Το πνεύμα του “Ανθρώπου του Πλήθους”

by Κυριάκος Χαλκόπουλος

Ο “Άνθρωπος του Πλήθους” είναι ένα από τα διηγήματα του Ε.Α. Πόου. Επιφανειακά, πρόκειται για μια παράδοξη ιστορία – το χρονικό μιας περιπλάνησης στο Λονδίνο, αναπάντεχης, και με την διάρκεια μιας ολόκληρης ημέρας. Ο αφηγητής νοιώθει ιδιαίτερα ευχάριστα, καθισμένος μπροστά από το τραπέζι του σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο του κεντρικού Λονδίνου, καθώς διαπιστώνει κάθε στιγμή πως έχουν χαθεί τα σημάδια μιας σοβαρής ασθένειας που τον ταλαιπώρησε. Σε αυτό το κλίμα της ευεξίας και της ικανοποίησης του με την πρόοδο του, αρχίζει να παρατηρεί από το παράθυρο της αίθουσας του ξενοδοχείου στον δρόμο, βλέποντας ένα τεράστιο πλήθος – κάτι συνηθισμένο για την ώρα και για το μέρος· αφού βρίσκεται στο κέντρο της πολυάνθρωπης πόλης.

Σύντομα τον απορροφά η παρατήρηση των διαβατών, για τους οποίους κάνει μια σειρά από κατηγοριοποιήσεις, σύμφωνα με την κοινωνική τους τάξη αλλά και την ηθική τους, καταλήγοντας να βλέπει όλο και πιο καθαρά τα στοιχεία των χαμηλότερων στρωμάτων, και εν συνεχεία των όλο και πιο ανυπόληπτων, των ζητιάνων, των εκδιδόμενων γυναικών, των μικρο-απατεώνων, ώσπου βλέπει μια μορφή που αμέσως του φαίνεται πολύ πιο ζοφερή από κάθε άλλη…

With my brow to the glass, I was thus occupied in scrutinizing the mob, when suddenly there came into view a countenance (that of a decrepid old man, some sixty-five or seventy years of age)- a countenance which at once arrested and absorbed my whole attention, on account of the absolute idiosyncrasy of its expression. Any thing even remotely resembling that expression I had never seen before.

Πρόκειται για έναν γέρο, που ο αφηγητής εξ αρχής υποψιάζεται πως είναι ένα αδίστακτο κακοποιό στοιχείο. Αποφασίζει να τον ακολουθήσει, με στόχο να σχηματίσει μια πιο συγκεκριμένη γνώμη για το άτομο του. Η περιπλάνηση, όμως, δεν φαίνεται να σταματάει πουθενά, αφού ο γέρος μετακινείται από μέρος σε μέρος, αλλάζοντας την συμπεριφορά του – μια συμπεριφορά που «τρεμοπαίζει», άλλοτε είναι διστακτική, υποτονική ή αδιάφορη, και άλλοτε αναπάντεχα έντονη, αφού ο εβδομηντάχρονος εκείνος γέρος αρχίζει να τρέχει σαν δρομέας στην πόλη, και μετά βίας μπορεί να ακολουθήσει τα βήματα του ο πολύ νεώτερος διώκτης του.

In this exercise he spent another hour, at the end of which we met with far less interruption from passengers than at first. The rain fell fast, the air grew cool; and the people were retiring to their homes. With a gesture of impatience, the wanderer passed into a by-street comparatively deserted. Down this, some quarter of a mile long, he rushed with an activity I could not have dreamed of seeing in one so aged, and which put me to much trouble in pursuit.

Στην επιφάνεια, όπως σημειώθηκε ήδη, η ιστορία δείχνει παράδοξη, ή ακόμα και ανούσια· άλλωστε και ο αφηγητής δεν πετυχαίνει απολύτως τίποτα, ενώ έχασε μια ολόκληρη μέρα, δυσχεραίνοντας μάλλον και την εύθραυστη υγεία του. Στο τέλος, ενοχλημένος από την αποτυχία να μάθει κάτι για τον γέρο, πηγαίνει κατά πάνω του – ενώ μέχρι τότε κρυβόταν ώστε να μην τον δει. Μα ούτε και τότε ο γέρος δίνει σημασία. Κάνει ως να μην τον πρόσεξε καθόλου.

Αυτό το στοιχείο, σε συνδυασμό με μερικά άλλα – όπως την εισαγωγική παράγραφο του διηγήματος, επίσης την τελική του πρόταση, αλλά και ενδιάμεσα την αναφορά στο αλκοόλ – επιτρέπουν μια άλλη ανάγνωση αυτού που διαβάσαμε:

Είναι πιθανό ο αφηγητής και ο γέρος να μην είναι όντως δύο άτομα. Ο αφηγητής προέρχεται από σοβαρή ασθένεια, και ίσως να ήταν μια ασθένεια που προξενούσε και παραλήρημα – ή να εμφάνισε και αυτό το στοιχείο, για πρώτη φορά. Ο γέρος να είναι μια οπτασία, που ακολουθεί ο αφηγητής, δίχως να είναι ποτέ δυνατόν να μάθει κάτι, αφού ο γέρος υπάρχει μόνο για εκείνον, και – κυριότερα – υπάρχει μόνο για το λόγο πως δεν επιτρέπεται στον αφηγητή να μάθει αυτό που αναζητά. Όπως περιφέρονται, ανώφελα, στην γιγαντιαία πόλη, έτσι ανώφελη ήταν εξ αρχής και η απόπειρα του ατόμου να ξεπεράσει την ασθένεια του, που μπορεί να συνδεόταν με τον αλκοολισμό – ο γέρος επίσης δείχνει να τρέφει μεγάλο ενδιαφέρον για εκείνο το ποτό, που στο ίδιο το διήγημα προσδιορίζεται ως “ο εχθρός”, μία αναφορά που παραπέμπει σίγουρα στον διάβολο («the fiend»). Ως εχθρός αναγνωρίζεται, πολύ νωρίτερα, ο γέρος (παραλληλίζεται η μορφή του με εκείνη σε γνωστούς πίνακες με θέμα τον διάβολο), ενώ πολύ κομψή – και πολύ σκοτεινή – νομίζω πως είναι μια φράση του Πόου, προς το τέλος του κειμένου αυτού, όταν προλογίζει την αντίδραση στην θέα ενός καταγωγίου όπου πίνουν αλκοόλ – την αντίδραση του ξένου και επικίνδυνου εκείνου ατόμου που ακολουθεί ο αφηγητής:

Μιλώντας για την διάθεση του γέρου, χρησιμοποίησε τον όρο «spirits»· ο οποίος στα Αγγλικά φέρει την σημασία της διάθεσης, αλλά και εκείνη των αλκοολούχων ποτών. Αξίζει να αναφερθεί πως η ακριβής πρόταση του Πόου, «The spirits of the old man again flickered up», μπορεί να εννοηθεί ως λογοπαίγνιο για τα πνεύματα (στον πληθυντικό) που κουβαλά ο γέρος, που τρεμοπαίζουν βέβαια διαδεχόμενα το ένα το άλλο – κατηφής διάθεση, αδυναμία, και μετά ευεξία και πάθος – μα φαίνεται πως παραπέμπει και στην σχέση του γέρου με τον ακόλουθο του στους δρόμους, τον αφηγητή, που ο ίδιος «αναβοσβήνει», μένοντας πότε ο εαυτός του και άλλοτε τρέχοντας πίσω από την οπτασία, ένα άλλο μέρος του εαυτού του.

The spirits of the old man again flickered up, as a lamp which is near its death-hour. Once more he strode onward with elastic tread. Suddenly a corner was turned, a blaze of light burst upon our sight, and we stood before one of the huge suburban temples of Intemperance- one of the palaces of the fiend, Gin.

Διαβάστε ΕΔΩ το διήγημα “THE MAN OF THE CROWD”
του Edgar Allan Poe.

Cover Art: The Man in the Crowd”, an illustration for a 1932 edition of author Edgar Allan Poe’s “The Masque of the Red Death and Other Tales” – artist John Buckland Wright.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά