωσες, Θανάση, ἀκόμα;

Λίγο συμάζωξε τὸ σάβανό σου...
Σκουλήκια βόσκουνε στὸ πρόσωπό σου.
Θεοκατάρατε, γιὰ δές... πετᾶνε
κι ἔρχονται πάνω μου γιὰ νὰ μὲ φᾶνε.
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879)

Μια ενδιαφέρουσα περίπτωση ρομαντικού ποιητή που εντάχθηκε ακόμα περισσότερο σε αυτό το κλίμα είναι ο μάλλον ξεχασμένος σήμερα Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος (1843-1873), εκπρόσωπος της λεγόμενης Α΄ Αθηναϊκής Σχολής και γιος του ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου- γνωστός κυρίως για το ποίημα του “Ο φανός του κοιμητηρίου Αθηνών”. Χαρακτηρίστηκε από κάποιους ως καταραμένος ποιητής, “Έλληνας Μπωντλαίρ” και πρόδρομος του Καρυωτάκη. Ο έντονος πεσιμισμός του εκφράζεται συχνά μέσα από μακάβριες εικόνες γεμάτες οδύνη, ταφολατρία και θανατοφιλία ως λύτρωση από μια ζωή γεμάτη κακουχίες, όπως σε αυτό το δίστιχο από το ποίημα “Στιγμαί μελαγχολίας”: 

Ναι· αγαπώ να σκέπτωμαι εις των νεκρών την πόλιν·
παρά τους οίκους της συχνά διήλθαν νύκτα όλην

Ενώ, σε ένα άλλο σημείο φαντάζεται έναν χαρούμενο χορό εραστών να μετατρέπεται σε dance macabre όπου η σήψη και ο ζόφος κυριαρχούν:

Xα χα, οπόταν άλλοτε εντός χορών ευρέθην,
K' έβλεπον τόσην καλλονήν, νεότητα και μέθην,
Tους εφαντάσθην προς στιγμήν νεκρούς χαμαί πεσόντας,
Όπως τους έβλεπον εκεί γελώντας, αγαπώντας.
Δάκνουν εκεί οι σκώληκες τα εύμορφα τα χείλη.
Ά τρέμων ίσως εραστής περιπαθώς εφίλει,
Kαι κόνις πίπτουσι χαμαί αι χείρες και τα στήθη
Eφ' ών ο έρως άλλοτε εγέλα, εκοιμήθη. 
Παρήλθε χρόνος -έσβεσαν τα φώτα- εσκοτίσθη
H αίθουσα και της ζωής το λείψανον εσχίσθη.
Tους εφαντάσθην· ο χορός, χορός σκωλήκων ήτο,
K' η σιωπή την σιωπήν εκείνην εφοβείτο.
Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος (1843-1873)

Οι νεορομαντικοί ποιητές του Μεσοπολέμου

Στην περίοδο του Μεσοπολέμου εμφανίζονται οι ποιητές που ονομάστηκαν νεορομαντικοί και νεοσυμβολιστές που, άμεσα επηρεασμένοι από τον συμβολισμό του Μπωντλαίρ και των επιγόνων του, γράφουν μια ποίηση στην οποία κυριαρχεί η έντονη μελαγχολία, η περιφρόνηση των μεγάλων ιδεών και η τάση φυγής από την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα. Κυρίαρχη μορφή μεταξύ αυτών είναι βέβαια ο Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928), η ζωή και το έργο του οποίου έχουν μελετηθεί και αναλυθεί επανειλημμένα.

Κοντά στο καρυωτακικό κλίμα βρίσκονται κι άλλοι σύγχρονοι, λίγο νεότεροι και λίγο παλαιότεροι του ποιητές, όπως ο Ρώμος Φιλύρας (1889-1942), ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1943) και ο Μήτσος Παπανικολάου (1900-1943). Μια από τις λιγότερο γνωστές σχετικές περιπτώσεις είναι η Ανθούλα Βαφοπούλου-Σταθοπούλου (1908-1935)- με έργο συγγενικό με αυτό της Μαρίας Πολυδούρη (1902-1930)- που πέθανε πρόωρα από φυματίωση. Σε κάποια κρίσιμη στιγμή περιγράφει με γλαφυρές φρικαλέες εικόνες την επερχόμενη μεταθανάτια περιπέτεια:   

Εντάφιο

Τρεις μήνες μες στον τάφο μου θαμμένη
Τρεις μήνες παν που πέθανα κι εγώ
Ανώφελες προσπάθειες να βγω
Μ’ έχουνε τα σκουλήκια φαγωμένη
Το φιλντισένιο το κορμί μου θέμα
Στου θανάτου τ’ αδέρφια αυτά έχει γίνει
Ω πανδαισία ερωτική χωρίς οδύνη
Βλέπω να τρων’ μια σάρκα δίχως αίμα
Τα πλούσια μαλλιά μου πια χωρίσαν
Απ’ την απαίσια νεκροκεφαλή
Το τελευταίο μου δώσανε φιλί
Δυο φίδια που τα μάτια μου εξορίξαν
Ρόδινα μέλη τώρα σαπισμένα
Λυπαίνετε του τάφου σας το χώμα
Της αποσύνθεσης σκορπάτε βρώμα
Κόκκινα χείλη με πόθο φιλημένα
Ανθούλα Βαφοπούλου-Σταθοπούλου (1908-1935)

Βιβλιογραφία

Ανδρεαδάκης, Ο. (2015), Περιοδικό Σινεμά Τεύχος 236, Αθήνα
Αποστολίδης, Ρ. (1983), Ανθολογία της νεοελληνικής γραμματείας: Η ποίηση λόγια και δημοτική από τον μεσαίωνα ως τις μέρες μας, Αθήνα
Ιερωνυμάκη, Θ. (2015), Στον τόπο της διακοπής και της συνέχειας του βίου. Εκδοχές της ποίησης του νεκροταφείου στον 19ο αιώνα, Αθήνα
Παραδουλάκης, Δ. (2016), Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος: Προαναγγέλοντας το κίνημα του ελληνικού νεορομαντισμού, Ρέθυμνο
Πολίτης, Ν. (1914), Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού, Αθήνα

Cover image: Gamelin, Jacques, 1739-1803, Nouveau recueil d’osteologie et de myologie, v. 1

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά