Διήγημα: “Τρία σπίρτα” της Εύας Παναγιωτοπούλου

by Nyctophilia

Το διήγημα “Τρία σπίρτα” της Εύας Παναγιωτοπούλου συμμετείχε στη στήλη “Your Nightmares” 2021 με θέμα “Παράξενα Αντικείμενα”.

Το φως της λάμπας τρεμόπαιξε για λίγο κι έπειτα μ’ έναν ανεπαίσθητο ήχο έσβησε, βυθίζοντας το δωμάτιο στο σκοτάδι. Το ρολόι στο τοίχο μετρούσε τα λεπτά με βασανιστική ακρίβεια κι όταν η ώρα σήμανε ακριβώς, από το πορτάκι που βρισκόταν στο κέντρο του ξεπρόβαλε ένα μικροσκοπικό ξύλινο ανθρωπάκι που κρατούσε στα χέρια του μια τρομπέτα. Η Γιούλιγια Οσιπόβα, παραμέρισε τη βαριά κουρτίνα του παραθύρου και κοίταξε προς την απέναντι πολυκατοικία κι έπειτα προς το δρόμο. Την υποδέχτηκε το απέραντο σκοτάδι που σηματοδοτούσε άλλη μια διακοπή ρεύματος κι εκείνη αναστέναξε, συνειδητοποιώντας ότι θα έπρεπε να περάσει άλλο ένα βράδυ δίχως ηλεκτρικό και κυρίως δίχως κάποια στοιχειώδη θέρμανση. Ακόμη και για κάποια που είχε γνωρίσει τη σκληρότητα του σιβηρικού χειμώνα, αυτό ήταν κάτι το τρομερά βασανιστικό. Ξεφύσησε αγανακτισμένη και ψηλάφισε το έπιπλο που βρισκόταν μπροστά της. Άνοιξε βιαστικά ένα από τα συρτάρια κι έψαξε στο εσωτερικό του, για το μικρό κουτί από σπίρτα που είχε αγοράσει πριν από ένα μήνα. Όταν τα δάχτυλα της συνάντησαν το γνώριμο σχήμα του, το τράβηξε έξω βιαστικά. Κοίταξε σχεδόν απελπισμένη τα τρία σπίρτα που είχαν απομείνει στο εσωτερικό του και έβγαλε το πρώτο. Το άναψε γρήγορα κι έπειτα έψαξε γύρω της για τα κεριά που φυλούσε μέσα σε ένα κομμάτι χαρτί. Διάλεξε δύο από τα μισό-λιωμένα κεριά που είχε πάρει εκείνη την Κυριακή, από την εκκλησία-προτού τη δει ο νεωκόρος-και πέρασε το σπίρτο πάνω από τα φιτίλια τους. Έβαλε το κουτί των σπίρτων στην τσέπη της και χαμογέλασε αχνά σκεπτόμενη πόση ντροπή θα ένιωθε η μητέρα της για την κατάντια της κόρης της. Έπειτα ένευσε ντροπιασμένη, σαν να ερχόταν εκείνη τη στιγμή αντιμέτωπη με το επικριτικό ύφος της μητέρας της. Ένας λυγμός ξέφυγε από τα μισάνοιχτα χείλη της και το γεμάτο πικρία βλέμμα της, στάθηκε πάνω στο μεγάλο, χάρτινο κουτί στη μέση του τραπεζιού. Δεν είχε βρει ακόμη το κουράγιο να το ανοίξει. Το είχε παραλάβει πριν από περίπου τρεις ώρες, μαζί με μια τυπική πλην ευγενικά διατυπωμένη επιστολή του Ρώσου συμβολαιογράφου Αντονιέβσκυ που είχε αναλάβει να φέρει εις πέρας τις «πρακτικές αλλά απαραίτητες», όπως ανέφερε «διεκπεραιώσεις των κληροδοτηθέντων στοιχείων της μητέρας της». Χαμογέλασε αχνά. Η μητέρα της, η Νάντια Οσιπόβα ήταν γνήσιο τέκνο της παλιάς Ρωσίας και όπως όλοι οι άνθρωποι της γενιάς της, έτσι κι εκείνη προτιμούσε να επαναπαύεται σε γνώριμες γι’ αυτήν καταστάσεις. Κάθε αλλαγή την τρομοκρατούσε πέρα από κάθε προηγούμενο, ιδιαίτερα όταν αυτή αφορούσε τα ηθικά και θρησκευτικά ιδεώδη της οικογένειας. Ακόμα και τις στιγμές που ήξερε ότι πλησιάζει προς το τέλος της, φρόντισε να διευθετήσει με τη μεγαλύτερη ακρίβεια τις όποιες…μεταθανάτιες εκκρεμότητες της.

Γέλασε ξανά, αυτή τη φορά πιο δυνατά, διασκεδάζοντας με την αναίδεια των σκέψεων της. Οι αναμνήσεις του παρελθόντος περνούσαν σαν ξεθωριασμένες φωτογραφίες μιας άλλης εποχής, μέσα από τη σκέψη της διαλύοντας για μερικά δευτερόλεπτα την απειλητική ατμόσφαιρα του σκοτεινού δωματίου. Ένα μυστικό πικ-νικ στο Λέτνυ Σαντ της Αγίας Πετρούπολης κι ένα ζευγάρι πράσινα μάτια: τα διαπεραστικά μάτια της Σοφία Ιλαριόνοβνα που της υπόσχονταν αιώνια αφοσίωση και αγάπη, μέχρι την ημέρα του φλογερού τους αποχαιρετισμού στο σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης. Η μητέρα της δεν είχε υποψιαστεί τίποτα όλο αυτό το διάστημα παρότι η κόρη της επέμενε πεισματικά να απορρίπτει το ενδεχόμενο κάποιας σχέσης με το αντίθετο φύλλο. Οι γεμάτες τρυφερότητα επιστολές της Σοφία έπαψαν πια να ομορφαίνουν την καθημερινότητα της πριν από περίπου τέσσερα χρόνια, όταν υπό την πίεση της οικογένειας της, η αγαπημένη της δέχτηκε να παντρευτεί τον μεσήλικα κληρονόμο κάποιας από της μεγαλύτερες εμπορικές οικογένειες του Νόβγκοροντ.

«Α, Σόνια, Σόνιεσκα», μονολόγησε θλιμμένα και κοίταξε από το παράθυρο τα λιγοστά αστέρια που ξεπρόβαλαν θολά και διστακτικά μέσα από το πηχτό σκοτάδι του νυχτερινού ουρανού της πόλης. Έπειτα έστρεψε διστακτικά το ενδιαφέρον της προς το κουτί. Πλησίασε, έβαλε τα κεριά μέσα σ’ ένα μικρό, λευκό βάζο και το περιεργάστηκε χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Δίπλα του βρισκόταν ο φάκελος με το γράμμα του συμβολαιογράφου. Με μια απότομη κίνηση τον πέταξε στο πάτωμα κι έπειτα άνοιξε αργά το δέμα. Στο εσωτερικό του, τυλιγμένα με μεγάλη επιμέλεια, διέκρινε δυο μικρότερα πακέτα. Δεν χρειάστηκε καν να ξετυλίξει το πρώτο. Κατάλαβε αμέσως από το σχήμα του ότι κρατούσε στα χέρια της το αγαπημένο, ασημένιο σαμοβάρι της μητέρας της. Της το είχε αγοράσει η ίδια, λίγο πριν φύγει για την Ελλάδα κι εκείνη φρόντιζε να το τοποθετεί πάντοτε σε περίοπτη θέση στο σπίτι τους, μαζί με όλα τα πολύτιμα, οικογενειακά κειμήλια από τη γενέτειρα της, το Ροστόφ. Συγκινημένη, το άφησε στην άκρη κι έπειτα έβγαλε με προσοχή και το δεύτερο πακέτο. Αυτό ήταν σαφέστατα βαρύτερο κι όταν το ακούμπησε στο τραπέζι, εκείνο κροτάλισε, θυμίζοντας τον ήχο που κάνουν τα ποτήρια όταν τρίβονται κατά λάθος μεταξύ τους. Έσκισε βιαστικά το περιτύλιγμα και κοίταξε έκπληκτη το παράξενο, ορθογώνιο αντικείμενο. Το άλλοτε λαμπερό γυαλί, από το οποίο ήταν κατασκευασμένο, είχε πλέον αρχίσει να θαμπώνει. Ο χρόνος και η σκόνη, είχαν δημιουργήσει ένα λεπτό, θολό πλαίσιο στις άκρες των πλευρών του με αποτέλεσμα αυτές να μοιάζουν με ένα σύνολο από πολυκαιρισμένες κορνίζες.

Χρειάστηκε μερικά δευτερόλεπτα για να συνειδητοποιήσει ότι αυτό που περιεργαζόταν με τόση περιέργεια, δεν ήταν άλλο από το μικρό εικονοστάσι της προγιαγιάς της, της Αλίνα Νιέσκαγια. Μέσα του μπορούσε ακόμα να διακρίνει τις μικρές, μαυρισμένες από τον καπνό του καντηλιού εικόνες της Αγίας Όλγας και του Αγίου Πέτρου. Θυμόταν τις ήσυχες νύχτες μετά την πασχαλινή λειτουργία, όταν όλοι κοιμούνταν κι εκείνη κοιτούσε τρομαγμένη, μισό-κρυμμένη κάτω από την τραχιά κουβέρτα, τα βλοσυρά πρόσωπα των δυο αγίων και τις ανατριχιαστικές σκιές που έριχνε στον τοίχο η ετοιμοθάνατη φωτιά στο τζάκι. Μα ακόμα και η ταραχή που της προκαλούσε το συγκεκριμένο αντικείμενο δεν είχε σταθεί αρκετή για να την αποθαρρύνει από το να το περιεργαστεί πιο προσεκτικά, ένα πρωινό που η μητέρα της το είχε κατεβάσει από τον τοίχο για να το καθαρίσει. Μόλις όμως πήγε να σηκώσει το γυάλινο καπάκι του, το χέρι της μητέρας της έπεσε βαρύ πάνω στο παιδικό της μάγουλο και την έκανε να το μετανιώσει. Το έβαλε στα πόδια και κρύφτηκε μέσα στον αχυρώνα, όπου τη βρήκε η προγιαγιά της. Την αγκάλιασε και της ζήτησε να μην κλαίει. Έπειτα την οδήγησε στην κουζίνα κι εκεί, αφού της πρόσφερε μια κούπα ζεστό γάλα με μέλι, κατέβασε από ένα μικρό ράφι ένα παλιό, σχεδόν διαλυμένο βιβλίο, το άνοιξε σε μια συγκεκριμένη σελίδα και το άφησε μπροστά της. Πάνω στο κιτρινισμένο χαρτί είδε την αλλόκοτη μορφή ενός πλάσματος με ράμφος και πόδια κότας που φορούσε στο κεφάλι του ένα ξεθωριασμένο κεφαλομάντηλο.

«Κικίμορα», της είπε σοβαρά η ηλικιωμένη, ακουμπώντας με το ροζιασμένο δείχτη της την εικόνα. Ήξερε ήδη πολλούς από τους θρύλους που αφορούσαν την Κικίμορα, εκείνο το πλάσμα που έκανε δύσκολη τη ζωή των ανθρώπων της ρωσικής υπαίθρου. Θυμήθηκε τον εαυτό της να νεύει καταφατικά και την προγιαγιά της να κάθεται δίπλα της και να της αφηγείται εμπιστευτικά μια από τις πιο εξωπραγματικές ιστορίες που είχε ακούσει στη ζωή της. Της είπε ότι, πριν από πολλά χρόνια όταν εκείνη ήταν ακόμη μωρό παιδί, ο πατέρας της επισκεπτόταν όλες τις εκκλησίες και τα μοναστήρια της περιοχής ελπίζοντας πως με τη βοήθεια του θεού θα μπορούσε να σώσει τον δίδυμο αδερφό της από τον θάνατο. Η μητέρα της είχε ήδη χάσει τρία αγόρια και η γέννηση του αδερφού της θεωρήθηκε πραγματικό θαύμα. Εκείνος όμως ήταν φιλάσθενος και οι γονείς τους φοβόταν πως δεν θα κατάφερνε να φτάσει ούτε μέχρι τα πέντε. Ένα δειλινό λοιπόν, συνέβη κάτι που άλλαξε για πάντα την μοίρα όλων τους: ο πατέρας της είχε μόλις γυρίσει από το δάσος, όπου είχε πάει να κόψει μερικά γέρικα δέντρα κι έκατσε στο τραπέζι της κουζίνας, περιμένοντας να ετοιμαστεί το δείπνο. Τότε λένε ότι μέσα από την κρυψώνα της στο τοίχο βγήκε η Κικίμορα και προσπάθησε να τον ξεγελάσει, μα εκείνος την παγίδεψε με τη τριχιά που είχε για να δένει το άλογο και μ’ ένα σιδερένιο καρφί και της έκοψε με το τσεκούρι το ένα πόδι. Έτσι αυτή αναγκάστηκε να του υποσχεθεί πως θα ευλογούσε τον γιο του, ώστε αυτός να ζήσει πολλά χρόνια κι όσο εκείνος κρατούσε το πόδι της εκείνη δεν μπορούσε να πειράξει κανέναν από την οικογένεια.

«Αλίμονο μόνο σε όποιον την αφήσει να το ξαναπάρει όμως! Θα του πάρει μαζί και τη ζωή», επαναλάμβανε συνεχώς η κουρασμένη, βραχνή φωνή μα το εύθυμο ηχόχρωμα της έκανε την ιστορία εκείνη να μοιάζει λιγότερο πιστευτή κι η Γιούλιγια ποτέ δεν την πήρε στα σοβαρά. Γιατί να το κάνει άλλωστε;

Οι σκέψεις της διακόπηκαν απότομα από ένα δυνατό κρότο που την επανέφερε στο παρόν. Ανασηκώθηκε απότομα κι έσπρωξε πίσω την καρέκλα. Ένα από τα παράθυρα, είχε ανοίξει διάπλατα κι ένα παγωμένο ρεύμα αέρα έσβησε με μιας τις αδύναμες φλόγες των κεριών. Έσφιξε πάνω της τις άκρες από τη μάλλινη εσάρπα που φορούσε κι έτρεξε να κλείσει το παράθυρο. Έπειτα, έβγαλε από την τσέπη της τα σπίρτα και άναψε το δεύτερο. Μια πλατιά κηλίδα φωτός, απλώθηκε μπροστά της καθώς άναβε ξανά τα κεριά. Κοίταξε πάλι το γυάλινο κουτί κι αυτή τη φορά σήκωσε αργά το βαρύ του καπάκι. Στο εσωτερικό του εκτός από τις εικόνες, βρήκε μερικά αποξηραμένα λουλούδια, ένα σταυρό από χαρτί, ένα μπουκαλάκι με αγιασμό κι ένα μικρό βιβλίο με τις πράξεις των αποστόλων που ήταν δεμένο με μια λωρίδα από μαύρο δέρμα. Το πήρε στα χέρια της και το περιεργάστηκε προσεκτικά, προσπαθώντας να μην τσαλακώσει τις εύθραυστες σελίδες του. Πάνω στη δερμάτινη λωρίδα, υπήρχαν χαραγμένα κάποια σύμβολα που δεν μπόρεσε ν’ αναγνωρίσει κι όταν προσπάθησε να λύσει τον κόμπο που τη συγκρατούσε δεν τα κατάφερε. Πήρε λοιπόν από την κουζίνα ένα μεγάλο ψαλίδι και τον έκοψε προσεκτικά. Άρχισε να ξεφυλλίζει το βιβλίο όταν ξαφνικά, διαπίστωσε ότι ήταν κούφιο! Κάποιος είχε κόψει ένα μέρος των σελίδων, δημιουργώντας ένα μικρό κενό στο εσωτερικό του. Μέσα στο μικρό κοίλωμα, είδε ένα μικροσκοπικό, υφασμάτινο σακουλάκι. Γύρω του υπήρχε τυλιγμένο ένα κομμάτι χαρτί στην εξωτερική πλευρά του οποίου, κάποιος είχε ζωγραφίσει με μαύρη μπογιά εφτά μικρούς σταυρούς. Στην άλλη πλευρά του μόλις που μπορούσε να διακρίνει κάτι που ήταν γραμμένο με μολύβι. Πλησίασε το χαρτί στο φως των κεριών και διάβασε: «Φύγε από εδώ Κικίμορα. Φύγε γρήγορα από το σπίτι μου γιατί θα σε κυνηγήσω με σιδερένια ραβδιά. Θα σου βάλω φωτιά. Θα ρίξω πάνω σου μαύρο ρετσίνι. Τα λόγια μου είναι ισχυρά και θα σε κρατήσουν μακριά για πάνω από έναν αιώνα». Μάλλον επρόκειτο για κάποιο από τα ξόρκια που τόσο αγαπούσαν οι μάγισσες που επισκέπτονταν τακτικά το σπίτι της προγιαγιάς της, σκέφτηκε και χαμογέλασε χλευαστικά, αναλογιζόμενη την ευπιστία και την αδυναμία των ανθρώπων εκείνης της εποχής να διακρίνουν το πραγματικό από το φαντασιακό. Παρατήρησε ενοχλημένη ότι το χέρι της έτρεμε ελαφρά καθώς έβγαζε το πουγκί από την κρυψώνα του. Ανασήκωσε αγανακτισμένη τα φρύδια της. Το ξόρκι της γιαγιάς είχε πετύχει το σκοπό του, το δίχως άλλο. Αλλά και το αδιαπέραστο σκοτάδι γύρω της, επιδρούσε ανάλογα στον ψυχισμό της, παρατήρησε ανατριχιάζοντας. Προσπαθώντας να ανακτήσει την ψυχραιμία της, πήρε μια βαθιά ανάσα και έλυσε τη μαύρη κλωστή. Αναποδογύρισε το μικρό πουγκί και άφησε το περιεχόμενο του να πέσει στη χούφτα της. Έπειτα πλησίασε το χέρι της προς το θαμπό φως των κεριών. Κρατούσε κάτι που έμοιαζε με αποξηραμένο φλοιό δέντρου. Ήταν γκρίζο, ξερό και στο ένα του άκρο διακρίνοντας τρεις μικρές μαύρες απολήξεις, σαν λεπτά κλαδάκια που με τη σειρά τους κατέληγαν επίσης σε κάτι σκληρό που έμοιαζε με…

Νύχια! Αναφώνησε έκπληκτη η Γιούλιγια και πέταξε μακριά το αηδιαστικό εύρημα της. Εκείνο κύλισε πάνω στο τραπέζι κι έπειτα έπεσε στο πάτωμα, ακριβώς πάνω σ’ εκείνη την καταραμένη την επιστολή του συμβολαιογράφου! Έκανε το σταυρό της και ψιθύρισε με τρεμάμενη φωνή το πάτερ ημών. Μέσα στην αφύσικη σιωπή του δωματίου μπορούσε ν’ ακούσει καθαρά το αίμα να χτυπά μέσα στ’ αυτιά της. Πήρε στα χέρια της τα κεριά, έχωσε στην τσέπη της ζακέτας της το μπουκαλάκι με τον αγιασμό και ξεκίνησε να περπατά προς το σαλόνι προσπαθώντας να φτάσει την εξώπορτα. Ένας υπόκωφος ψίθυρος ακούστηκε και το σκοτάδι κατάπιε το δειλό φως των κεριών! Έβγαλε μια πνιχτή κραυγή κι έψαξε πανικόβλητη στην τσέπη της. Έσυρε μια φορά το σπίρτο στο πλάι του κουτιού μα εκείνο δεν άναψε. Σκούπισε το ιδρωμένο χέρι της πάνω στη φούστα της και προσπάθησε ξανά. Με τη δεύτερη προσπάθεια το σπίρτο άναψε και η Γιούλιγια συνειδητοποίησε με φρίκη ότι πάνω στη ταραχή της είχε πετάξει τα κεριά στο πάτωμα. Έσκυψε αργά για να τα πιάσει και ούρλιαξε από τρόμο! Στο αδύναμο φέγγος του σπίρτου μπόρεσε να διακρίνει την άκρη μιας χρωματιστής, κουρελιασμένης φούστας και ανάμεσα στις σκιές που έριχναν οι πτυχές της είδε ένα πόδι. Το κιτρινισμένο, σκασμένο δέρμα του ήταν πασαλειμμένο με αίμα ενώ το πάνω μέρος του κατέληγε σε τρία γαμψά δάχτυλα. Τα κοφτερά σπασμένα τους νύχια γυάλιζαν απειλητικά κάτω από τη μικρή, τρεμουλιαστή φλόγα. Η Γιούλιγια ένιωσε την αναπνοή της να σταματά, προσπάθησε να φωνάξει αλλά συνειδητοποίησε με τρόμο ότι δεν μπορούσε να αρθρώσει ούτε λέξη. Μπορούσε να αισθανθεί την βρωμερή ανάσα του πλάσματος στο πρόσωπο της αλλά δεν τολμούσε να σηκωθεί. Ξάφνου το τελευταίο σπίρτο έσβησε και μια στριγκή φωνή διαπέρασε το σκοτάδι: «είναι δικό μου», ψιθύρισε η Κικίμορα, ενώ τα χέρια της έψαχναν βιαστικά για το χαμένο της άκρο. Όταν κατάφερε να το βρει μια ανατριχιαστική κραυγή βγήκε από το στόμα της.

«Πού ‘ναι το σίδερο και πού ‘ναι το ρετσίνι για να σε φυλάξουν από το θυμό μου, κόρη;», φώναξε όλομοχθηρία στη Γιούλιγια. Εκείνη ψηλάφισε με την άκρη των δαχτύλων της το μπουκαλάκι με το αγιασμένο νερό.

«Έχω κάτι καλύτερο για σένα!», είπε κι έριξε τρέμοντας το διαφανές υγρό στο πόδι του πλάσματος. Εκείνο ούρλιαξε από τον πόνο και ξεστόμισε θυμωμένο μερικές κατάρες, προτού εξαφανιστεί κάτω από το χαλί.

«Μάτουσκα*», ψέλλισε αδύναμα η Γιούλιγια, προτού το σώμα της σωριαστεί στο παγωμένο πάτωμα.

Σκοτάδι. Ένας διαπεραστικός ήχος ξεκινούσε από τα βάθη του μυαλού της και πλημμύριζε τ΄ αυτιά της. Κάθε λεπτό που περνούσε, η ένταση του δυνάμωνε. Άνοιξε απότομα τα μάτια της και ανασηκώθηκε. Βρισκόταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, κάθιδρη. Κοίταξε γύρω της και χαμογέλασε επιφυλακτικά. Ήταν μόνο ένα όνειρο, ένα κακό όνειρο, σκέφτηκε ανακουφισμένη. Το κουδούνι της εξώπορτας ήχησε γι’ ακόμη μια φορά. Έτρεξε ν’ ανοίξει κι έπεσε με φόρα στην αγκαλιά της αδερφής της που περίμενε στο κατώφλι.

«Μα τι συνέβη Λίλια», τη ρώτησε εκείνη και τη χάιδεψε προστατευτικά στο κεφάλι. Η Γιούλιγια την έβαλε να καθίσει σε μια πολυθρόνα κι έπειτα άναψε το μάτι της κουζίνας για να ετοιμάσει λίγο τσάι. Καθώς έβγαζε από το ντουλάπι δυο φλυτζάνια, σκέφτηκε ότι μάλλον το πένθος την είχε επηρεάσει σε υπερβολικό βαθμό και κούνησε το κεφάλι της αποδοκιμαστικά. Έβαλε το τσάι και τα φλυτζάνια σ’ ένα δίσκο, μα καθώς γύρισε για να τ’ αφήσει στο τραπέζι, είδε την αδερφή της να σηκώνει κάτι από το πάτωμα. Κάτι που έμοιαζε με ξερό κομμάτι από ξύλο! Το ουρλιαχτό της, κάλυψε ο ήχος από τα φλυτζάνια που θρυμματίστηκαν πάνω στα πλακάκια.

*Μητερούλα.

Βιογραφικό της συγγραφέως

Η Εύα Παναγιωτοπούλου γεννήθηκε το 1988 στην Αθήνα και ζει μόνιμα στο Αγρίνιο. Είναι απόφοιτη του τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με ειδίκευση στην μετάφραση της γαλλικής γλώσσας και διπλωματούχος του προγράμματος μετάφρασης και επιμέλειας κειμένων στην αγγλική γλώσσα, της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης. Εδώ και εφτά χρόνια, ασχολείται επαγγελματικά με τη λογοτεχνική μετάφραση, ενώ παράλληλα ολοκληρώνει της σπουδές της πάνω στην κλασική μονωδία και τη ρωσική γλώσσα. Στον ελεύθερο της χρόνο ασχολείται ερασιτεχνικά με την αφήγηση, τη συγγραφή, την αρθρογραφία και τη λαογραφία. Ως αρθρογράφος έχει συνεργαστεί με μερικά από τα πιο γνωστά περιοδικά και webzines που κινούνται στη θεματική του φανταστικού (Mystery, Nyctophilia,Will o’ Wisps) και ως αφηγήτρια έχει συμμετάσχει σε παραστάσεις των ομάδων διαδραστικής αφήγησης «Βάρδισσες» και «Legendae», στα πλαίσια των Fantasticon και Hallowfest. Αγαπά πολύ τους περιπάτους στα δάση και έχει ιδιαίτερη αδυναμία στις βελανιδιές και στα αιωνόβια δέντρα με κουφάλες γιατί της αρέσει να φαντάζεται πως αποτελούν πύλες για τον Ξωτικόκοσμο. Λατρεύει την παραδοσιακή μουσική των χωρών της Ευρώπης και είναι μέλος του νεοσύστατου celtic-irish συγκροτήματος «Pùca», ενώ στο παρελθόν έχει παρακολουθήσει σεμινάρια πάνω στο παραδοσιακό, ιρλανδικό και σκανδιναβικό τραγούδι υπό την εποπτεία της εθνομουσικολόγου Λαμπρινής Γιώτη.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά