Το μαύρο χιούμορ στη λογοτεχνία τρόμου και επιστημονικής φαντασίας

by Βαγγέλης Παπαδιόχος

Το μαύρο χιούμορ συνδέεται με μια ιδιόμορφη κωμική αντιμετώπιση θλιβερών γεγονότων και ακραίων θεμάτων, όπως ο θάνατος, η βία, οι ασθένειες και οι σεξουαλικές αποκλίσεις. Συγγενικοί του μαύρου χιούμορ είναι οι όροι “γκροτέσκο” και “gallows humor” (χιούμορ της κρεμάλας). Το γκροτέσκο συνδέεται με τον εξωφρενισμό, την υπερβολή, την ανωμαλία και τη δυσαρμονία που προκαλούν αντιθετικά στοιχεία μέσα σ’ ένα έργο, όπως το κωμικό και το τρομαχτικό. Το χιούμορ της κρεμάλας προέρχεται από τα τελευταία λόγια που έλεγαν οι καταδικασμένοι σε θάνατο. Ένας απ’ αυτούς εξέφρασε την τελευταία του επιθυμία να συμμετάσχει ένα ακόμα, μεταθανάτιο, παιχνίδι μπόουλινγκ με το κομμένο κεφάλι του ως μπάλα. Ο Sigmund Freud (1856-1939) ήταν απ’ τους πρώτους που αναγνώρισαν τη σημασία του για την αντιμετώπιση των φόβων και των δυσκολιών της ζωής.

«Το εγώ, γράφει, αρνείται ν’ αφεθεί να κομματιαστεί, ν’ αφεθεί να υποστεί την οδύνη από τις εξωτερικές πραγματικότητες, αρνείται να δεχτεί το ότι οι τραυματισμοί του εξωτερικού κόσμου μπορούν να το αγγίξουν, πολύ περισσότερο, φροντίζει να βλέπουν ότι αυτά του προξενούν ευκαιρίες χαράς».

Στα γράμματα, μια πρώιμη χρήση στοιχείων μαύρου χιούμορ μπορεί να εντοπιστεί ήδη σε κάποιους αρχαίους συγγραφείς, όπως τον Ηράκλειτο (περ. 544 π.χ. – περ. 484), τον Αριστοφάνη (446 π.χ. – 386 π.X.) και τους κυνικούς φιλοσόφους. Στοιχεία μαύρου χιούμορ βρίσκουμε επίσης σε έργα κάποιων Άγγλων ελισαβετιανών ποιητών, στα βιβλία των Gargantua και Pantagruel του François Rabelais (1483 ή 1494-1553) και στο Candide του Voltaire (1694 – 1778).

Ωστόσο, ο όρος “μαύρο χιούμορ” ως ένας ξεχωριστός τύπος αστεϊσμού είναι ουσιαστικά επινόηση του ηγέτη του σουρεαλιστικού κινήματος André Breton (1896-1966), ο οποίος εντόπισε σε αρκετά γραπτά του Jonathan Swift (1667-1745) μια ιδιότυπη κυνική αίσθηση του χιούμορ αναγνωρίζοντάς τον ως αληθινό πρόδρομο αυτού του είδους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ένα μικρό κείμενο με τον μακρόσυρτο τίτλο: “Μια σεμνή πρόταση ώστε να πάψουν τα παιδιά των φτωχών στην Ιρλανδία να είναι βάρος στους γονείς και στην χώρα τους, και να γίνουν ωφέλιμα στο κοινό”, όπου χαριτολογώντας προτείνει το μαγείρεμα των μικρών παιδιών για την ανατροφή του πληθυσμού.

Ο Breton στη συνέχεια προχώρησε σε μια εμπεριστατωμένη ανθολόγηση γραπτών που εμπεριέχουν μεγαλύτερες ή μικρότερες δόσεις μαύρου χιούμορ, από τον Μαρκήσιο de Sade (1740-1814), τον Thomas de Quincey (1784-1859) και τον κόμη Lautreamont (1846-1870) μέχρι τον Αlfred Jarry (1873-1907), τους ντανταϊστές και τον Franz Kafka (1883-1924). Πολλοί, βέβαια, είναι και οι νεότεροι λογοτέχνες που χρησιμοποίησαν μεθοδικά ή περιστασιακά το μαύρο χιούμορ στα έργα τους, όπως ο Samuel Beckett (1906-1989), ο Eugène Ionesco (1909-1994), ο Jean Genet (1910-1986), ο Friedrich Dürrenmatt (1921-1990), ο Edward Albee (1928-2016) και άλλοι θεατρικοί συγγραφείς, ο Joseph Heller (1923-1999) στο μυθιστόρημά του Catch-22, ο Günter Grass (1927-2015) στο μυθιστόρημά του The tin drum, κάποια έργα των John Barth (1930- ), Philip Roth (1933-2018), Thomas Pynchon (1937- ) και άλλα.

Το μαύρο χιούμορ με τις διάφορες εκφάνσεις του συναντάται, επίσης, συχνά στη λογοτεχνία τρόμου και φαντασίας, από τον Ε. Τ. Α. Hoffmann (1776-1822) και τον Ε. Α. Poe (1809-1849) μέχρι σήμερα. Ο δεύτερος, ιδιαίτερα, έγραψε αρκετές ιστορίες όπου το κωμικό συμβαδίζει με τον τρόμο και τη διαστροφή, όπως Ο άγγελος του παράξενου και Το βαρέλι του Αμοντιλάδο. Και ο σύγχρονος τρόμος, φυσικά, έχει να επιδείξει αρκετά γνωστά αξιόλογα δείγματα μαύρου χιούμορ, όπως τα μυθιστορήματα It, Misery και τα διηγήματα Gray matter και Quitters, Inc του Stephen King (1947-), μερικά κείμενα του Clive Barker (1952- ), όπως το μυθιστόρημα Mister B. Gone και κάποιες ιστορίες από τα Βιβλία του αίματος, τα μυθιστορήματα του Tim Dorsey (1961- ), το American Psycho του Bret Easton Ellis (1964- ) και άλλα. Η επιστημονική φαντασία, επίσης, έχει κατά καιρούς παρουσιάσει ευφάνταστες μαύρες σάτιρες, όπως το Naked Lunch του William S. Burroughs (1914-1997), το A Clockwork Orange του Anthony Burgess (1917-1993), κάποια διηγήματα του Harlan Ellison (1934-2018), το Tik Τok του John Sladek (1937- 2000), το The Iron Dream του Norman Spinrad (1940- ) και άλλα. Στη συνέχεια, παρουσιάζονται αναλυτικότερα μερικοί ακόμα αντιπροσωπευτικοί συγγραφείς και δείγματα του έργου τους.

Αmbrose Bierce (1842-1914;)

O Αmbrose Bierce, συγγραφέας, δημοσιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και στρατιωτικός, θεωρείται ένας από τους κλασσικούς της αμερικανικής διηγηματογραφίας και για πολλούς ένας απ’ τους αξιότερους επιγόνους του Poe. Η ζωή του ήταν μυθιστορηματική και γεμάτη περιπέτειες. Μεταξύ άλλων, πολέμησε με τον στρατό των Βορείων στον Εμφύλιο Πόλεμο ζώντας από κοντά όλη τη φρίκη των καθημερινών σφαγών, την απληστία των κυβερνώντων και τον τυχοδιωκτισμό πολλών συμπολεμιστών του. Αυτές οι τρομακτικές εμπειρίες, σε συνδυασμό με αρκετές απώλειες οικογενειακών προσώπων και τον μοναχικό του χαρακτήρα, τον οδήγησαν σε μεγάλο βαθμό στην καλλιέργεια του κυνικού ύφους των μετέπειτα γραπτών του- για τα οποία έλαβε τα προσωνύμια “πικρόχολος Μπηρς” και ο “πιο μοχθηρός άνθρωπος του Σαν Φρανσίσκο”. Μετά τον Εμφύλιο εργάστηκε ως δημοσιογράφος και κριτικός σε διάφορες εφημερίδες της υπογράφοντας ως “Τελάλης” και “Πολυλογάς” και σατιρίζοντας αμείλικτα διάφορα κακώς κείμενα της αμερικανικής κοινωνίας, από την πολιτική διαφθορά και την θρησκευτική υποκρισία μέχρι τον κίτρινο τύπο και τους κακούς ποιητές. Σε αυτό το πλαίσιο, άρχισε να γράφει ένα σατιρικό λεξικό που το 1911 δημοσιεύτηκε με τον τίτλο “Το Αλφαβητάρι του διαβόλου” (Τhe Devil’s Dictionary) και περιείχε λήμματα όπως: «Αξιοπρέπεια ουσ.: Ο καρπός της συνεύρεσης μιας φαλάκρας κι ενός τραπεζικού λογαριασμού» και «Δικαστήριο ουσ.: Ένα μηχάνημα που μπαίνεις γουρούνι και βγαίνεις λουκάνικα». Το ευφυές μακάβριο χιούμορ του και ο αδυσώπητος σαρκασμός των πολιτικοκοινωνικών θεσμών εντοπίζονται σε αρκετές ιστορίες του, όπως το διήγημα του “Ο αγαπημένος μου φόνος”.

Αφού δολοφόνησα τη μητέρα μου κάτω από συνθήκες ιδιαζόντως ειδεχθείς, με συνέλαβαν και με πέρασαν από δίκες, που διήρκεσαν εφτά χρόνια. Κατά τη συγκρότηση του σώματος των ενόρκων, ο πρόεδρος του Αθωωτικού Συμβουλίου χαρακτήρισε το έγκλημα ένα από τα αγριότερα που είχε εξετάσει ποτέ. Ακούγοντας το σχόλιο αυτό, ο δικηγόρος μου σηκώθηκε και είπε: «Ας μου επιτραπεί, Εντιμότατε, να παρατηρήσω ότι τα εγκλήματα χαρακτηρίζονται ειδεχθή ή δικαιολογημένα μόνο κατόπιν συγκρίσεως. Αν γνωρίζατε τις λεπτομέρειες του προηγούμενου φόνου που έχει διαπράξει ο πελάτης μου, του φόνου του θείου του, θα διακρίνατε στο πρόσφατο αδίκημά του (αν μπορούμε να το αποκαλέσουμε αδίκημα) ένα είδος τρυφερής ανοχής και υιικού σεβασμού απέναντι στα αισθήματα του θύματος. Η αποτρόπαιη αγριότητα του προηγούμενου φόνου ήταν πράγματι ασυμβίβαστη με οποιαδήποτε άλλη εκδοχή πλην της ενοχής· και αν δεν συνέβαινε ο εντιμότατος δικαστής που τον δίκασε να είναι πρόεδρος μιας ασφαλιστικής εταιρείας που διακινδύνευε να ασφαλίζει ακόμα και αυτόχειρες, με την οποία ο πελάτης μου είχε συμβόλαιο ζωής, δεν βλέπω να υπήρχε άλλος τρόπος για να αθωωθεί. Αν εσείς, Εντιμότατε, επιθυμείτε να μάθετε αυτές τις λεπτομέρειες, προκειμένου να έχετε περισσότερες πληροφορίες και να οδηγηθείτε σε ορθότερα συμπεράσματα, ο άμοιρος αυτός άνθρωπος, ο πελάτης μου, δεν έχει αντίρρηση να μπει στον κόπο να σας δώσει μια ένορκη αναφορά». «Ενίσταμαι, Εντιμότατε», είπε ο εισαγγελέας. «Μια τέτοια αναφορά θα είχε χαρακτήρα ένορκης μαρτυρίας, και οι καταθέσεις γι’ αυτή την υπόθεση έχουν πλέον κλείσει. Η αναφορά του κρατουμένου θα έπρεπε να είχε γίνει πριν από τρία χρόνια, την άνοιξη του 1881». «Από νομική άποψη», είπε ο δικαστής, «έχετε δίκιο, και στο Συμβούλιο Ενστάσεων και Δικονομικών Χειρισμών η απόφαση θα ήταν ευνοϊκή για σας. Όχι όμως και στο Αθωωτικό Συμβούλιο. Η ένσταση απορρίπτεται».

Αmbrose Bierce (1842-1914;)

Oscar Wilde (1854-1900)

O μεγάλος Ιρλανδός μυθιστοριογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, κριτικός και θεωρητικός του αισθητισμού Oscar Wilde δεν χρειάζεται συστάσεις. Εκτός από το κλασσικό του μυθιστόρημα Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ και τις διαχρονικές κοινωνικές του σάτιρες για το θέατρο όπως Η σημασία του να είναι κανείς σοβαρός, έμεινε ευρέως γνωστός για τα καυστικά του ευφυολογήματα. «Όταν ήμουν νέος, νόμιζα ότι το χρήμα είναι το πιο σπουδαίο πράγμα στη ζωή. Τώρα που είμαι γέρος, το ξέρω», «Στον έρωτα, αρχίζουμε απατώντας τον εαυτό μας. Μόνο αργότερα απατούμε τους άλλους», «Ο ποιητής μπορεί να υπομείνει τα πάντα, εκτός από ένα τυπογραφικό λάθος», είναι κάποια ενδεικτικά παραδείγματα του ευφυούς του χιούμορ. Το φάντασμα του Κάντερβιλ (The Canterville Ghost) είναι το πρώτο πεζό που δημοσίευσε το 1887 και αποτελεί μια απολαυστική παρωδία των κλασικών γοτθικών ιστοριών τρόμου, που διασκευάστηκε πολλές φορές για το θέατρο και τον κινηματογράφο.

…Ήταν ακριβώς μία. Ήταν απόλυτως ήρεμος και, όταν έπιασε τον σφυγμό του, βρήκε πως ήταν φυσιολογικός, δείχνοντας πως δεν υπήρχε περίπτωση παραλληρήματος. Ο παράξενος θόρυβος συνεχιζόταν και μαζί του άκουγε ολοκάθαρα τον ήχο βημάτων. Φόρεσε τις παντόφλες του, έβγαλε μια μικρή μακρόστενη φιάλη από το νεσεσέρ του κι άνοιξε την πόρτα. Κάτω από το αδύναμο φως του φεγγαριού, ακριβώς μπροστά του, είδε έναν γέρο με τρομερή όψη. Τα μάτια του έμοιαζαν με αναμμένα κάρβουνα. Μακριά γκρίζα μαλλιά έπεφταν αχτένιστα στους ώμους του. Τα λεκιασμένα και κουρελιασμένα ρούχα του έμοιαζαν αρχαία και από τους καρπούς και τους αστραγάλους του κρέμονταν βαριά δεσμά και σκουριασμένες αλυσίδες. «Καλέ μου κύριε», είπε ο υπουργός, «θα πρέπει να επιμείνω να λαδώσετε τις αλυσίδες σας, και για το λόγο αυτό σας έφερα ένα μικρό μπουκαλάκι με λιπαντικό Ανατέλλων Ήλιος. Λέγεται πως είναι απολύτως αποτελεσματικό με μια μόνο χρήση και στην ετικέτα υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες σχετικά με αυτό από διακεκριμένους ειδήμονες της πατρίδας μου. Θα το αφήσω δίπλα στα κεριά του υπνοδωματίου και ευχαρίστως θα σας προσφέρω δεύτερο μπουκαλάκι σε περίπτωση που το χρειαστείτε». Και με τα λόγια αυτά ο Αμερικανός υπουργός ακούμπησε το μπουκαλάκι σε ένα μαρμάρινο τραπέζι, έκλεισε ξανά την πόρτα και επέστρεψε στο κρεβάτι του. Η βαθιά προσβολή έκανε το φάντασμα του Κάντερβιλ να μείνει για μια στιγμή εντελώς ακίνητο. Ύστερα, ρίχνοντας βίαια το μπουκάλι στο γυαλισμένο πάτωμα, διέσχισε βιαστικά τον διάδρομο βγάζοντας υπόκωφα βογκητά και εκπέμποντας ένα αηδιαστικό πράσινο φως.

Oscar Wilde (1854-1900)

Frederic Brown (1906-1972)

O Αμερικανός συγγραφέας, σεναριογράφος και δημοσιογράφος Fredric Brown έγγραψε αστυνομικά μυθιστορήματα, ιστορίες μυστηρίου και επιστημονική φαντασία, όπου άλλοτε το καυστικό χιούμορ κι άλλοτε η λεπτή ειρωνεία ενσωματώνονταν σε ευρηματικές πλοκές. Επίσης έγραψε επεισόδια για τη τηλεοπτική σειρά του Alfred Hitchcock (1899-1980). Κλασσικά θεωρούνται τα σατιρικά του μυθιστορήματα What mad universe και Martians go home! Aκόμα γνωστότερος είναι για τα μικροδιηγήματά του- αναγνωρίτηκε σαν μάστορας του είδους- σαν αυτό που ακολουθεί με τον τίτλο Απάντηση.

Ο Ντγουάρ Εβ χρησιμοποίησε με τελετουργικό τρόπο λίγο χρυσάφι για τη τελική σύνδεση. Τα μάτια μιας ντουζίνας από βιντεοκάμερες τον παρατηρούσαν κι ο υποαιθέρας μοίραζε σε κάθε γωνιά του σύμπαντος μια ντουζίνα εικόνες της πράξης του. Τέντωσε την κορμοστασιά του, έγνεψε στον Ντγουάρ Ρέιν κι ύστερα τακτοποιήθηκε βολικά δίπλα στο διακόπτη, που θα ‘κανε την ιδανική επαφή, τη στιγμή ακριβώς που θα τον κατέβαζε. Τον διακόπτη αυτό που θα συνέδεε ταυτόχρονα όλους αυτούς τους κτηνώδεις κομπιούτερς, όλων των κατοικημένων πλανητών του σύμπαντος -εννενηνταέξι δισεκατομμύρια- σ’ ένα υπερκύκλωμα που με τη σειρά του θα τυπωνόταν σ’ έναν υπερυπολογιστή -αποθέωση μιας κυβερνητικής μηχανής, που με τη σειρά της θα συνδύαζε τις γνώσεις που υπήρχαν σε όλους τους γαλαξίες. Ο Ντγουάρ Ρέιν προλόγισε για λίγο το κοσμοϊστορικό γεγονός, απευθυνόμενος στα τρισεκατομμύρια των θεατών ή ακροατών. Ύστερα από σιγή ενός λεπτού, είπε: «Τώρα, Ντγουάρ Εβ». Ο Ντγουάρ Εβ κατέβασε το διακόπτη. Ένας κατανυκτικός βόμβος ακολούθησε την αχαλίνωτη ορμή της δύναμης που ξέρασαν εννενηνταέξι δισεκατομμύρια πλανήτες. Φώτα αναβοσβήσανε στην εκτεινόμενη, ολάκερα μίλια, κονσόλα ελέγχου. Ο Ντγουάρ Εβ έκανε κανα-δυο βήματα προς τα πίσω και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Η τιμή της επιλογής της πρώτης ερώτησης ανήκει σε σένα, Ντγουάρ Ρέιν». «Ευχαριστώ», απάντησε απλά ο Ντγουάρ Ρέιν. «Θα ‘ναι μια ερώτηση που καμιά απλή κυβερνητική μηχανή δε στάθηκε ικανή ν’ απαντήσει». Γύρισε για να αντιμετωπίσει τη μηχανή. «Υπάρχει Θεός;» Η κατανυκτική φωνή απάντησε χωρίς δισταγμό, χωρίς το παραμικρό κλικ έστω κι ενός μοναδικού μεταλλάκτη. «Ναι, τώρα υπάρχει Θεός». Ξαφνικός φόβος φούντωσε στο πρόσωπο του Ντγουάρ Εβ. Τινάχτηκε για ν’ αρπάξει τον διακόπτη. Ένα αστροπελέκι από τον καθάριο ουρανό τον έριξε κάτω κι έκαψε την ασφάλεια του τροφοδότη, βραχυκυκλώνοντας το κύκλωμα λειτουργίας.

Frederic Brown (1906-1972)

Robert Bloch (1917-1994)

«Παρά την κακή μου φήμη, έχω πραγματικά την καρδιά ενός μικρού αγοριού. Μέσα σ’ ένα βάζο στο γραφείο μου», είπε κάποτε ο σημαντικός και πολυγραφότατος συγγραφέας τρόμου, επιστημονικής και αστυνομικής λογοτεχνίας και σεναριογράφος Robert Bloch που σήμερα είναι γνωστός κυρίως για το μυθιστόρημά του Psycho, στο οποίο βασίστηκε το ομώνυμο αριστούργημα του Alfred Hitchcock. Ξεκίνησε γράφοντας ιστορίες κοσμικού τρόμου, όντας έντονα επηρεασμένος από τον H. P. Lovecraft (1890-1937), ο οποίος και τον ενθάρρυνε να συνεχίσει. Σύμφωνα και πάλι με τον ίδιο, η κωμωδία και ο τρόμος είναι οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. o Bloch φρόντισε να αποδείξει αυτόν τον ισχυρισμό μέσα από πολλές ιστορίες όπου το εκκεντρικό, κυνικό και ενίοτε διεστραμμένο του χιούμορ συναντά την αχαλίνωτη φαντασία του. Ένα από τα καλύτερα σχετικά παραδείγματα αποτελεί το διήγημά του A toy for Juliette, που περιλαμβάνεται στην εμβληματική ανθολογία επιστημονικής φαντασίας Dangerous Visions (1967). Σε αυτή την ιστορία, ένας χρονοταξιδιώτης απαγάγει ανθρώπους απ’ το παρελθόν και τους προσφέρει στην εγγονή του προκειμένου αυτή να τους χρησιμοποιήσει στα σαδιστικά της πειράματα, ώσπου κάποια στιγμή έρχεται αντιμέτωπη με μια δυσάρεστη έκπληξη.

…Tου άρεσε να πηγαίνει σε εκείνη την παρελθοντική περίοδο που πρηγήθηκε των θερμοπυρηνικών πολέμων και των ρομποτικών χρόνων και να συλλέγει αντικείμενα. Φυσικά τα βιβλία, τα κοσμήματα και τα μέταλλα ήταν άχρηστα, αν δεν ήσουν αρχαιολόγος, αλλά ο παπούς ήταν ένας ρομαντικός και αγαπούσε τους παλιούς καιρούς. Ήταν παράξενο να τον σκέφτεται κανείς σαν ιδιοκτήτη του Ταξιδευτή, αλλά φυσικά δεν τον είχε δημιουργήσει ο ίδιος. Ο πατέρας της Τζουλιέτ ήταν αυτός που τον κατασκεύασε και ο παππούς τον έκανε δικό του μετά τον θάνατό του. H Tζουλιέτ υποπτευόταν ότι ο παππούς είχε σκοτώσει τον πατέρα και την μητέρα της όταν εκείνη ήταν μωρό, αλλά δεν μπορούσε ποτέ να είναι σίγουρη. Δεν είχε και πολλή σημασία· ο παππούς ήταν πάντα πολύ καλός μαζί της και επιπλέον σύντομα θα πέθαινε και ο Ταξιδευτής θα ήταν δικός της.

…Το παιχνίδι άρχισε να βαριανασαίνει ανακτώντας τις αισθήσεις του. Αλλά βρισκόταν ακόμα σε σύγχυση. «Πες μου, δεν καταλαβαίνω. Είμαι ζωντανός; Ή μήπως αυτός είναι ο παράδεισος»; Η ρόμπα της Τζουλιέτ άνοιξε καθώς ξάπλωσε πίσω. «Είσαι ζωντανός αγάπη», μουρμούρισε. «Υπέροχα ζωντανός». Γέλασε πριν συνεχίσει την απάντησή της. «Αλλά πιο κοντά στον παράδεισο απ’ ό,τι νομίζεις». Και για να αποδείξει τα λεγόμενά της, το χέρι που είχε ελεύθερο γλίστρησε κάτω από το μαξιλάρι και άρπαξε το μαχαίρι που είχε αφήσει. Αλλά το μαχαίρι δεν ήταν πια εκεί. Με κάποιο τρόπο είχε ήδη βρεθεί στο χέρι του παιχνιδιού. Kαι το παιχνίδι δεν ήταν πια περιποιημένο και καθώς πρέπει, στο πρόσωπό του έβλεπες τον εφιάλτη. Πρόλαβε να του ρίξει μόνο μια ματιά προτού η εκτυφλωτική θαμπάδα της λεπίδας του μαχαιριού κατέβει ξανά και ξανά και ξανά… Το δωμάτιο, φυσικά, ήταν ηχομονωμένο και είχε άπλετο χρόνο. Δεν ανακάλυψαν τα απομεινάρια του πτώματος της Τζούλιετ παρά μόνο μετά από αρκετές μέρες. Πίσω στο Λονδίνο, μετά τον τελευταίο μυστηριώδη φόνο που έλαβε χώρα τις πρώτες πρωϊνές ώρες, δεν βρήκαν ποτέ τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη…

Robert Bloch (1917-1994)

Boris Vian (1920-1959)

O Γάλλος μυθιστοριογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, μουσικός της τζαζ, μεταφραστής, χρονικογράφος, ηθοποιός, ζωγράφος, μηχανικός και εφευρέτης Boris Vian υπήρξε ένας απ’ τους πιο πολυσχιδείς ανθρώπους του καιρού του και ένας συγγραφέας που αναγνωρίστηκε από τις επόμενες γενιές ως ένας απ’ τους αγαπημένους των νέων και ως πρόδρομος των πρωτοποριακών τάσεων της Γαλλικής λογοτεχνίας. Παιδί ευκατάστατης οικογένειας που βίωσε μια οικονομική καταστροφή και τη δολοφονία του πατέρα του από διαρρήκτες, ο Vian προσβλήθηκε σε μικρή ηλικία από τυφοειδή πυρετό που του προκάλεσε καρδιακό νόσημα και έμμελε να τον ταλαιπωρήσει στη μετέπειτα σύντομη ζωή του. Μετέφρασε στα γαλλικά κείμενα της αμερικανικής λογοτεχνίας που τότε ήταν ανυπόληπτα από την σοβαρή κριτική, όπως τα αστυνομικά μυθιστορήματα του Raymond Chandler (1888-1959) και οι ιστορίες επιστημονικής φαντασίας του A. E. van Vogt (1912-2000). Ο ίδιος καταπιάστηκε τόσο με το crime fiction (βλέπε το περιβόητο, ακραία ερωτικό Θα φτύσω στους τάφους σας) όσο και με τη λογοτεχνία του φανταστικού, όπου συναντώνται συχνά στοιχεία μαύρου χιούμορ και σουρεαλιστικής σάτιρας. Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα αυτού του σουρεαλιστικού μαύρου χιούμορ βρίσκουμε στο μυθιστόρημα “Και να καθαρίσουμε τους κακομούτσουνους” (Et on tuera tous les affreux), όπου ένας όμορφος αρρενωπός νεαρός, που έχει ορκιστεί στον εαυτό του να παραμείνει παρθένος ως τα είκοσι, πέφτει θύμα ενός παρανοϊκού επιστήμονα που τον αναγκάζει να ζευγαρώσει με ανθρώπινους κλώνους ώστε να εξαφανίσει την ασχήμια από το ανθρώπινο είδος.

…Ανάμεσα στις ομάδες μόλις εμφανίστηκε ένας άνδρας ψηλός, αδύνατος, με ασημένια μαλλιά και φοράει παντελόνι και μεταξωτό άσπρο πουκάμισο. Έρχεται κοντά μας. «Τι κάνετε εδώ;» ρωτάει. «Δεν είναι μέρα εξόδου για σας». Με κοιτάζει πιο προσεκτικά και χαμογελάει με την άκρη των χειλιών. «Α! Είναι ο αγαπητός κύριος Ροκ Μπέιλυ! Χαίρομαι που μας επισκέπτεστε! Σας πήρα για… έναν από τους τροφίμους μου». «Σειρά Σ», λέω. Το χαμόγελό του γίνεται ακόμα πιο έντονο. «Σειρά Σ, ακριβέστατα!» «Ο Μάικ Μπουκάνσκι!» λέω δείχνοντας τον Μάικ. Ο Μάικ υποκλίνεται. Ο άλλος κάνει το ίδιο. «Είμαι ο Μάρκους Σουτς», λέει. Λοιπόν κύριε Μπέιλυ, χαίρομαι με τη σύμπτωση που σας οδήγησε στο σπίτι μου. Γνωρίζετε κιόλας το κτήμα μου στο Σαν Πίντο, νομίζω. Τούτο ‘δω είναι πιο ευχάριστο, είναι πιο ήσυχα εδώ». «Κι εξάλλου, μπορεί κανείς και να εξαφανίσει τους ανθρώπους που παρουσιάζουν κάποιο ελάττωμα στην εμφάνιση», απαντάει ο Μάικ. Σηκώνει το λεπτοκαμωμένο χέρι του για να διαμαρτυρηθεί. «Αυτοκτονούν! Θεωρείται κουσούρι εδω. Τους ανατρέφω με πολύ ειδικές ιδέες. Είναι έτσι μαθημένοι ώστε ακόμα και η ιδέα της ασχήμιας τους φαίνεται φρικτή. Τη μέρα που αντιλαμβάνονται την ατέλειά τους αυτοεξοντώνονται. Καθώς, παρόλα αυτά, είναι πολύ όμορφοι διατηρούμε τα κορμιά μερικές μέρες. Οι κηπουροί τα τακτοποιούν στην είσοδο του κτήματος». «Τα πειράματά σας πάνε καλά;» λέω. «Θέε μου, με είχαν ενοχλήσει λιγάκι τώρα τελευταία. Θα πρέπει να σας ομολογήσω ότι είχα πολλές στεναχώριες με τους γραμματείς μου, τους αδερφούς Πετροσιάν. Ανακάλυψα ότι είχαν οργανώσει ένα μικρό δίκτυο εμπορίου πίσω από την πλάτη μου. Τίποτα σοβαρό, φωτογραφίες εγχειρήσεων. Πήγαινε πολύ καλά νομίζω, αλλά δημιούργησε θόρυβο και τους παρακάλεσα να σταματήσουν». «Έχετε μέθοδο», λέει ο Μάικ. «Έχω εξαιρετικούς σκοπευτές στην ομάδα μου», λέει ο Μάρκους Σουτς.

Boris Vian (1920-1959)

Damon Knight (1922-2002)

Ο Αμερικανός συγγραφέας, κριτικός και ανθολόγος Damon Knight αναγνωρίστηκε ως ένας απ’ τους καλύτερους διηγηματογράφους επιστημονικής φαντασίας της γενιάς του καθώς και για το δυστοπικό μυθιστόρημα Hell’s pavement και για τη συλλογή κριτικών δοκιμίων In Search of Wonder: Essays on Modern Science Fiction, όπου συχνά ασκεί αυστηρή κριτική σε δημοφιλείς και καταξιωμένους συναδέλφους του. Σήμερα, ωστόσο, είναι κυρίως γνωστός για το εξαιρετικό σατιρικό του διήγημα To serve man (1950), το οποίο μεταφέρθηκε με επιτυχία στη μικρή οθόνη ως επεισόδιο της κλασσικής σειράς επιστημονικής φαντασίας Η Ζώνη του Λυκόφωτος (The Twilight Zone), όπου παρωδεί ιστορίες ειρηνικής επίσκεψης εξωγήινων προκειμένου να φέρουν την ειρήνη και την ευημερία στη Γη.

…Οι Καναμίτες ήταν κοντοί και πολύ τριχωτοί, με πυκνό σκληρό καστανόγκριζο τρίχωμα να καλύπτει τα απαίσια παχουλά τους σώματα. Οι μύτες τους ήταν ρυγχοειδής, τα μάτια τους μικροσκοπικά και είχαν χοντρά χέρια με τρία δάχτυλα στο καθένα. Φορούσαν πράσινες δερμάτινες ζώνες και πράσινα κοντά παντελόνια, αλλά νομίζω ότι αυτά ήταν μια παραχώρηση προκειμένου η εμφάνισή τους να συνάδει με τις δικές μας αντιλήψεις περί δημόσιας αξιοπρέπειας. Τα ενδύματα ήταν αρκετά μοντέρνα, με τσεπάκια και ζωνούλες στο πίσω μέρος. Οι Καναμίτες είχαν σίγουρα αίσθηση του χιούμορ. Τρεις απ’ αυτούς βρίσκονταν σ’ εκείνη τη συνεδρία του Ο.Η.Ε. και, Θέε και Κύριε, δεν μπορώ να σας πω πόσο παράξενο φαινόταν να τους βλέπεις εκεί στο κέντρο μιας επίσημης συνόδου ολομέλειας- τρία χοντρά γουρουνόμορφα πλάσματα με πράσινες ζώνες και παντελονάκια, να κάθονται στο μακρύ τραπέζι κάτω από το βάθρο, περιστοιχιζόμενα από τους στριμωγμένους σε τοξοειδείς σχηματισμούς εκπροσώπους από κάθε έθνος.

…«Δεν είναι αλτρουιστές», είπε. Προσπάθησα να λογομαχήσω μαζί του. Eπισήμανα ότι έκαναν τη Γη παράδεισο σε σχέση με αυτό που ήταν πριν. Κούνησε απλά το κεφάλι του. Τότε είπα: «Και τι έχεις να πεις για εκείνους τους ανιχνευτές ψεύδους;» «Φάρσα», απάντησε χωρίς θέρμη. «Το είχα πει τότε, ανόητε. Είπαν την αλήθεια, όσο τους έπαιρνε». «Και το βιβλίο;» απάντησα ενοχλημένος. «Τι έχεις να πεις για το “How to serve man”; Αυτό δεν προοριζόταν για να το διαβάσεις. Το εννοούν. Πώς το εξηγείς αυτό;» «Έχω διαβάσει την πρώτη παράγραφο αυτού του βιβλίου», είπε. «Γιατί νομίζεις δεν κοιμήθηκα μια βδομάδα;» «Λοιπόν;» είπα και σχημάτισε ένα περίεργο, διεστραμμένο χαμόγελο. «Είναι βιβλίο μαγειρικής», είπε.

Damon Knight (1922-2002)

Kurt Vonnegut (1922-2007)

Ο Αμερικανός συγγραφέας, δοκιμιογράφος, θεατρικός συγγραφέας και εικονογράφος Kurt Vonnegut έμεινε γνωστός για τα μυθιστορήματά του που συνδυάζουν τη σάτιρα, τη μαύρη κωμωδία και την επιστημονική φαντασία. Πολέμησε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, βίωσε από κοντά τη φρίκη του ανελέητου βομβαρδισμού της Δρέσδης- όπου βρήκαν τον θάνατο πολλοί άμαχοι- ως αιχμάλωτος των Γερμανών και κατάφερε να γλιτώσει βρίσκοντας καταφύγιο σε ένα σφαγείο. Αυτή η φρικτή εμπειρία τον ενέπνευσε να γράψει το γνωστότερο έργο του Σφαγείο Νούμερο 5 (Slaughterhouse-Five), ένα σατιρικό αντιπολεμικό μυθιστόρημα όπου ένας νεαρός αιχμάλωτος ταξιδεύει στο χρόνο και πέφτει θύμα απαγωγής από εξωγήινους. Με την πάροδο του χρόνου αναγνωρίστηκε ως ένας σημαντικός συγγραφέας για την οξύτατη κριτική του σε κάθε είδους αυταρχικό σύστημα, την ανθρωπιστική του προσέγγιση και το καυστικό του χιούμορ. Σε μια απ’ τις τελευταίες του συνεντεύξεις το 2006 είπε χαριτολογώντας ότι θα μηνούσε την εταιρεία τσιγάρων Pall Mall για παραπλανητική διαφήμιση, καθώς στα πακέτα υποσχόταν ότι ο καπνός σκοτώνει κι εκείνος κάπνιζε από παιδί και πλέον ήταν ογδόντα τριών χρονών. Ενδεικτικό της ιδιόμορφης σάτιράς του είναι το δεύτερο μυθιστόρημά του The Sirens of Titan (1959), όπου η διακωμώδηση των στερεοτυπικών ιστοριών επιδρομής εξωγήινων στη Γη συνδυάζεται με την καυστική κοινωνικοπολιτική κριτική και τον υπαρξιακό στοχασμό.

…Ένας μοναχικός και σοβαρά καψαλισμένος άντρας που άκουγε στο όνομα Κρίσνα Γκαρού, επιτέθηκε σ’ ολόκληρη την Ινδία με μια δίκαννη καραμπίνα. Παρά το γεγονός ότι δεν είχε κανέναν να τον τηλεκατευθύνει, δεν παραδόθηκε ώσπου έσκασε το όπλο του. Η μοναδική στρατιωτική επιτυχία των Αρειανών ήταν η κατάληψη μιας κρεαταγοράς στη Βασιλεία της Ελβετίας, από δεκαεπτά Χιονοδρόμους Αλεξιπτωτιστές Πεζοναύτες. Σ’ όλα τα άλλα μέρη οι Αρειανοί αποδεκατίστηκαν πριν καλά-καλά προλάβουν να ξεμυτίσουν. Ο αποδεκατισμός αυτός έγινε τόσο από ερασιτέχνες όσο και από επαγγελματίες. Στη μάχη του Μπόκα Ρέητον, στη Φλόριντα των ΗΠΑ, για παράδειγμα, η κα Λάιμαν Ρ. Πέτερσον πυροβόλησε τέσσερα μέλη των Αρειανών Δυνάμεων Καταδρομών με την εικοσιδυάρα καραμπίνα του γιου της. Τους έριχνε κάτω έναν-έναν καθώς έβγαιναν από το διαστημόπλοιό τους που είχε προσγειωθεί στην πίσω αυλή της. Παρασημοφορήθηκε μεταθανάτια με το Μετάλλιο Τιμής του Κονγκρέσου.

…Η πρόθεση του Ράμφουρτ ήταν να χάσει ο Άρης τον πόλεμο- να τον χάσει γελοία και φρικτά. Σαν γνώστης του μέλλοντος, ο Ράμφουρτ γνώριζε με βεβαιότητα ότι αυτό θα συνέβαινε- και ήταν ευχαριστημένος. Επιθυμούσε να αλλάξει τον κόσμο προς το καλύτερο χάρη στη μεγάλη και αξέχαστη αυτοκτονία του Άρη. Όπως λέει και στη Σύντομη Ιστορία του Άρη: «Όποιος θέλει να αλλάξει τον κόσμο με ουσιαστικό τρόπο πρέπει να διαθέτει προσωπική γοητεία, καλοπροαίρετη προθυμία να χύσει το αίμα των άλλων και μια πειστική νέα θρησκεία για να την εισάγει στο σύντομο διάστημα των τύψεων και της φρίκης που ακολουθεί συνήθως τις αιματοχυσίες.

Kurt Vonnegut (1922-2007)

Robert Sheckley (1928-2005)

Ο Αμερικανός συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας Robert Sheckley έμεινε γνωστός για τα διηγήματα και τα μυθιστορήματά του που συνδύαζαν πλούσια φαντασία και έξυπνη κοινωνική σάτιρα, όπως τα Immortality Delivered και Seventh Victim που μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο. Από πολλούς θεωρείται πρόδρομος του Douglas Adams (1952-2001) και πηγή έμπνευσης για το χιουμοριστικό μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας του τελευταίου Γυρίστε τον γαλαξία με ωτοστόπ. Ένα παράδειγμα της δουλειάς του αποτελεί η συλλογή διηγημάτων Can You Feel Anything When I Do This? (1971) από όπου προέρχεται και η ομώνυμη ιστορία στην οποία μια ρομποτική οικιακή συσκευή του μέλλοντος ερωτεύεται δίχως ανταπόκριση την ιδιοκτήτριά του.

…«Όλα άρχισαν πριν από τρεις μήνες», απάντησε ο Ρομ. «Ήταν Πέμπτη. Ήσουν στου Στερν και προσπαθούσες να αποφασίσεις αν θ’ αγόραζες μια τοστιέρα σουσαμιού που άναβε φως στο σκοτάδι και απήγγειλε ποιήματα». «Την θυμάμαι εκείνη την μέρα», είπε αυτή ήρεμα. «Δεν αγόρασα την τοστιέρα κι ακόμη το μετανιώνω». «Εγώ στεκόμουν δίπλα», είπε ο Ρομ. «Ήμουν πάνω στο ράφι έντεκα, στο τμήμα Οικιακών Σκευών και Συστημάτων. Σε κοίταζα και σε ερωτεύτηκα. Έτσι απλά». «Μα αυτό είναι τρελό», είπε η Μελισσάνθη. «Για ν’ ακριβολογούμε, ναι! Αλλά έτσι ένιωθα. Τρελά! Είπα λοιπόν στον εαυτό μου ότι δεν μπορεί να ‘ναι αλήθεια. Αρνήθηκα να το πιστέψω. Σκέφτηκα ότι κάποιο από τα κυκλώματά μου ίσως είχε βραχυκυκλώσει ή ότι μπορεί να ‘φταιγε ο καιρός. Ήταν πολύ ζεστή και υγρή μέρα, απ’ αυτές που φέρνουν την κόλαση στις καλωδιώσεις μου». «Θυμάμαι τον καιρό», είπε η Μελισσάνθη. «Κι εγώ ένιωθα παράξενα».

…«Πρέπει να κάνουμε σχέδια. Η απόδρασή μου από του Στερν θα αποκαλυφθεί. Πρέπει να με κρύψεις ή να μ’ αγοράσεις. Δεν χρειάζεσαι πλέον τον άντρα σου τον Φρανκ· η δική του αγάπη βρίσκεται κάπου αλλού, και η καλή του τύχη. Έτσι, τώρα μπορούμε να κανονίσουμε τα δικά μας, Μελισσάνθη!» Αυτή είχε αρχίσει ήδη να περιστρέφεαι γύρω του. «Αγάπη μου, τι συμβαίνει;» Είχε βάλει το χέρι της στον διακόπτη του. Ο Ρομ περίμενε υπομονετικά, χωρίς να υπερασπίζεται τον εαυτό του. «Μελισσάνθη, γλυκιά μου, στάσου μια στιγμή κι άκουσέ με!» Το όμορφο πρόσωπό της σφίχτηκε. Τράβηξε το καλώδιο του ρεύματος με μανία, σταματώντας κάθε λειτουργία στο εσωτερικό του Ρομ· με λίγα λόγια τον σκότωσε. Κρατούσε ακόμη το καλώδιο στο χέρι της και τα μάτια της έλαμπαν άγρια. «Μπάσταρδε, σιχαμερέ μπάσταρδε, νόμιζες ότι θα μ’ έκανες μια διαολεμένη μηχανοερωμένη; Νόμιζες μπορούσες να με ικανοποιήσεις, ε, εσύ ή οποιοσδήποτε άλλος; Αυτό δεν πρόκειται να γίνει ούτε από σένα, ούτε από τον Φρανκ, ούτε από κανένα. Προτιμώ να πεθάνω παρά να δεχτώ την σάπια αγάπη σου· όταν θα θέλω εγώ, θα διαλέξω τον τόπο, τον χρόνο και το άτομο, και θα τον κάνω δικό μου, ούτε δικό σου ούτε αυτού ή αυτών, αλλά δικό μου, μ’ ακούς;»

Robert Sheckley (1928-2005)

Douglas Adams (1952-2001)

Ο Άγγλος μυθιστοριογράφος, σεναριογράφος και θεατρικός συγγραφέας Douglas Adams είναι γνωστός για τα κωμικά του μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας και κυρίως για το δημοφιλές The Hitchhiker’s Guide to the Galaxy (Γυρίστε το Γαλαξία με Ωτοστόπ) που πρωτοπαρουσιάστηκε ως ραδιοφωνικό έργο το 1978 στο BBC και αφού εκδόθηκε ακολουθήθηκε από άλλα τέσσερα βιβλία-συνέχειες. Είναι επίσης γνωστός ως σεναριογράφος της βρετανικής σειράς επιστημονικής φαντασίας Doctor Who, καθώς και για τις περιστασιακές του συνεργασίες με τους Monty Python. Ενδεικτικό της δημοφιλίας του ως συγγραφέα είναι ότι μετά τον πρόωρο θάνατό του οι οπαδοί του τού αποτίουν φόρο τιμής γιορτάζοντας κάθε χρόνο στις 25 Μαΐου την “Hμέρα της πετσέτας”- γιατί η πετσέτα είναι το πιο απαραίτητο εξάρτημα αυτού που κάνει οτοστόπ, όπως αναφέρεται στο Γυρίστε τον γαλαξία με ωτοστόπ. Η σατιρική γραφή του είναι πρωτότυπη, γεμάτη ασυνήθιστες παρομοιώσεις, πνευματώδεις διαλόγους και συχνή παραβίαση των γραμματικών κανόνων.

…Η βογκονική ποίηση είν’ η τρίτη χειρότερη ποίηση στο Σύμπαν. Η δεύτερη χειρότερη είν’ η ποίηση των Αζγότθων της Κρία. Κατα τη διάρκεια μιας απαγγελίας από τον Αρχιποιητή τους, Γκρούνθο τον Πεφουσκωμένο, του ποιήματος του, “Ωδή Σ’ Ένα Μικρό Σβόλο Στόκου Που Βρήκα Στη Μασχάλη Μου Ένα Πρωΐ Του Μεσοκαλόκαιρου”, τέσσερις από το ακροατήριο πέθαναν από εσωτερική αιμορραγία κι ο Πρόεδρος του Μεσογαλακτικού Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου επέζησε έχοντας φάει ένα μόνο πόδι του. Ο Γκρούνθος λέγεται πως “απογοητεύτηκε” από την αποδοχή που ‘χε το ποίημά του κι ήταν έτοιμος ν’ αρχίσει το διάβασμα του δωδεκάτομου επικού του ποιήματος με τίτλο “Οι Αγαπημένες Μου Γαργάρες Του Λουτρού”, όταν το παχύ του έντερο, σε μιαν απελπισμένη προσπάθεια να σώσει τη ζωή και τον πολιτισμό, όρμησε πάνω, μες από το λαιμό του και του στραγγάλισε το μυαλό. Η χειρότερη ποίηση στο Σύμπαν χάθηκε μαζί με τη δημιουργό της, τη Πώλα Νάνσυ Μίλστοουν Τζένιγκς από το Γκρήνμπριτζ του Έσεξ, στην Αγγλία, όταν καταστράφηκεν η Γη.

…Ο Βόγκον άρχισε να διαβάζει ένα βρωμερό απόσπασμα που ‘χε γράψει μόνος του. «Ω μαιανδρωδική γρυλλιστοσάλπιγγα…» άρχισε. Τον Φορντ τονε πιάσανε σπασμοί -ήτανε χειρότερο απ’ όσο περίμενε. …«οι συχνοουρίες σου είναι για μένα σαν πλιατσικολογημένες αμφικλινερυθροκηλίδες σ’ αλλλεργικά πετούμενα». «Ααααααααααααααααργγγγγγγκκκχχχχχχχχχχχχχχχχχ!» φώναξε ο Φορντ Έσκορτ, τινάζοντας πίσω το κεφάλι του που βούιζε από τους πόνους. Αμυδρά είδε δίπλα του τον ‘Αρθουρ να χτυπιέται στη καρέκλα του. Έσφιξε τα δόντια του. «Επιψηλάφησε σ’ εκλιπαρώ», συνέχισε ο αμείλικτος Βόγκον, «τις πηγαδιαστές μου τορνευτοδρομάδες». Η φωνή του υψωνότανε σ’ ένα τρομερό τόνο ένθερμης οξύτητας. «Και βραχνοκρώζοντας σούρε με με ζαρωμένες κληματσίδες! Ή θα σε συντρίψω στις ροχαλιασμένες κρεατοελιές με το θολοσπυροθρυμματιστή μου, σοβαρολογώ!» «Νννννννννννιιιιιιιιιιααααααααρρρρργγγγγγκκκκκκκκκκχχχχχχ!» ούρλιαξε ο Φορντ Έσκορτ μ’ ένα τελευταίο σπασμό, καθώς η ηλεκτρονική εξύψωση του τελευταίου στίχου τονε βρήκε κατακούτελα. Έμειν’ ακίνητος, εξουθενωμένος. Ο ‘Αρθουρ είχε παραλύσει. «Και τώρα Γήινοι…» είπε ο Βόγκον (δεν ήξερε πως στη πραγματικότητα ο Φορντ Έσκορτ ήταν από ένα μικρό πλανήτη στα περίχωρα του Μπετελγέζ, αλλά και να το ‘ξερε δε θα τον ένοιαζε), «η εκλογή είναι δική σας! Θα πεθάνετε στο κενό του Διαστήματος ή…» σταμάτησε για να δώσει μελοδραματική εντύπωση στα λόγια του, «…θα μου πείτε πόσο καλό ήτανε το ποίημά μου, κατά τη γνώμη σας!» Έπεσε σε μια τεράστια δερμάτινη πολυθρόνα σε σχήμα νυχτερίδας και τους κοίταξε.

Douglas Adams (1952-2001)

Πηγές

Bierce, A. (2010), Λέσχη γονεοκτόνων, εκδ. Άγρα, μετάφραση: Σταύρος Παπασταύρου
Μαστακούρης, Θ. (2016), Κλασσικές ιστορίες τρόμου απ’ όλο τον κόσμο, εκδ. Αίολος, Αθήνα
Breton, Α. (1996), Ανθολογία του μαύρου χιούμορ, εκδ. Αιγόκερως, Αθήνα, μετάφραση: Γιάννης Βαρβέρης
Πανώριος, Μ. (1990), Ερωτικές ιστορίες επιστημονικής φαντασίας, εκδ. Κομήτης, Αθήνα, μετάφραση: Τάκης Αλεπάκος
Thomson, F. (1984), Το γκροτέσκο, εκδ. Ερμής, Αθήνα, μετάφραση: Ιουλία Ράλλη, Καίτη Χατζηδήμου
weirdtalesmagazineonline
peri-grafis.net
perrylocal.org
oanagnostis.gr
respublica.gr
kupdf.net
gnomikologikon.gr
crimereads.com
best-sci-fi-books.com
books.google.gr
tvtropes.org

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά