Τρία ποιήματα Τρόμου & Φαντασίας

by Θεόφιλος Γιαννόπουλος

Η σκιά του Ντόριαν Γκρέυ [1]

Σκιές βλάσφημες σ’ αναζητούν

καταραμένες ιστορίες να σου πουν

γιατί κι αν περάσαν τόσα χρόνια

ανεξίτηλα μένουν του όρκου σου τα λόγια

Κι όσο δειλιάζεις τόσο σου φωνάζουν

οι βέβηλοι όρκοι σου ακόμη σε τρομάζουν

μα απ’ την μιαρή σου πράξη πώς να κρυφτείς

αφού παρέτεινες τη ζωή σου έναντι αμοιβής

Ψίθυροι που στον άνεμο γυρίζουν

πως πούλησες τη ψυχή σου σου υπενθυμίζουν

δείχνοντας την αψεγάδιαστη, της ομορφιάς σου χάρη

κι ας κρύβεις σε πορτρέτο το γερασμένο σου κουφάρι

Σκιές που σαν άνθρωποι στα μάτια σε κοιτάνε

και φθονερά το αίμα απ’ το αίμα σου ζητάνε

άυπνο σ’ αφήνουν τούτες οι σκέψεις γιατί ξέρεις

σώνεται ο χρόνος κι είναι γραφτό σου να υποφέρεις

Το χέρι του Θανάτου θ’ αγγίξει και εσένα

τα χρόνια που ανάσαινες ήταν δανεικά και ξένα

μάταια όμως απ’ την κατάρα αυτή να εξαγνιστείς

εάν για το αντίτιμο δεν συμμορφωθείς

Γι’ αυτό χρυσή κλωστή ράψε απόψε στο στόμα

τα ρούχα σου με κοιμητηρίου γέμισε χώμα

τα μεσάνυχτα για το τελετουργικό ετοιμάσου

ο δαίμονας του θανάτου σιμώνει, γι’ αυτό βιάσου…

Νυχτερινός επισκέπτης

Το βήμα του αργό και όλο πλησιάζει

μοιάζει πιο έντονο σε κάθε σου καρδιοχτύπι

νιώθεις την ανάσα του και τούτο σε τρομάζει

μιας και τα μάτια σου τα έζωσε η φρίκη

-Έχεις λίγα λεπτά την αιτία για να θυμηθείς

και να ξεχάσεις,

σε συμβουλεύω όμως να μην αντισταθείς

και μην ουρλιάξεις –

Θωρείς το κοράκι που στον ώμο του κράζει

σε στοιχειώνει σώψυχα το ψυχρό του βλέμμα

ικετεύεις, θρηνείς, μα τίποτε δεν αλλάζει

γιατί ξέρεις καλά πως ήρθε μονάχα για ‘σένα

-Έχεις δυο μέτρα γη για να θαφτείς

και να φυτρώσεις,

καλύτερα για ‘σένα φρονώ να συμβιβαστείς

και μην θυμώσεις –

Η σιωπή των πάντων το θάνατό σου προλέγει

γέρνεις στο χώμα το βλέμμα αφού η σκιά του σε τυφλώνει

τους ψίθυρους της Κόλασης με ευχαρίστηση σου μεταφέρει

με λόγια βλάσφημα σου τρυπάει τα αυτιά και τα ματώνει

-Πρέπει το ειρωνικό του γέλιο να υποστείς

δε θα αργήσει,

έχεις προθεσμία για ότι σε βαραίνει να εξομολογηθείς

μέχρι την δύση –

Κι έπειτα σ’ αγκαλιάζει του πόνου το χέρι

συνειδητοποιείς μ’ αποστροφή το τέλος που  θα ‘χεις

τα απαίσια που σε προσμένουν, τ’ αφιλόξενα μέρη

άδειο ρούχο το σώμα σου όμως πια και δεν υπάρχεις…

Σκοτεινές εποχές

Ήταν απ’ τις σκοτεινές εποχές που πέρασαν

κι απ’ αυτές που θα επανέλθουν περισσότερο λυπηρές

με σώματα χάλκινα και μάτια σκουριασμένα

χέρια πέτρινα και σκληρά σαν κλωνάρια

με αγκαλιές που αφήναν σημάδια

Οι Άνθρωποι των Στιγμάτων δε διστάσαν

έσπειραν την θάλασσα με κόκκινα άνθη

κι ο Θάνατος γεννιόταν ολόγυρα ατάραχος και τυφλός

ταξιδεύοντας στις ράχες των γλάρων

και στα παιδεμένα όνειρα των πλανεμένων

Μούσκευε το αίμα στον ιδρώτα των λουλουδιών

τα χρώματα έσβηναν κάτω από το πελώριο Φεγγάρι

χίλια άγνωστα μικρά αγγελούδια θυσιάστηκαν εκεί

κι απόμειναν οι φτερούγες τους να κείτονται στην χλόη

αρχίζοντας τον πόλεμο που οι κραυγές είχαν κηρύξει

Η νύχτα απόκτησε δίδυμα άστρα που ολοένα μπόλιαζαν στην γη

τ’ άχυρα και οι μάνες των παιδιών που κρυβόταν στον Ήλιο

υπόμεναν με το στόμα βουβό τον τόσο πόνο

λες και δεν καρτερούσαν τον Θάνατο με τα παγωμένα δάχτυλα

μα την ελευθερία που θα σκύψει να τους φιλήσει το μέτωπο

Κι ο πύρινος ποιητής με τα τραυματισμένα χέρια

είδε τα πρωινά να του λυγίζουν τα γόνατα

απ’ την τόση αλήθεια που έκρυβε στην ανάσα των λέξεων του

κάνοντας τον να προσκυνήσει τον ανυπότακτο εαυτό του

ένα ίσκιο άφωνο και λαβωμένο από κάθε ελπίδα

Τα χαμόγελα σκορπούσαν στους γκρεμούς του κόσμου

στο πλάι τους βάδιζαν μαύρα βήματα αόρατων δακρύων

κανείς δεν σκέφτηκε σε τούτο τον ξεριζωμό να ευγνωμονήσει τον Πόνο

για χάρη της θύμησης τούτης το νερό έγινε αλμυρό

και οι μέρες δυσβάσταχτες για τους μελλοθανάτους

Όλοι πιστέψαν πως τους είχε αγκαλιάσει ο Ύπνος

τι να σκεφτούν,

παρά τη νιότη τους που δεν τους έκανε πρίγκιπες…

Ο δρόμος που βλέπαν ζωγραφισμένος ήταν μ’ αγκάθινα στέμματα και σταυρούς

κι άπειρες δίψες αιμοβόρων ντυμένων με το προσωπείο του προδότη

με όμως μια ανάσταση ως κατάληξη

που θα τους ύψωνε στο φως του παρελθόντος

Το σώμα του Σύμπαντος άρχιζε να ραγίζει

παντού αναδυόταν η μυρωδιά της Ελπίδας και του Χάους

οι στρατοί των διωκτών έσκυψαν μπρος στην ανάσα της Βούλησης

των θυμωμένων πράξεων τους

ούτε εξιλέωση, ούτε ανάγκη για συγνώμη

μόνο ένα βήμα υποταγής κάναν

στην θέα του Ουρανού που κομμάτι – κομμάτι έπεφτε στην γη

Μια αστραπή σύρθηκε κάτω απ’ τα πόδια τους

δεν έδειχναν να’ χουν καμία αίσθηση της αλήθειας

ίσως την επόμενη στιγμή να βρισκόταν ανάμεσα σε δέντρα και οράματα

η σάρκα τους να’ ταν νεογέννητη σαν την αυγή

και λείο το δέρμα σαν την ηλιαχτίδα της σκέψης

μα άδικα, αυτά που κατέστρεψαν θα τους καταδικάζαν

Οι θύελλες έθαψαν τα γεμάτα μίσος βιβλία των Μάγων

στην καιόμενη φυλακή του αδίστακτου χρόνου

κι από πάνω απλώθηκε η σκόνη να ξεβάφει τις λέξεις

προσθέτοντας ή γράφοντας καινούριες εικόνες

πεθαίνοντας και ξεγυμνώνοντας το παρών

Σώθηκε μονάχα ο Λογισμός του Ποιητή που’ χε λουστεί την όψη παιδιού

έπαιζε με τ’ αλλοπρόσαλλα χαμόγελα ειρωνικών αντιπάλων του

κι έτρεχε στ’ άγνωστα ίχνη των μικρών αγγέλων για παρηγοριά

δείχνοντας ν’ ακολουθεί τον Θάνατο τους

ή ίσως την ζωή

με μια ψυχή κυνηγημένη μα και διψασμένη

να διεκδικήσει την Μοίρα του…

 

[1]   «Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ είναι το μοναδικό δημοσιευμένο μυθιστόρημα του Όσκαρ Ουάιλντ,(….)Πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο Ντόριαν Γκρέυ (Dorian Gray), ένας νεαρός του οποίου το πορτραίτο ζωγραφίζει ο Μπάζιλ Χόλγουορντ (Basil Hallward).(….) Συνειδητοποιώντας ότι μια μέρα η ομορφιά του θα χαθεί, ο Ντόριαν εκφράζει, περιπαικτικά, την επιθυμία του να πουλήσει την ψυχή του με αντάλλαγμα το πορτραίτο που φιλοτέχνησε ο Μπάζιλ να γεράσει αντί εκείνου. Η ευχή του Ντόριαν εκπληρώνεται, και καθώς ο νεαρός βυθίζεται όλο και περισσότερο σε μία έκλυτη ζωή ακολασίας στο κυνήγι των αισθήσεων, το πορτραίτο εξυπηρετεί ως μία διαρκής υπενθύμιση του αντίκτυπου που έχει κάθε πράξη στην ψυχή, με το κάθε αμάρτημα να παρουσιάζεται είτε ως παραμόρφωση της σιλουέτας του είτε ως σημάδι γήρανσης.»
https://el.wikipedia.org/wiki/Το_Πορτραίτο_του_Ντόριαν_Γκρέυ

Cover art: The Raven II by Beyond-Creation

προτεινουμε επίσης

2 comments

Κουριαντάκη Τζωρτζίνα 19 Ιούνιος 2018 - 12:26 ΠΜ

Απίστευτα νοήματα ανάμεσα στους στίχους. Συγχαρητήρια

Reply
Θεόφιλος Γιαννόπουλος 20 Ιούνιος 2018 - 5:52 ΜΜ

Υποκλίνομαι και ευχαριστώ απο καρδιάς!

Reply

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά