Το τέρας του Φρανκενστάιν: πιο άνθρωπος από τους ανθρώπους

by Φεβρωνία Κουτελίδα

Το τέρας του Φρανκενστάιν, ή αλλιώς ο Σύγχρονος Προμηθέας, είναι από τους ήρωες που κατάφεραν να γίνουν γνωστοί σε όλη την ανθρωπότητα. Δεν υπάρχει κάποιος εκεί έξω που να μην έχει ακούσει ούτε μια φορά το όνομα του Δρ. Φρανκενστάιν και του τέρατός του. Η Μέρι Σέλεϊ έκανε το θαύμα της και άφησε ανεξίτηλο το σημάδι της με το βιβλίο της, όπου το δράμα και η λύπη δε σε αφήνουν να χαρείς.

Φυσικά και θα δούμε τη πλευρά του τέρατος. Τις περιπέτειές του τις βλέπουμε από την πλευρά του δημιουργού του αλλά και από τη δική του. Το πλάσμα που πρωταγωνιστεί, ποτέ δεν είχε κάποιο όνομα παρά μόνο το υποκοριστικό του τέρατος. Με αυτό το προσωνύμιο θα δούμε την σύντομη ζωή του.

Ο Βίκτωρας Φρανκενστάιν ήταν ένας νεαρός φοιτητής των φυσικών επιστημών. Είχε μια μεγάλη φιλοδοξία… ήθελε να δημιουργήσει ζωή και αφοσιώθηκε σε μελέτες που θα τον πήγαιναν στον στόχο του. Ένα βράδυ τα κατάφερε και ζωντάνεψε το πλάσμα που δημιούργησε. Είχε φροντίσει να του δώσει όμορφα χαρακτηριστικά με τα όργανα που μάζεψε, αλλά το αποτέλεσμα δεν ήταν αυτό που περίμενε. Έφτιαξε ένα τεράστιο αποκρουστικό τέρας. Ένιωσε τόση αντιπάθεια για το δημιούργημά του που κόντεψε να τρελαθεί.

Οι δρόμοι τους χωρίστηκαν και το πλάσμα περιπλανήθηκε στον κόσμο αναζητώντας τη στοργή. Ο Δρ. Φρανκενστάιν, προκειμένου να το βρει, ταξίδεψε στο Βορρά, όπου είχε βρει καταφύγιο το δημιούργημά του. Και όντως έτσι έγινε. το βρήκε, όμως, θέλησε να το κρατήσει μακριά του αποκαλώντας το δαίμονα. Το τέρας με πολύ μεγάλο βαθμό ηρεμίας του είπε για την αδικία με την οποία τον αντιμετώπιζε σε σχέση με τους υπόλοιπους παρ’ όλο που εκείνος τον έπλασε κι έτσι ο Δρ. άκουσε αυτά ου είχε να του πει.

Από τις πρώτες του στιγμές, χωρίς να είναι ένα συνειδητοποιημένο ον, είδε ότι ήταν μόνος του και έκλαψε γι’αυτό. Έφυγε από το μέρος που ξύπνησε και γύριζε στον κόσμο προτιμώντας να κινείται τη σκιά. Ανακάλυψε ακόμα και τη φωτιά και άρχισε να αναπτύσσει και να καταλαβαίνει τις αισθήσεις του. Ένιωθε τον πόνο, το κρύο, τη ζεστασιά και ξεχώριζε τα ευχάριστα από τα δυσάρεστα. Ήρθε, όμως, και η ώρα που θα συναντιόταν με ανθρώπους. Πήγε σε ένα χωριό, όμως οι κάτοικοι όταν τον είδαν φοβήθηκαν και τον έδιωξαν. Δεν αισθάνθηκε την κακία και την απόγνωση που θα συναντούσε αργότερα, αλλά μια λύπη που τον έτρεψε σε φυγή. Βρήκε μια καλύβα που τη χρησιμοποιούσε ένας βοσκός. Κι εκείνος όταν τον είδε τρόμαξε και έτρεξε στα χωράφια. Το τέρας έμεινε εκεί και τη χρησιμοποίησε για προσωρινό καταφύγιο.

Μετά από εκείνη τη καλύβα βρήκε ένα άλλο μέρος όπου ήταν κι εκείνο σε κακή κατάσταση. Καθώς το περιεργαζόταν βρήκε μια χαραμάδα. Μάλλον ήταν παράθυρο παλιά. Στην άλλη πλευρά ήταν ένα σπίτι με λίγα έπιπλα και ζούσαν τρία άτομα. Ένας παππούς και 2 αδέρφια. Αυτή η οικογένεια θα έπαιζε μεγάλο ρόλο στην ανάπτυξη του χαρακτήρα του. Ήταν η αφετηρία στη κατανόηση των συναισθημάτων του. Οι οικοδεσπότες του ήταν φτωχοί και αυτή ήταν η πηγή της δυστυχίας τους. Το τέρας δεν μιλούσε ακόμα τη γλώσσα των ανθρώπων, αλλά καταλάβαινε αυτά που έλεγαν τα μάτια τους. Γινόντουσαν διαφορετικά, ανάλογα με τη διάθεσή τους. Αποφάσισε να μην τους κλέβει το φαγητό και να αρκείται στα βελανίδια που μάζευε από το δάσος. Τους βοηθούσε κιόλας, μαζεύοντας ξύλα για να ζεσταθούν και να μπορούν να κάνουν άλλες δουλειές.

Με τον καιρό άρχισε να ξεχωρίζει και κάποιες λέξεις. Θαύμαζε τις ωραίες μορφές των συγκατοίκων του, αλλά δεν τις ζήλευε. Μια μέρα είδε τη δική του μορφή στα νερά και τρόμαξε και ο ίδιος. Ένιωσε ταπεινωμένος και αποδέχτηκε ότι ήταν ένα τέρας. Ωστόσο, συνέχισε να μένει πιστός στην επιθυμία του, να βοηθάει κρυφά τους φίλους του –έτσι τους αποκαλούσε. Κάποιες φορές τον αποκαλούσαν και καλό πνεύμα. Ήταν πλέον τόσο οικείος μαζί τους που ήθελε να μάθει να μιλάει ώστε να καταφέρει να τους πλησιάσει.

Οπότε το τέρας, παρά τον διωγμό που βίωσε από τις μέχρι στιγμής εμπειρίες του με τους ανθρώπους, δεν μπορούσε να βλάψει κανέναν. Ένιωθε μιζέρια, καταφρόνηση και μοναξιά, αλλά ζούσε μέσα στο φόβο και τα αισθήματα αγάπης που είχε ήταν μεγαλύτερα από την κακία που προσπαθούσε να αναπτυχθεί μέσα του.

Για καλή του τύχη, ήρθε μια επισκέπτρια στο σπίτι τον συγκατοίκων του. Ήταν η ευκαιρία του να γνωρίσει και το παρελθών των φίλων του αλλά και να μάθει να μιλάει. Μέσα σε αυτό το διάστημα βρήκε στα ρούχα, που είχε πάρει από την αρχή όταν ξύπνησε, το ημερολόγιο του Φρανκενστάιν. “Μισώ την ημέρα που μου δόθηκε ζωή”, είπε. Ταυτίστηκε με τον διάβολο, αλλά διάβολος είχε τους υπόλοιπους δαίμονες που τον αγαπούσαν και τον λάτρευαν.

Πέρασε ένας χρόνος που έμενε σε εκείνο το μέρος, κρυφά από τους ιδιοκτήτες του. Αφού έμαθε καλά τη γλώσσα των ανθρώπων, ξεκίνησε να καταστρώνει σχέδια για το πώς θα τους πλησιάσει. Ο γέρος ήταν τυφλός, οπότε σκέφτηκε να έρθει κοντά με αυτόν πρώτα και ύστερα από εκείνον θα πλησίαζε και τους μικρούς.

Ένα βράδυ, λοιπόν, οι νεαροί οικοδεσπότες πήγανε σε μια γιορτή. Το τέρας μπήκε στο σπίτι και μίλησε με τον γέροντα. Όπως ήτανε λογικό εκείνος αιφνιδιάστηκε, αλλά δεν ήταν σε θέση να τον δει ώστε να τρομοκρατηθεί. Άκουσε τον απρόσμενο επισκέπτη του και τον συμπόνεσε. Το τέρας προσπαθούσε έμμεσα να του πει ότι ήταν οι σωτήρες του και η οικογένεια που έψαχνε. Όταν ήρθε το κρίσιμο σημείο για να του πει ακριβώς αυτό που εννοούσε, άκουσε βήματα και χτυπήματα στην πόρτα. Φοβήθηκε και ο ίδιος, με αποτέλεσμα να επικρατήσει πανικός και να χαλάσουν όλα. Οι δυο κοπέλες λιποθύμησαν και το αγόρι τον έδιωξε.

Μετά από αυτή την απόρριψη σκέφτηκε ακόμα και να δώσει τέλος στη ζωή του. Πίστευε ότι δε μπορούσε να κερδίσει τη συμπάθεια κανενός και κόντευε να τρελαθεί. Αποφάσισε να κηρύξει παντοτινό πόλεμο στην ανθρωπότητα. Για άλλη μια φορά, όμως, τα συναισθήματά του έπαιζαν μαζί του. Είχε γίνει κυκλοθυμικός. Από τη μια ήθελε να καταστρέψει τα πάντα γιατί έβλεπε ότι δεν θα τον αποδεχτούν ποτέ κι από την άλλη όταν τους έβλεπε η ψυχή του αγαλλίαζε. Στο τέλος κατέστρεψε όλο τον κήπο και τα λαχανικά που είχε η οικογένεια και μετά στράφηκε στην αναζήτηση του δημιουργού του.

Το ταξίδι του ήταν σκληρό και τον ταλαιπώρησε. Μέσα σε ένα δάσος έσωσε μια κοπέλα που θα πνιγόταν, αλλά το άτομο που ήταν μαζί της του επιτέθηκε και τον πυροβόλησε. Πληγώθηκε για άλλη μια φορά από τη λύσσα των ανθρώπων, κι ας τους βοήθησε. Ήταν αδικημένος και ένιωθε ότι η ευτυχία δεν ήτανε για εκείνον.

Αργότερα, βρήκε και ένα αγόρι στο ταξίδι του. Ήταν μικρό παιδί και υπέθεσε ότι είναι αγνό και δε θα έχει το φόβο και τις απότομες αντιδράσεις των μεγάλων. Όταν το έπιασε το παιδί άρχισε να φωνάζει και του είπε ο πατέρας μου είναι ο Φρανκενστάιν και είναι συγκλητικός. Στο άκουσμα αυτού του ονόματος το τέρας σάλεψε. Θεώρησε ότι ανήκε στην οικογένεια των Φρανκενστάιν και ήθελε να του κάνει κακό. Ο μικρός συνέχισε να παλεύει και δεν βοηθούσε την κατάσταση με αποτέλεσμα το τέρας να το σκοτώσει. Ένιωσε ειρήνη και διαβολικό θρίαμβο μετά από αυτό. Το παιδί είχε ένα μενταγιόν στο λαιμό του με μια πολύ όμορφη γυναίκα. Το πρόσωπό της καθησύχασε το τέρας. Μετά βρήκε μια καλύβα όπου ήταν μια κοπέλα που κοιμόταν μέσα. Από τις μηχανορραφίες που έμαθε από τους ανθρώπους έβαλε το μενταγιόν στη ποδιά της ώστε να θεωρήσουν εκείνη ένοχη.

Μετά από αυτά έφτασε στον Βορρά και συναντήθηκε με τον Φρανκενστάιν. Ο Δρ. δεν ήταν σε θέση να τον ακούσει με ψυχραιμία παρά μόνο να τον κατακρίνει. Τον αποκαλούσε δαίμονα και του έλεγε μόνο τον φόβο και τον θάνατο ξέρει να σκορπάει. Το τέρας, όμως, του εξήγησε με λογική όσα έπαθε και στο τέλος του ζήτησε με ευγένεια και ηρεμία να φτιάξει κάτι. Ύστερα, θα τον άφηνε στην ησυχία του, θα έφευγε στις άγριες βορινές χώρες και δεν θα ενοχλούσε ξανά κανένα. Αυτό που ήθελε να φτιάξει ήταν ένα θηλυκό του ίδιου είδους με εκείνον για να μην είναι μόνος του. Ο Φρανκενστάιν αρνούνταν κατηγορηματικά να το κάνει αυτό, αλλά μετά κατάλαβε ότι το τέρας ήταν καταδικασμένο να ζει στη δυστυχία κι έτσι συμφώνησε. Στα τελευταία στάδια της επίτευξης του σωτήριου κατορθώματος ο Δρ. κατέστρεψε το θηλυκό δημιούργημά του. Το τέρας εξοργίστηκε και από τότε όλους τους περίμενε το σκοτάδι και ο θάνατος.

Στη λυπητερή ιστορία του πλάσματος η αδικία και η έλλειψη ευκαιριών δεν δίνουν πολλά περιθώρια στον ήρωα μας. Δημιουργήθηκε με όλες τις αρετές του ανθρώπου, αλλά το μόνο του μειονέκτημα ήταν η εμφάνισή του. Οι άνθρωποι με τον υπέρμετρο φόβο τους μπροστά στην εμφάνισή του σάστιζαν και αντιδρούσαν. Κανένας δεν έμπαινε στη θέση να τον ακούσει, παρά μόνο ο τυφλός γέρος. Το τέρας, όμως, τους συγχώρεσε πολλές φορές και πάντα έβρισκε τη διάθεση να τους αγαπήσει. Αλλά, είχε κι αυτός κάποια όρια. Το χειρότερο για εκείνον ήταν ότι ακόμα και ο δημιουργός του δεν τον ήθελε. Η απομόνωση κι ο διωγμός τον έκαναν δυστυχισμένο και φοβισμένο. Αυτά τα συναισθήματα διαδέχτηκαν την κακία και το μίσος.  Κι έτσι, έγινε ένα πραγματικό τέρας που κάποτε υπήρξε πιο άνθρωπος και από τους ανθρώπους.

Cover art: “The Casebook of Victor Frankenstein” by 

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά