Τρόμος και Τρομακτικό στην ποπ κουλτούρα του σήμερα

by Αλέξης Ζησιμόπουλος

Είναι δυνατόν να τρομάξεις από μια ιστορία τρόμου;

Η απάντηση θα έπρεπε να είναι θετική. Αλλά πόσο εύκολο είναι να τρομάξεις από μια ιστορία που υπόσχεται να σε τρομάξει;

Ωχ όχι, ένα στερεοτυπικό κάστρο! Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τι περίπου πρόκειται να συμβεί!

Αγοράζοντας ένα βιβλίο που ξεκάθαρα ανήκει στην κατηγορία του τρόμου ή κόβοντας εισιτήριο για ένα θρίλερ, έχει ήδη δημιουργηθεί ηθελημένα μια συνθήκη:

Διάλεξες το συγκεκριμένο προϊόν, επειδή ακριβώς υπόσχεται να σε κάνει να νιώσεις συγκεκριμένα συναισθήματα.

Θέλεις να βιώσεις κάτι τρομακτικό, οπότε επιλέγεις ένα έργο στην αντίστοιχη κατηγορία.

Φαίνεται μια απλή διαδικασία και για τις δυο πλευρές. Ο δημιουργός προσφέρει κάτι συγκεκριμένο σε ένα κοινό που ζητά επακριβώς αυτό. Ήδη, όμως, έχει πάψει να είναι όσο τρομακτικό θα μπορούσε να είναι.

Περιμένεις κάτι – το τρομακτικό.

Έχεις χτίσει προσδοκίες κι έχεις αρχίσει να απομυθοποιείς αυτό που πρόκειται να βιώσεις. Ξέρεις ότι θα είναι τρομακτικό, οπότε είναι ακόμη πιο δύσκολο για το έργο να σε τρομάξει.

Πολύ περισσότερο στα βιβλία παρά σε άλλο μέσο, θεωρώ ότι το να κάνεις κάποιον να φοβηθεί είναι το δεύτερο πιο δύσκολο συναίσθημα που θα μπορούσες να επιχειρήσεις να τραβήξεις.

(Το πρώτο θα ήταν να τον κάνεις να γελάσει).

“The oldest and strongest emotion of mankind is fear, and the oldest and strongest kind of fear is fear of the unknown.”

Υπάρχει κάτι που λέγεται Suspension of Disbelief.

Κάθε φορά που έρχεσαι σε επαφή μ’ ένα έργο ξεκινάει μια μάχη ώστε να σε πείσει για όσα παρουσιάζει, να σε αφομοιώσει στον κόσμο του και να σε κάνει να επενδύσεις συναισθηματικά.

Στην προκειμένη, προσπαθεί να σε πείσει ότι κάτι, που έχεις εκ προιμίου αποδεχτεί ότι είναι ψεύτικο, είναι τρομακτικό.

Και για να είναι πραγματικά πετυχημένο, πρέπει να κερδίσει αυτή τη μάχη των συμβιβασμών. Πρέπει να σε πείσει, να σε απορροφήσει, να κάνει αυτό που πραγματεύεται να φαίνεται το πιο σημαντικό και πιστευτό πράγμα στον κόσμο, ό, τι κι αν είναι αυτό. Ακόμη κι όταν το έχεις επιλέξει, προκληκτικά σχεδόν, περιμένοντας να σε τρομάξει.

Είναι εξαιρετικά δύσκολο, επειδή ο τρόπος επιλογής των έργων γίνεται συνειδητά και μέσω κατηγοριών.

Προφανώς και θα ήταν πιο εύκολο να σε ξαφνιάσει και τρομάξει κάτι αν δεν ήξερες απ’ την αρχή ότι πρόκειται να το επιχειρήσει.

Απ’ τα σημαντικότερα κριτήρια για το πόσο πετυχημένη καταλήγει, είναι πόσο αληθινή καταφέρνει να φαντάζει μια ιστορία.

“The most natural, and, consequently, the truest and most intense of the human affections are those which arise in the heart as if by electric sympathy.”
Για να μοιάζει κάτι περισσότερο ρεαλιστικό (ή καλύτερα αληθοφανές ή ακόμα καλύτερα πειστικό), πρέπει να ισχύει τουλάχιστον ένα από τα δύο:

α) Να παρουσιάζει επίτηδες, σε κάποιο βαθμό, γεγονότα με σχετική ανακρίβεια.
β) Το κοινό πρέπει να απέχει, ως ένα βαθμό, από το θέμα που παρουσιάζεται ή να μην έχει, ως ένα βαθμό, αρκετές γνώσεις για το θέμα που παρουσιάζεται.

Γι’ αυτόν το λόγο, είναι πιο πιθανό όλες αυτές οι σειρές με πρωταγωνιστές εφήβους με τους αισχρούς διαλόγους να αρέσουν περισσότερο σε έναν ενήλικο, παρά σε έναν έφηβο.

Επειδή οι διάλογοι είναι αισχροί και δεν θα γίνονταν ποτέ από εφήβους και ένας έφηβος το ξέρει, ενώ κάποιος που απέχει ηλικιακά μπορεί μόνο να μαντέψει και πιο εύκολα να δεχτεί κάτι ως σωστό, αν το υπόλοιπο πακέτο είναι πειστικό της παρουσίασης μια γενιάς εφήβων.

Ή ένα έργο βασισμένο σε αληθινά γεγονότα θα είναι πιθανώς πιο εύληπτο από κάποιον που δεν γνωρίζει αυτά τα γεγονότα. Μια ιστορία για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι πιο εύκολο να γίνει αποδεκτή ως αληθινή ή πειστική από κάποιον που δεν γνωρίζει για τα γεγονότα ή πολύ περισσότερο σε σχέση με κάποιον που μετείχε σε αυτά.

Τα κριτήρια που απαιτεί ο καθένας για να πειστεί είναι διαφορετικά.

Γι’ αυτό αντίστοιχα τα μάτια πολλών χαρακτήρων σε σειρές κινουμένων σχεδίων είναι μια μουντζούρα και δεν σε πειράζει, γιατί είναι ταιριαστό και σωστό για ένα καρτούν να είναι έτσι.

Από τη στιγμή που απεικονίζει τα βασικά χαρακτηριστικά των ηρώων του ως ορθά για να καταλαβαίνεις ότι είναι άνθρωποι, ζώα ή ανθρωπόμορφα ζώα, μπορεί έπειτα να παίζει με τις λεπτομέρειες και το στυλ του χωρίς να μοιάζει ξένο το χρώμα μαλλιών, ματιών, τα τέσσερα αντί για πέντε δάκτυλα ή μια πάπια με μπλούζα αλλά όχι παντελόνι.

Θέλω να καταλήξω στο ότι με μια ιστορία που παρουσιάζει απόλυτα πειστικά την εποχή, τους χαρακτήρες, τα μέρη, την ατμόσφαιρα όλη σε βαθμό που ούτε για μια στιγμή δεν νιώθεις ότι κάτι δεν κολλάει, τόσο σε αυτό που παρουσιάζει όσο και στην πλοκή, τότε μπορείς να καταφέρεις ό, τι θέλεις να έχει νόημα και να τραβήξει την αντίδραση που επιδιώκεις.

Τουλάχιστον θεωρητικά.

Ας γυρίσουμε λοιπόν, έχοντας αυτά στο μυαλό μας, πίσω στον τρόμο.
“We make up horrors to help us cope with the real ones.”

Θα ήταν το καλύτερο απλά να μην πεις ότι έργο σου δεν είναι τρόμου για να τρομάξεις κάποιον;

Ίσως, μα αυτοί δεν είναι οι κανόνες του παιχνιδιού. Δεν εννοούμε αυτό όταν κάνουμε λόγο για τον φόβο του αγνώστου. Πρέπει να παίξεις ξέροντας ότι το κοινό σου γνωρίζει και αναμένει κάτι συγκεκριμένο.

Έχει διαβάσει το οπισθόφυλλο, έχει δει τα tags, έχει ξεφυλλίσει λίγο το βιβλίο, έχει δει το εξώφυλλο…

Περιμένει τρόμο.

Περιμένει τρόμο με έναν τρόπο που δεν έχει συνηθίσει ή δεν έχει ξαναδεί ίσως. Σε αντίθεση με άλλου είδους έργα, εδώ οι συνηθισμένες φόρμουλες δεν είναι το ίδιο αποτελεσματικές όσο περισσότερο επαναλαμβάνονται.

Κάποια στιγμή, καταλαβαίνεις πού οδηγεί το χτίσιμο της ατμόσφαιρας στο βιβλίο όπως βλέπεις και τα jump scares να έρχονται στις ταινίες. Και όταν γίνει αυτό, είναι πιο δύσκολο να επηρεαστείς.

Δεν ξέρω αν συμβαίνει μόνο σε μένα, μα όσο περισσότερη τριβή έχεις με κάτι, τόσο περισσότερο το βλέπεις με άλλο μάτι.

Θα έπρεπε, θεωρώ, να περιμένεις ότι οι αναγνώστες του τρόμου είναι ψημένοι στο είδος και το δικό σου εγχείρημα δεν θα τους πιάσει απροετοίμαστους.

“As much as I didn’t want to be constricted by one genre, I came to realize that by saying I wouldn’t write horror again, I was constricting myself in that way, too.”

Έχω να προτείνω μερικούς τρόπους για να μεγιστοποιήσεις το τρομακτικό στην ιστορία σου:

Για αρχή, μην προσπαθήσεις να τρομάξεις κανέναν.

Κράτα το ότι θέλεις αυτό που φτιάχνεις να είναι μια ιστορία τρόμου για τον εαυτό σου. Ακόμη και αν έχει φαντάσματα, δολοφόνους, στοιχειωμένα μέρη ή κάτι άλλο στερεοτυπικό των ιστοριών τρόμου, μην το βαφτίσεις ως ιστορία τρόμου. Γράψε με το σκεπτικό ότι θα ήθελες να είναι, μα μην το βάλεις στο προσκήνιο.

Μπορεί να καταλήξει να μοιάζει περισσότερο σαν μια ιστορία φαντασίας, αστυνομική, μυστηρίου, κτλ. που κατέληξε να τρομάξει κάποιον όντως και αυτό είναι προτιμότερο απ’ το να καταλήξει μια όχι τόσο τρομακτική ιστορία που το φανταστικό, αστυνομικό, μυστήριο, κτλ. κομμάτι της ήταν εντάξει.

Η σκέψη είναι ότι αν δεν προσπαθείς επιτηδευμένα να γράψεις τρομακτικά, θα χτίσεις βάσεις για μια καλύτερη ιστορία την οποία μπορείς έπειτα να εμπλουτίσεις κατάλληλα.

Εξερεύνησε τα είδη που μπορείς να υπηρετήσεις.

Αν θέλεις να ανήκεις στους συγγραφείς του τρόμου, δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να το κάνεις. Ο βικτωριανός τρόμος και η δομή των ιστοριών φαντασμάτων τους για παράδειγμα μπορεί να μην είναι αυτό που κάποιος σήμερα περιμένει από μια τρομακτική ιστορία, μα σίγουρα αποτελούν ιστορίες τρόμου.

Θα προτείνω μερικά δείγματα, όπως τα έργα του Edgar Allan Poe, “The Signal Man” του Charles Dickens και “The Turn of the Screw” του Henry James.

Φυσικά, για τολμηρούς που επιθυμούν να επιχειρήσουν κοσμικό τρόμο υπάρχει η βιβλιογραφία του H. P. Lovecraft.

Από ανθολογίες/συλλογικά (σύντομα) έργα έχω να προτείνω το εξαιρετικό “Παράξενες Ιστορίες” και από εγχώρια προϊόντα το “Ερασιτέχνες Δολοφόνοι” του Λευτέρη Μπούρου.

Επειδή οι ταινίες είναι ίσως πιο προσβάσιμες απ’ τα βιβλία, θα προτείνω και μια σχετικά πρόσφατη με τίτλο “The Lodgers”.

Η σκέψη είναι ότι δεν χρειάζεται καν να τρομάξεις κάποιον για να γράψεις τρόμο, ακόμη και καλό τρόμο.

Ρίξε περισσότερο βάρος στην παρουσίαση.

Κάνε σκόπιμη προσπάθεια να βελτιώσεις τα τεχνικά μέρη του έργου. Το μέγεθος των προτάσεων, τις λέξεις που διαλέγεις, τη ροή των παραγράφων και τον τρόπο σκηνοθεσίας και περιγραφής.

Είναι σημαντικό όχι μόνο να είναι ικανή να τρομάξει κάποιον η ιστορία σου, μα να μπορεί να το κάνει και μέσα απ’ τον τρόπο που γράφεις.

Διαβάζοντας αρκετά και γράφοντας αρκετά, θα βρεθεί τελικά η σωστή ισορροπία για την ιστορία που θες να πεις.

Όπως σε κάθε είδος, έτσι και στο συγκεκριμένο παίζει ρόλο το στυλ και αν είναι παράτερο θα κοστίσει αρκετά. Σκοπός είναι να διατηρείται απ’ όλες τις απόψεις το immersion.

“[…] I use clichés and archetypes because I love it, but only if I’m able to twist and play with them and make something personal out of it and make a film that resembles me […]”
Τέλος, ξάφνιασε σκόπιμα τον αναγνώστη.

Ξέρεις ότι περιμένει να τρομάξει. Μην του το δώσεις. Κάνε τον να αμφισβητήσει το τι διαβάζει και να αναρωτηθεί «πού είναι ο τρόμος;». Όταν οι άμυνές του χαλαρώσουν, τότε θα είναι πιο δεκτικός και θα γίνει πιόνι σου.

Είναι και ζήτημα αυθυποβολής και μπορείς να τον βγάλεις με προσπάθεια ή ταλέντο απ’ την ασφάλεια που αρχικά θα νιώθει.

Για παράδειγμα, ακολούθησε αυτό που συνηθίζω να ονομάζω «Κορεάτικη σχολή». Μην αφήσεις να γίνει τίποτε τρομακτικό, βίαιο ή κακό στους χαρακτήρες μέχρι το τέλος, το τρίτο μέρος, την κορύφωση του έργου ή όπως σε βολεύει ανάλογα τί γράφεις.

Τι θα κάνεις έως τότε; Χτίσε όσο καλύτερα μπορείς τους χαρακτήρες, την πλοκή και το πλαίσιο, ώστε όταν φτάσει η στιγμή ο αναγνώστης όχι μόνο να αναρωτιέται τι θα γίνει, γιατί δεν έχει γίνει τίποτα ως τώρα, αλλά και να νοιάζεται για την τύχη των χαρακτήρων και την έκβαση των γεγονότων.

Στην τελική, να ανησυχεί κάποιος και να αισθάνεται αμήχανα απ’ την ίδια την δομή του έργου που παρεκκλίνει απ’ το προβλεπόμενο είναι ξεκάθαρα ένας τρόπος να τον μπλέξεις συναισθηματικά.

Πολλές φορές παραβλέπεται ότι πολλά έργα τρόμου, όπως για παράδειγμα οι εξαιρετικές ταινίες του Pascal Laugier “Martyrs” και “Incident in a Ghostland”, είναι πετυχμένα επειδή χτίζουν σασπένς πρώτα απ’ όλα μέσα απ’ την αβεβαιότητα κι έπειτα απ’ τα γεγονότα.

“What terrified me will terrify others; and I need only describe the specter which had haunted my midnight pillow.”
Μην διαλέξεις να αναπαράγεις αυτά που τρόμαξαν εσένα και γράφτηκαν από άλλους. Γράψε αυτό που πραγματικά θα σε έκανε να τρομάξεις.

Όσο πιο ενδόμυχη είναι η προσπάθεια, τόσο περισσότερο αληθινή θα φτάσει στα μάτια των επίδοξων αναγνωστών. Ο στόχος να είναι να νιώσουν ανήσυχα. Να σταματήσουν και να αναρωτηθούν για κάτι.

Όσο μικρός στόχος κι αν ακούγεται, είναι πιο ρεαλιστικός απ’ το να περιμένεις να τραβήξεις συναισθήματα όπως φόβος ή τρόμος.

Μπορείς να κάνεις κάποιον να νιώσει άβολα με τις συγγραφικές σου δυνατότητες;

Τότε, για μένα, κέρδισες.

Credits

Stephen King photo credit: bunkosquad / Michael Femia – https://www.flickr.com/photos/bunkosquad/17915541/ “Stephen King at the Harvard Book Store.”

Pascal Laugier photo credit: Matthew Turner – https://www.flickr.com/photos/filmfan/3372004633/in/photostream/

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά