Όταν ήταν παιδί μικρό

πήγαινε στο λιμάνι να ελευθερώνει τις βάρκες

κι έπειτα περίμενε εκεί να τις βλέπει να ταξιδεύουν

όσο πιο μακριά

φυσώντας ξοπίσω τους με τα δυο του χείλη

Κάποιο πρωινό παράτησε την ψυχή του

ν’ αγναντεύει τα κύματα

λυπόταν τις ημέρες εκείνες που γιόρταζαν οι ψιχάλες

μα επέμενε

έστεκε εκεί και παρηγοριόταν μ’ ένα άδειο φύλλο χαρτί

σημαδεμένο από περίσσιες εμμονές και ψέματα

Οργισμένος από την αδυναμία του να νιώθει πως υπάρχει

βυθίστηκε στον καθρέφτη των λέξεων που δεν θέλουν φωνή

ντύθηκε Ποιητής, πράος και άγνωστος

δίχως να ξέρει γιατί σώπαινε τις νύχτες

ούτε γιατί άφηνε να τον παρασύρει η νοσταλγία

Και μέσα από τις μέρες και τις νύχτες μοναξιάς

ακολούθησε τον δρόμο που φοβόταν

Παρουσιάστηκε,

στην μοναξιά που ονειρευόταν ο λογισμός του,

μια πινελιά από σκοτάδι και φως σε σώμα αγνό, να τον ταράξει

και τα μάτια του ‘σβήσαν

και οι ήχοι κοπάσαν

Την είδε να χαϊδεύει με τα δάχτυλα τον άνεμο

ν’ αφήνει το στίγμα της σ’ ήχους

στα λουλούδια

στην αύρα

και να χορεύει

μ’ ένα ίσκιο χαρούμενο να την ζώνει

κι ένα τραγούδι παιδικό να την κάνει να γελά

Τις Κυριακές τον ταξίδευε η φωνή της

το σώμα του έβγαζε πανιά

και ανοιγόταν στο πέλαγος των λέξεων

δροσιζόταν απ’ τα όνειρα των πλοίων

και καιγόταν απ’ τους πόθους που του ξυπνούσε η ανάσα της

Για να βρεθούν, έσταζε σαν κερί κάθε βράδυ απ’ το Φεγγάρι

κυλούσε φωτεινά στ’ άδεια της χέρια

κι έδινε στο βλέμμα της μια λάμψη πρωτόγνωρη

θαρρείς πως μέσα τους άνθιζε η Αυγή

Τις ώρες που εκείνη ζωγράφιζε στα χείλη τους χαμόγελα

τούτος δάκρυζε μελάνι στα μάγουλα του

χαρίζοντας της λυπημένα στιχάκια

πλασμένα απ’ την πνοή εκείνων  που ευτυχισμένοι πεθαίνουν

Δεν ομολογούσε πουθενά το φόβο για τα οράματα

που του στοίχειωναν το παρελθόν

άδικα προσποιούνταν πως θα γιατρέψει τις σκέψεις

συνεχώς σκάλιζε τις πληγές στα μάτια του

κι οι εικόνες λέρωναν ολοένα το κορμί του με αστέρια

μα ούτε ευχές είχαν για την Μοίρα του ούτε φως

την ζωή που επέλεξε  την χρωστούσε στην θάλασσα

κι ήταν ταμένο να ταξιδέψει με τα πλοία που αποχαιρετούσε

Έφτανε η μέρα του χιονιού

όταν θ’ αποκτούσε την ελευθερία του

τότε που η όμορφη Νεράιδα του γέμισε την χούφτα με μαγεία

μεταμορφώνοντας τον και πάλι σε ότι ήταν

λιώνοντας για πάντα την λαχτάρα του να μεγαλώσει

Κι ο Ποιητής έφυγε μαζί της προς την χώρα των Αγγέλων

ένα παιδί τους κοιτούσε απ’ το λιμάνι

κουνώντας τα χέρια του ψηλά χαμογελώντας

Και δεν ένιωθε ακόμη το πόσο κουρασμένο ήταν

μονάχα καταλάβαινε πως πέρασε ένα πελώριο ταξίδι…

Cover pic: The Snow Queen by RozennIllian

προτεινουμε επίσης

1 comment

Τζωρτζίνα Κουριαντάκη 8 Αύγουστος 2018 - 10:45 ΜΜ

Υπέροχο όπως και όσα δικά σας έχει τύχει να διαβάσω.

Reply

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά