Το στρίψιμο της βίδας: Γιατί η απόκοσμη ιστορία του Χένρι Τζέιμς εξακολουθεί να εμπνέει διασκευές

by Μαρία Κοσμανίδου

Τίτλος πρωτοτύπου: The Haunting of Bly Manor: why Henry James’s eerie tale still inspires so many adaptations
Σύνταξη: Bethany Layne
Μετάφραση: Μαρία Κοσμανίδου

Η σειρά στο NETFLIX The Haunting of Bly Manor είναι η πρόσφατη προσθήκη σε μια μακρά σειρά διασκευών του The turn of the screw (1898), του Χένρι Τζέιμς, που ξεκίνησε με την όπερα του Benjamin Britten. Από τότε υπήρξαν περισσότερες από 25 άλλες διασκευές. Η διαρκής γοητεία των διασκευών με την “ανεύθυνη μικρή μυθοπλασία” του Τζέιμς, μπορεί να συνοψιστεί με μια λέξη: ασάφεια.

Πρόκειται για την ιστορία μιας νεαρής γκουβερνάντας που υποψιάζεται πως η νεκρή προκάτοχός της, η δεσποινίς Τζέσελ, και ο μακαρίτης υπηρέτης Πίτερ Κουίντ, ασκούν συνεχή επιρροή στα ορφανά Μάιλς και Φλώρα, για τα οποία είναι υπεύθυνη. Αυτή η επιρροή δεν είναι μόνο φασματική, αλλά είναι πιθανό να έχει και σεξουαλική φύση.

Όπως προέβλεψε η εισαγωγή του Τζέιμς “η ιστορία μας… αγκάλιασε” και οι αναγνώστες γρήγορα κατηγοριοποιήθηκαν σε δυο βασικά στρατόπεδα. Οι μεταφυσικοί αναγνώστες επέλεξαν να “πιστέψουν τη γκουβερνάντα” και να πιστέψουν στα φαντάσματα, ενώ οι ψυχολογικοί αναγνώστες υποστήριξαν πως “τα φαντάσματα δεν είναι αληθινά, παρά μονάχα παραισθήσεις της γκουβερνάντας”. Εκείνη με τη σειρά της “είναι μια νευρωτική περίπτωση σεξουαλικών απωθημένων”. Πιθανώς προσποιείται, υποκινούμενη από μια μετουσιωμένη επιθυμία για τον εργοδότη της, το θείο των παιδιών. Την άποψη αυτή ασπάζεται και ο διάσημος Αμερικανός συγγραφέας Edmund Wilson, σε δοκίμιό του το 1934

Ωστόσο ούτε οι μεταφυσικοί, ούτε οι ψυχολογικοί αναγνώστες στάθηκαν ικανοί να κατανοήσουν την ιστορία, της οποίας οι λεπτομέρειες αρνούνται πεισματικά να δικαιολογηθούν. Εάν ο υπάλληλος Κουίντ είναι μια παραίσθηση, πώς μπορεί η οικονόμος να τον αναγνωρίσει από την περιγραφή της γκουβερνάντας; Επίσης, αν έχει μια αυτόνομη ύπαρξη, όπως σημειώνει η ακαδημαϊκός λογοτεχνίας Sheila Teahan, η γκουβερνάντα τον συνδέει με την πράξη της γραφής. Η γκουβερνάντα υποδηλώνει πως ο Κουίντ, είναι τόσο πραγματικός όσο και τα γράμματα που σχηματίζω σε αυτή τη σελίδα, υπονοώντας ότι είναι το δημιουργικό της έργο.

Η νουβέλα του Τζέιμς, συνεπώς, απαιτεί μια τρίτη προσέγγιση και ένα από τα καλύτερα παραδείγματα είναι το “Turning the screw of interpretation” (1977), της κριτικού λογοτεχνίας Shoshana Felman. Αντί να προσπαθήσει να εκφοβίσει μέσω της συνέπειας την ιστορία, αναγνωρίζει πως η ασάφεια είναι θεμελιώδης για την επίδρασή της σε αυτή την ανάγνωση.

Έχοντας αυτό κατά νου, η γοητεία του “The Turn of the screw” σε όσους έχουν επιχειρήσει ή σκέφτονται να επιχειρήσουν διασκευές, μπορεί να φαίνεται σαν κάτι παράδοξο. Πώς μπορεί η αντικειμενική πραγματικότητα των φαντασμάτων να παραμείνει αβέβαιη, όταν τα βλέπουμε να περπατούν, να μιλούν -και στην περίπτωση του Britten- να τραγουδούν μια όπερα 12 τόνων; Ωστόσο, όλοι τους έχουν χρησιμοποιήσει ένα εύρος καινοτόμων στρατηγικών για να διατηρήσουν την ασάφεια του κειμένου. Ο όρος μπορεί να προσδιοριστεί εποικοδομητικά υπό ένα κινηματογραφικό πλαίσιο, όπως έχει επιχειρήσει ο Alexander Mackendrick, όχι ως “έλλειψη σαφήνειας”, αλλά ως αντίθεση μεταξύ “εναλλακτικών εννοιών”, όπου κάθε μια από αυτές είναι σαφής.

Ασάφεια στην οθόνη

Ο σκηνοθέτης Jack Clayton προσέλαβε τον Stanley Kubrick για να ξαναδουλέψει το αρχικό σενάριο του “The innocents” (1961) με μια σαφή εντολή: να μεγιστοποιήσει την ασάφεια της ιστορίας. Στην ταινία που προέκυψε, η σκηνή στη λίμνη προσφέρει τουλάχιστον δυο εναλλακτικές έννοιες για την εμφάνιση της κυρίας Τζέσελ.

Βλέπουμε ότι η γκουβερνάντα (Deborah Kerr), αντιδρά σε μια φιγούρα που στέκεται ανάμεσα στις καλαμιές, μα μερικά καρέ αργότερα η Τζέσελ εξαφανίζεται. Έχει εμφανιστεί και μετά εξαφανίζεται ή απλώς η γκουβερνάντα τη φαντάστηκε; Το προβληματισμένο πρόσωπο της Φλώρας είναι ασαφές, αντιδρά τόσο στη σύγχυση της γκουβερνάντας όσο και σε κάθε εμφάνιση.

Σε μια έμμεση διασκευή στο “The others” (2001), ο δημιουργός Alejandro Amenábar παίρνει μια καινοτόμα στάση για την πραγματικότητα των φαντασμάτων. Παγιδευμένη σε ένα απομονωμένο σπίτι, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Grace (Nicole Kidman), μια πιστή καθολική, αντιστέκεται στους ισχυρισμούς των παιδιών της πως ακούνε φαντάσματα. Τελικά, αποκαλύπτεται πως στην πραγματικότητα ακούνε τους νέους ιδιοκτήτες και πως τα παιδιά και η μητέρα τους είναι τα φαντάσματα. Στο τέλος μαθαίνουμε πως κυριευμένη από τη θλίψη για τον θάνατο του συζύγου της, η Grace έπνιξε τα παιδιά της πριν αυτοπυροβοληθεί.

Το “The others” συνδυάζει μεταφυσικές και ψυχολογικές αναγνώσεις από την ίδια την πηγή του. Τα φαντάσματα, κατά μια έννοια, είναι “αληθινά” (αν και όχι σε αυτό που οδηγηθήκαμε να πιστέψουμε), ενώ ταυτόχρονα η φιγούρα της “γκουβερνάντας”, όπως και εκείνη της Grace, καθορίστηκε επίσης ως αναξιόπιστη.

Στη διασκευή του Tim Fywell για το BBC το 2000, η γκουβερνάντα (Michelle Dockery), είναι μια ασθενής σ’ ένα ψυχιατρείο, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σ’ ένα αφηγηματικό πλαίσιο το οποίο καλεί τους θεατές να αμφισβητήσουν την ορθότητα της μαρτυρίας της. Ωστόσο, όταν μετά την εμπλοκή της στον θάνατο του Μάιλς μεταφέρεται μ’ ένα βανάκι φυλακής για να εκτελεστεί, η ψυχολόγος της έχει για λίγο την παραίσθηση πως ο φρουρός είναι ο Πίτερ Κουίντ. Τέτοιες λεπτομέρειες με άφησαν να αναρωτιέμαι, όπως ακριβώς και η ψυχολόγος, για το αν η γκουβερνάντα ήταν πράγματι ένοχη ή αποσιωπήθηκε πρόωρα και αμετάκλητα.

Σ’ ένα απόσπασμα από το The Haunting of Bly Manor επαναλαμβάνεται το απόκοσμο τραγούδι O Willow Waly, από το The innocents, αποτίοντας φόρο τιμής σε αυτή τη θεμελιώδη διασκευή. Η στροφή “ξαπλώνουμε η αγάπη μου κι εγώ κάτω από την ιτιά που κλαίει”, που τραγουδιέται στο πρίμα της Φλώρας (Amelia Bea Smith), συλλαμβάνει ανατριχιαστικά την εμμονή της νουβέλας με την παιδική αθωότητα που εκτίθεται στη σεξουαλικότητα των ενηλίκων. Σε πολλές από τις διασκευές, αυτά τα ρίγη επιδεινώνονται από την αδυναμία μας να εμπιστευτούμε πλήρως αυτό που βλέπουμε, δημιουργώντας ερωτήματα που συνεχίζουν να γυρίζουν τον τροχό της διασκευής.

Είναι πολύ πιθανό να δούμε πολλές περισσότερες μεταφορές στην οθόνης και ακόμα περισσότερες λογοτεχνικές οικειοποιήσεις, σαν αυτές που πραγματεύομαι στο βιβλίο μου, όπου το  A Jealous Ghost (2005) της An Wilson και το  Florence and Giles (2010) του John Harding αποτελούν παραδείγματα. Οι θεατές και οι αναγνώστες θα συνεχίσουν να βρίσκουν αυτό που η Virginia Woolf ανακάλυψε το 1921: πως αυτή είναι μια ιστορία που “μπορεί ακόμα να μας κάνει να φοβόμαστε το σκοτάδι”.

Αν ακόμα δεν έχετε διαβάσει την κλασική αυτή νουβέλα, προτείνουμε την παρακάτω έκδοση από τις εκδόσεις Οξύ, σε μετάφραση Θάνου Καραγιαννόπουλου:

Το στρίψιμο της βίδας
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: HENRY JAMES
ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΣ: ΘΑΝΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΣΕΛΙΔΕΣ: 192
ΗΜ/ΝΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ: 2/1/2016
ISBN 978-960-436-403-9

Το Στρίψιμο της βίδας πρωτοεκδόθηκε το 1898. Πρόκειται για την ιστορία μιας νεαρής γκουβερνάντας που αναλαμβάνει τη φροντίδα δύο ορφανών, της Φλόρας και του Μάιλς, σ’ ένα επιβλητικό σπίτι στην αγγλική εξοχή. Η προσωπικότητα των παιδιών την σαγηνεύει, ώσπου αντιλαμβάνεται μεταφυσικές παρουσίες που τα παρακολουθούν και τα καλούν κοντά τους. Από αυτό το σημείο, παρακολουθούμε την αγωνιώδη πάλη της να προστατέψει τη Φλόρα και τον Μάιλς από το κακό που τα παραμονεύει και να διαφυλάξει την παιδική τους αθωότητα. Ή μήπως είναι όλα προϊόν της παράνοιάς της;

Ο Τζέιμς παίζει διαρκώς με το διφορούμενο και όλη η αφήγηση ακροβατεί μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Είναι λες και ο συγγραφέας διασκεδάζει αφήνοντας τον αναγνώστη να αποφασίσει. Πάντως η διατήρηση του σασπένς μέχρι τέλους είναι αριστοτεχνική, δίνοντάς μας ένα γνήσιο ψυχολογικό θρίλερ που άσκησε τεράστια επίδραση στη λογοτεχνία, στο θέατρο και στον κινηματογράφο.

Πηγή: theconversation.com
Cover art: Carolyn Arcabascio, Illustration The Seattle Stranger

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά