Το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας και ο θρύλος του Λυκάνθρωπου

by Γιώτα Χουλιάρα

«Γιαγιά, τι μεγάλα δόντια που έχεις!»
«Για να σε φάω καλύτερα».
Και λέγοντας αυτές τις λέξεις, ο πονηρός λύκος όρμηξε στην Κοκκινοσκουφίτσα και την έφαγε ολόκληρη.

“Η Κοκκινοσκουφίτσα” – Το τέλος της ιστορίας από τη συλλογή του Σαρλ Περρώ

Όταν το φεγγάρι γέμιζε και φώτιζε με την ασημένια λάμψη του το σκοτεινό ουρανό, μετατρέποντας τις νύχτες σε λαμπερές μαγικές ώρες, σύμφωνα με τους μύθους, τους θρύλους και τις παραδόσεις, έβγαιναν οι λυκάνθρωποι.
Ο λυκάνθρωπος, σύμφωνα με τη λαογραφία, ήταν ο άνθρωπος που, εξαιτίας δαγκώματος από άγριο λύκο ή από άλλον λυκάνθρωπο, ήταν καταραμένος να μεταμορφώνεται σε ένα θηρίο, κάτι μεταξύ ανθρώπου και λύκου, όταν στον ουράνιο θόλο είχε πανσέληνο. Η παράδοση ήθελε τους λυκάνθρωπους ιδιαίτερα ρωμαλέους και γρήγορους στην κίνηση, ώστε μόνο μια σφαίρα από ασήμι ήταν το όπλο που μπορούσε να τους σταματήσει.

Big Bad Wolf... by kyla79.deviantart.com on @deviantART
Big Bad Wolf by kyla79 on @deviantART

Οι ιστορίες με λυκάνθρωπους, οι οποίες στις μέρες μας αντιμετωπίζονται ως αποτέλεσμα των δεισιδαιμονιών των αγροτικών κοινωνιών του Μεσαίωνα, αποτελούν ευρέως διαδεδομένη αντίληψη της ευρωπαϊκής λαογραφίας, που τη συναντάμε σε διάφορες παραλλαγές και σχετίζονται άμεσα με την κοινή ανάπτυξη μιας χριστιανικής ερμηνείας των υποκείμενων της αγροτικής λαογραφίας και κουλτούρας της προ-χριστιανικής Ευρώπης. Με την αποικιοκρατία στις ΗΠΑ, οι σχετικές πεποιθήσεις, όπως και όλες οι ιστορίες, οι μύθοι, οι θρύλοι και παραδόσεις, εξαπλώθηκαν και στον Νέο Κόσμο.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η λυκανθρωπία και οι θρύλοι που γεννήθηκαν μέσα από τις ιστορίες των αγροτικών κοινωνιών πέρασαν και στα παραμύθια. Πιο χαρακτηριστικό είναι το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας και οι παραλλαγές του.

Μια ενδιαφέρουσα εκδοχή της ιστορίας της Κοκκινοσκουφίτσας παρουσιάζεται στο αμερικανο-καναδικής παραγωγής φιλμ του 2011 με τίτλο «Red Riding Hood» όπου πρωταγωνιστούν η Αμάντα Σάιφρεντ και ο Γκάρυ Όλντμαν. Η ταινία έλαβε αρνητικές κριτικές με τα αμερικάνικα ΜΜΕ να το χαρακτηρίζουν ως μια από τις δέκα χειρότερες ταινίες της συγκεκριμένης χρόνιας. Αυτό βέβαια δεν εμπόδισε την πρωταγωνίστρια να λάμψει στον ρόλο της Βάλερι, ως μια διαφορετική και ξανθιά Κοκκινοσκουφίτσα.

Ανεξάρτητα όμως από την αρνητική αντιμετώπιση κριτικών και σινεφίλ, θα πρέπει να ομολογήσουμε πως το σενάριο του Ντέιβιντ Λέσλι Τζόνσον, γνωστός μας από τη συμμετοχή του ως σεναριογράφος στη τηλεοπτική σειρά-θρύλο «The Walking Dead», είχε ενσωματώσει αρκετά στοιχεία της λαϊκής κουλτούρας της μεσαιωνικής Ευρώπης σχετικά με τους λυκάνθρωπους.

Στη ταινία, η ιστορία εξελίσσεται στο μεσαιωνικό χωριό Ντάγκερχορν. Δεν μας δίνονται πολλές πληροφορίες για το πού ακριβώς βρίσκεται το συγκεκριμένο χωριό, όμως η κινηματογραφική εικόνα και τα υπέροχα πλάνα που πλαισιώνουν τους ήρωες, αφήνουν το θεατή να φανταστεί ότι βρίσκεται κάπου στην κεντρική Ευρώπη, ενδεχομένως στη Γερμανία των Αδερφών Γκριμ, απ΄όπου προέρχονται και οι περισσότερες ιστορίες που σήμερα θεωρούμε ως κλασσικά παραμύθια.

Το χιόνι πέφτει πυκνό στο Ντάγκερχορν, το οποίο βρίσκεται στις παρυφές του βουνού και περιτρυγισμένο από δάση. Το λευκό του τοπίου με την καθαρότητά του έρχεται σε αντίθεση με το σκοτάδι του φόβου που στοιχειώνει τους κατοίκους, οι οποίοι βρίσκονται αντιμέτωποι μ’ έναν αρχέγονο κίνδυνο. Κάθε πανσέληνο κάνει την εμφάνισή του ένας λυκάνθρωπος, στον οποίον προσφέρουν θυσίες ζώων για να καταλαγιάσουν την ορμή του. Όμως ο λυκάνθρωπος καταπατάει τη συμφωνία και κατασπαράζει τη Λούσι, την αδερφή της Βάλερι (Αμάντα Σάιφρεντ).

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο ιερέας του χωριού να καλέσει τον διάσημο κυνηγό μαγισσών, τον Πατέρα Σόλομον (Γκάρι Όλντμαν), να αναλάβει την υπόθεση. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε πως η πίστη στην ύπαρξη των λυκανθρώπων αναπτύχθηκε παράλληλα με την πίστη στις μάγισσες και η καταδίωξή τους αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του «κυνηγιού μαγισσών» που έλαβε χώρα κατά το Μεσαίωνα. Οι αναφορές στις θυσίες των ζώων, τα στοιχεία του κανιβαλισμού και η εξέλιξη της πλοκής κατά τη διάρκεια της χειμερινής πανσελήνου -ας μη λησμονούμε ότι αμέσως μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο, η πρώτη πανσέληνος είναι αυτή του λύκου, σύμφωνα με το σεληνιακό ημερολόγιο των αγροτικών κοινωνιών- αποδεικνύουν ότι η ταινία βασίζεται στις πρώιμες παραλλαγές της ιστορίας της Κοκκινοσκουφίτσας.

H ονομασία ως «Φεγγάρι του Λύκου» (Wolf Moon) προέρχεται από την παράδοση των ιθαγενών Αμερικανών, καθώς κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου φεγγαριού πεινασμένες αγέλες λύκων ούρλιαζαν έξω από τους καταυλισμούς τους. Η σύνδεση του λύκου με την πανσέληνο συναντάται και σε μύθους των Γερμανών και των Καναδών, οι οποίοι συνήθιζαν να δίνουν ξεχωριστά ονόματα σε κάθε πανσέληνο του μήνα για να παρακολουθούν με τον τρόπο αυτό τις εποχές. Το «Φεγγάρι του Λύκου», το οποίο στη ταινία αποτυπώνεται ως η πανσέληνος που ο λυκάνθρωπος καταπατά τη συμφωνία με τους ανθρώπους, συνδέεται άμεσα με τα παραμύθια που έχουν ως πρωταγωνιστή τον λύκο, ιδιαίτερα μ΄αυτό της Κοκκινοσκουφίτσας, παρά το γεγονός ότι η ιστορία, όπως την γνωρίζουμε σήμερα, διαδραματίζεται την άνοιξη και πιθανότητα το μήνα Μάιο.

Η κατάξανθη επίσης πρωταγωνίστρια -αν και έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα που έχουμε σήμερα για την Κοκκινοσκουφίτσα, η οποία παρουσιάζεται ως ένα μικρό κορίτσι με κοντά σκούρα μαλλιά- ουσιαστικά υπηρετεί τις ρίζες της ιστορίας. Σύμφωνα με διάφορες γαλλικές παραλλαγές της ιστορίας, η ηρωίδα είναι φωτεινή, λευκή (Blancette). Στην ταινία, αυτή η φωτεινότητα εκπέμπεται μέσα από τα πλούσια ξανθιά μαλλιά της Αμάντα Σάιφρεντ, τα οποία επίσης αποτελούν και έντονο στοιχείο ερωτισμού, ένα στοιχείο που υπάρχει στην αρχική εκδοχή της ιστορίας. Από την άλλη, ο λύκος, στη προκειμένη περίπτωση στη ταινία ο λυκάνθρωπος, είναι το ζωώδες αρσενικό. Η αθώα Βάλερι (Αμάντα Σάιφρεντ) ενηλικιώνεται απότομα και αφήνει πίσω της τον ρομαντικό κόσμο της παιδικής της αθωότητας όταν πλέον ανακαλύπτει τη πραγματική ταυτότητα του λυκανθρώπου. Το τέλος, αν και εφηβικό happy end, διατηρεί την τρομακτικότητα των αρχικών ιστοριών που δεν είχαν ευτυχισμένη εξέλιξη.

‘Come In, My Child!’ by SummerDreams-Art

Οι ρίζες των θρύλων

«Ο Λύκος, ο λύκος
που ζει μες στα δάση.
Ξεφυτρώνει απ’ τα δέντρα.
Και χυμά στο λιβαδάκι.»

(Λιθουανικό ντάινο – Lithuanian dainos[1])

Στον Μεσαίωνα, που οι δεισιδαιμονίες και η θρησκοληψία ήταν κοινός τόπος, ο λύκος στιγματίστηκε ως δαίμονας και ο μύθος του λυκανθρώπου απέκτησε σατανικές διαστάσεις. Η πίστη σε λυκάνθρωπους αναπτύχθηκε παράλληλα με την πίστη στις μάγισσες, κατά τη διάρκεια του όψιμου Μεσαίωνα και συνδέθηκε άμεσα με το κυνήγι των μαγισσών από την Ιερά Εξέταση.

Από τον 12ο αιώνα κι έπειτα, η ευρωπαϊκή ύπαιθρος υπέφερε από τις νυχτερινές επιθέσεις των λύκων που ζούσαν στα δάση που περιέβαλλαν τις οργανωμένες κοινότητες. Συχνά, οι κάτοικοι έβρισκαν μισοφαγωμένα ανθρώπινα πτώματα στις παρυφές των πόλεων, γεγονός που προκαλούσε τρόμο. Ταυτόχρονα συμμορίες ληστών ή μισθοφόρων εκμεταλλευόμενοι τον τρόμο των κατοίκων ντύνονταν με προβιές λύκων και αρκούδων προκειμένου να κάνουν επιδρομές στις σοδειές. Τα πολλαπλά αυτά περιστατικά δημιούργησαν θρύλους, μύθους και ιστορίες σχετικά με τους λυκάνθρωπους.

The werewolf of Eschenbach, Germany, trapped in a well, 1685 (Many Interesting Facts)

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Πίτερ Σταμπ (Peter Stubbe) από την Κολωνία το 1589. Ο Γερμανός αυτός χωρικός κατηγορήθηκε για βιασμούς και κανιβαλισμό και έμεινε γνωστός ως the Werewolf of Bedburg. Ο ίδιος φέρεται κατά τη σύλληψή του να μην έφερε καθόλου αντίσταση. Αφού τον έβαλαν στον τροχό των βασανιστηρίων, παραδέχτηκε ότι είχε κάνει μια συμφωνία με το διάβολο και ομολόγησε τα εγκλήματα της δολοφονίας, του κανιβαλισμού και του βιασμού. Ισχυρίστηκε ότι είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος των δύο προηγούμενων δεκαετιών σκοτώνοντας παιδιά (συμπεριλαμβανομένου του γιου του) και ζώα, στη συνέχεια τα έτρωγε, ενώ είχε βιάσει κατ’ επανάληψη την αδελφή και την κόρη του. Εκτός από αυτά, είπε ακόμη ότι είχε δολοφονήσει έγκυες γυναίκες και είχε φάει τα έμβρυά τους. Έλεγε ακόμη ότι χάρη στις δυνάμεις που του είχε δώσει ο Διάβολος, μπορούσε να μεταμορφωθεί σε «έναν άπληστο, ισχυρό, δυνατό λύκο με μεγάλα μάτια, που το βράδυ άστραφταν φωτιά, μεγάλο στόμα με κοφτερά δόντια, τεράστιο σώμα και ισχυρά πόδια».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η καταραμένη ζωή και ο θάνατος του Πίτερ Σταμπ

Το κατά πόσο διέπραξε όντως τα εγκλήματα στα οποία αναφέρθηκε ή αν αυτά ήταν αποτέλεσμα ομολογίας εξαιτίας των βασανιστηρίων στα οποία υποβλήθηκε, είναι άγνωστο. Η τιμωρία που του επιβλήθηκε ήταν πολύ σκληρή. Τα μέλη της κοινότητας του αφαίρεσαν το δέρμα του με καυτές τανάλιες. Στη συνέχεια έκοψαν τα χέρια και τα πόδια του και τον αποκεφάλισαν. Οι κάτοικοι αποφάσισαν να εκτελέσουν την κόρη του και την αδερφή του με βίαιο τρόπο, ενώ τα πτώματά τους ρίχτηκαν στη φωτιά. Οι ιστορικοί πιστεύουν ότι η Δίκη του Σταμπ, η οποία έχει μείνει στην ιστορία για την αγριότητά της, στην ουσία είναι μια πολιτική δίκη που έχει να κάνει με την ισορροπία δυνάμεων προτεσταντών και καθολικών. Ο Σταμπ ήταν προτεστάντης και οι κατήγοροί του, που ήταν καθολικοί, επέδειξαν τη μεγαλύτερη δυνατή σκληρότητα που θα μπορούσαν.

Το 1764 στην περιοχή Ζεβοντάν (Gevaudan) στη νοτιο-κεντρική Γαλλία, όπου σήμερα βρίσκεται η επαρχία Λοζέρ (Lozère), έχουμε μια ακόμη καταγεγραμμένη περίπτωση λυκανθρώπου ή υπερφυσικού λύκου, η οποία ενέπνευσε τους αδερφούς Γκριμ σε κάποιες από τις εκδοχές των παραμυθιών που συγκέντρωσαν. Πρόκειται για το «Κτήνος της Ζεβοντάν» ή «Θηρίο της Ζεβοντάν» (La bête du Gévaudan) το οποίο για τρία και πλέον χρόνια τρομοκρατούσε τους κατοίκους των γύρω περιοχών με τις επιθέσεις που επιχειρούσε εναντίον τους, οι οποίες κατά κανόνα είχαν φρικτά αποτελέσματα.

Το κτήνος περιγράφηκε ως ένα λυκόμορφο πλάσμα σε μέγεθος αγελάδας, οι μελετητές όμως ακόμα και σήμερα δεν μπορούν να το ταυτίσουν με κάποιο γνωστό είδος ζώου. Το μυστήριο που καλύπτει τη φύση αυτού του ζώου έχει γίνει έναυσμα κατά καιρούς για μύθους, θρύλους, παραμύθια και διάφορες θεωρίες συνωμοσίας. Ο απόηχός του κρατά μέχρι σήμερα και οι κάτοικοι μιλούν με τρόμο για το ζώο αυτό. Ο τρόπος που σκότωνε τα θύματά του ήταν με το να ξεσκίζει τον λαιμό τους με τα δόντια του. Προτιμούσε να επιτίθεται σε γυναικόπαιδα παρά σε άντρες.

Κατά την περίοδο της δράσης του, οι έντρομοι χωρικοί άλλοτε το θεωρούσαν λυκάνθρωπο, θεϊκή τιμωρία για τις αμαρτίες τους, άλλοτε σατανικό πλάσμα υποχείριο κάποιας μάγισσας, άλλοτε πάλι ως την προσωποποίηση του ίδιου του διαβόλου.

Άλλες θεωρίες υποστηρίζουν ότι επρόκειτο για ένα άγνωστο, στους περισσότερους Ευρωπαίους εκείνης της εποχής, εξωτικό ζώο (όπως ύαινα) που πιθανώς να ξέφυγε από το εκτροφείο κάποιου εκκεντρικού αριστοκράτη. Άλλοι πάλι συγκλίνουν προς την άποψη ότι ήταν ένα υβρίδιο λύκου ή μια τερατογένεση λύκου και σκύλου ή μια τερατογένεση αρκούδας.

Η γαλλική ταινία «Η Αδελφότητα των Λύκων» (Le Pacte des Loups) του 2001 περιγράφει ακριβώς αυτό το γεγονός. Οι συντελεστές της ταινίας μελέτησαν τα χρονικά που αναφέρονται στα γεγονότα και υιοθέτησαν μια από τις πολλές θεωρίες συνωμοσίας: Το τέρας ήταν μια λέαινα εκπαιδευμένη από έναν παρανοϊκό αριστοκράτη και οι επιθέσεις γίνονταν στα πλαίσια άσκησης πολιτικής πίεσης από μια μυστική αδελφότητα προς τη γαλλική κυβέρνηση. Η απόκοσμη εμφάνισή του οφειλόταν σε μια αλλόκοτη πανοπλία με την οποία το είχε ντύσει το αφεντικό του.

Σήμερα πλέον οι ιστορίες έχουν μείνει ως κομμάτι της λογοτεχνίας με μια δόση ρομαντικής χροιάς, καθώς ο λυκάνθρωπος παρουσιάζεται σχεδόν πάντα ερωτευμένος με την πρωταγωνίστρια. Η ιστορία «Le Petit Chaperon Rouge» του Σαρλ Περρώ, την οποία ο Γάλλος ευγενής δημοσίευσε στη συλλογή του με σκοπό να συμβουλέψει τις νεαρές κοπέλες που συνωστίζονταν για μια θέση στη γαλλική αυλή, μπολιάστηκε με πολλαπλά στοιχεία και ανέδειξε σε όλα τους αρχέγονους φόβους που κληρονομήσαμε από τους πρωτόγονους λαούς που αποτέλεσαν τη ρίζα των σημερινών κοινωνιών.

Ενδεχομένως δίπλα μας να υπάρχουν πολλές ηρωίδες, όπως η Κοκκινοσκουφίτσα, που περιμένουν απλά να λιώσουν τα χιόνια για να βγουν στο δάσος και να συναντήσουν τον δικό τους λύκο. Πώς θα εξελιχθεί η συνάντηση, άραγε, μόνο ένα νέο παραμύθι θα μπορούσε να μας πει…

Πηγές

The Medieval Werewolf
The Mythology and Folkore of the Werewolf
«Ο Βιασμός της Κοκκινοσκουφίτσας – Η σκοτεινή όψη των παραμυθιών», Γιώτα Χουλιάρα, Εκδόσεις Άλλωστε


[1] Τα ντάινος είναι λιθουανικά λαϊκά τραγούδια που μεταδόθηκαν προφορικά από γενιά σε γενιά σε μια εποχή προγενέστερη της εισαγωγής του Χριστιανισμού στη Λιθουανία

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά