Διήγημα: “Ο χαμένος άνθρωπος” του Βασίλη Ξενόπουλου

by Nyctophilia

Το διήγημα “Ο χαμένος άνθρωπος” του Βασίλη Ξενόπουλου συμμετείχε στη στήλη “Your Nightmares” 2021 με θέμα “Παράξενα Αντικείμενα”.

Η Ευαγγελία κρατούσε στα χέρια της την αρχαία επιγραφή. Ήταν μία κυκλική πλάκα που είχε χαραγμένα αυλάκια σε σπείρες και σύμβολα που έμοιαζαν με γράμματα. Η γλώσσα όμως της ήταν άγνωστη. Κάποτε ήταν χρωματισμένη. Τώρα έχει μείνει μόνο το κόκκινο το κερατόλιθου. Η υπόθεση που είχε κάνει ήταν πως απεικονίζει τον κόσμο. Ή, αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε σύγχρονες λέξεις, το σύμπαν.

Αυτό που της έκανε εντύπωση στην αρχή της ακαδημαϊκής της καριέρας ήταν πως ενώ οι λέξεις μπορούν να ζήσουν αιώνες και να περάσουν μέσα από την ιστορία σχεδόν αλώβητες, η έννοια πίσω από αυτές αρκετές φορές άλλαζε. Έτσι η λέξη “κόσμος” μετέφερε μία πολύ μεγάλη έννοια, που περιείχε μέσα της τα μυστήρια της ύπαρξης, από τη δημιουργία μέχρι και το τέλος, έχοντας τον άνθρωπο εντός αυτού. Τώρα η ίδια λέξη μεταφέρει κάτι πιο υλικό, που τα μυστήρια του αποκαλύπτονται από τις επιστήμες.

Η ίδια ήταν επιστήμονας, αν και πολλές φορές ένιωθε πως ήταν κάτι περισσότερο. Οι δυνάμεις που ζούσαν μέσα της, την οδηγούσαν σε αναζητήσεις έξω από το πεδίο της λογικής. Είχε πλέον την πεποίθηση πως οι θρησκευόμενοι άνθρωποι αρχαίων εποχών, παρόλο που ήταν δεισιδαίμονες και είχαν παραξενιές που εμείς δύσκολα θα μπορούσαμε να ανεχτούμε, ζούσαν σε έναν κόσμο όπου κάθε τι ορατό και μη ορατό είχε κάποια θεϊκή καταγωγή, είτε αυτή ήταν χθόνια, είτε ουράνια. Εκ πρώτης όψεως δεν προκαλεί κάποια εντύπωση. Αλλά αν κάποιος προσπαθήσει να μπει στην θέση ενός αρχαίου ανθρώπου θα έπρεπε ταυτόχρονα να δεχτεί και να πιστέψει την κοσμολογία της εποχής και του εκάστοτε πολιτισμού. Με άλλα λόγια, δεν πίστευαν πως υπάρχουν θεοί. Υπήρχαν θεοί. Και μάλιστα υπήρχαν πριν τον άνθρωπο. Εμείς ήρθαμε να ζήσουμε στον κόσμο τους. Τώρα, ο σύγχρονος άνθρωπος τους έχει αποκαθηλώσει και έχει κάτσει στον θρόνο τους.

Αυτό ήταν το μυστήριο που την ταλάνιζε. Ο δίσκος απεικόνιζε σε σπειροειδή μορφή μία ακολουθία γεγονότων, από την Αρχή μέχρι το Τέλος, όπως είχε υποθέσει η ίδια. Σταδιακά άρχισε να αποκαλύπτεται μέσα στο μυαλό της, όπως όταν βλέπουμε το σκοτάδι να χάνεται από το φως του ήλιου που ανατέλλει πίσω από βουνά και σύννεφα, πως το κλειδί για το μυστήριο ήταν η γλώσσα. Όχι κάποια συγκεκριμένη γλώσσα, αλλά η μία, ενιαία, πρώτη, πανανθρώπινη Γλώσσα.

Τα τελευταία πέντε χρόνια, έπειτα από μία έκλαμψη που είχε καθώς μελετούσε την Γραμμική Β’ στο γραφείο της, είχε αφοσιωθεί στην αναζήτηση της καταγωγής της γλώσσας. Πίστευε, σχεδόν σε βαθμό που έκανε τους συναδέλφους της να χάνουν την ψυχραιμία τους με την άκαμπτη στάση της, πως η Γλώσσα δημιούργησε τον κόσμο. Και δεν ήταν μόνο αυτό.

Η θεωρία της είχε προκαλέσει εντύπωση, κυρίως αρνητική, στους κύκλους των αρχαιολόγων και γλωσσολόγων. Σαν να μην έφτανε αυτό, μέσα στο χορό της έχθρας είχαν μπει και οι διανοούμενοι στον ευρύτερο κύκλο της. Ήταν άλλωστε αιρετική θεωρία και ταυτόχρονα επικίνδυνη, γιατί έθετε το παιχνίδι της ύπαρξης σε μη επιστημονικές βάσεις. Τουλάχιστον έτσι ισχυρίζονταν οι περισσότεροι. Η ίδια δεν έβλεπε κάποια σύγκρουση μεταξύ της θεωρίας της και των αξιωμάτων των επιστημών. Άλλωστε δίχως γλώσσα δεν θα υπήρχαν επιστήμες.

Αυτό που δεν γνώριζε κανένας όμως ήταν πως τη θεωρία συνέχισε να την αναπτύσσει μέσα στα χρόνια, χωρίς να αποκαλύπτει σημαντικά στοιχεία. Καθώς έπρεπε να δικαιολογεί την ύπαρξή της στο ερευνητικό του τμήματος αρχαιολογίας, κάθε τόσο κατέθετε εργασίες. Φρόντισε όμως πάντοτε, πολλές φορές σε βάρος την έρευνας της, να δομεί κάθε εργασία της με τέτοιο τρόπο ώστε τα στοιχεία που έδινε να ήταν ακριβώς όσα χρειαζόταν χωρίς να εκθέτει την καρδιά της θεωρίας της, καθώς και την ίδια της την καρδιά στην εχθρότητα των άλλων.

Με στωικότητα και βεβαιότητα αγίου, δεχόταν τη σκωπτικότητα των συναδέλφων της, χωρίς ποτέ να κάνει βήμα πίσω. Η φήμη της είχε αρχίσει να φθείρεται, παρόλο που ο επαγγελματισμός της ήταν άρτιος και η συμπεριφορά της ευγενική απέναντι σε όλους. «Είναι πολύ σημαντικό για να το επιτρέψω να χαθεί», έλεγε στον εαυτό της και συνέχιζε να μελετά, να αναπτύσσει τη θεωρία της και να δέχεται κριτική, παρόλο που ήταν πεπεισμένη πλέον πως κανείς τους δεν νοιάζεται για την αλήθεια. Τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που νοιαζόταν αυτή.

Ένιωθε έξαψη. Ένα συναίσθημα ότι πλησιάζει σε κάτι μεγάλο, που ξεφεύγει από τις συμβατικές αντιλήψεις. Ένα συναίσθημα που είχε νιώσει πρώτη φορά μικρή, στον ενθουσιασμό της εξερεύνησης έξω από τα όρια του χωριού της, και αυτή η έξαψη ήταν η μόνη απάντηση στη σκεπτικότητα και τον χλευασμό που συναντούσε. Η εμμονή της και η βεβαιότητα της ότι θα πετύχει, έκρυβαν μέσα τους αυτό το μικρό κορίτσι που κοιτούσε το άγνωστο με ένα σκαλισμένο ξύλο στο χέρι και όδευε προς αυτό, όπως τα παιδιά που θέλουν να αρνηθούν την ασφάλεια της μητέρας και να χαθούν μέσα στο άγνωστο. Έτσι χτίζονται οι προσωπικότητες.

Σήκωσε τα μάτια της από τον δίσκο και κοίταξε την κυκλική υποδοχή στην ανάγλυφη τοιχογραφία που κοσμούσε το εσωτερικό ενός μικρού σπηλαίου κοντά στο Κωρύκειο Άντρο. Τον φόρεσε στην υποδοχή και απομάκρυνε τα χέρια της περιμένοντας κάτι μαγικό να συμβεί. Τίποτα τέτοιο όμως δεν συνέβη. Αυτό που είδε όμως ήταν πως ο κύκλος ήταν ένα κομμάτι από ένα μεγαλύτερο σύνολο.

Εκτίμησε πως η τοιχογραφία φτιάχτηκε πριν τα Ομηρικά χρόνια. Ίσως να ήταν ο θεμέλιος λίθος που οδήγησε στην ίδρυση του Μαντείου των Δελφών, την εποχή πριν από την έλευση των Ολύμπιων Θεών.

Η Ευαγγελία έκανε ένα βήμα πίσω και κοίταξε με θαυμασμό και δέος την τοιχογραφία. Μία θεότητα με μαύρα φτερά αιωρούνταν και στα χέρια της είχε τον Δίσκο. «Νυξ», είπε με βεβαιότητα. «Ώστε αυτός είναι ο Δίσκος σου». Έκανε ακόμη ένα βήμα για να δει καλύτερα.

Κάτω από την Νύκτα, ο Κρόνος στο ένα του γόνατο είχε τα χέρια του ανοιχτά προς τα επάνω και περίμενε να του δοθεί κάτι. «Ο Δίσκος. Παρέδωσε τον κόσμο στον Κρόνο». Περιεργάστηκε τη μορφή του. Έδειχνε νέος, προτού ακόμη αποκτήσει κοσμική δύναμη. Αν ίσχυε αυτό που έβλεπε, έδινε μια διαφορετική τροπή στο μύθο.

Ακούμπησε τα δάχτυλά της στην περιφέρεια του Δίσκου. Είχε δημιουργηθεί εκ προθέσεως ως αποσπώμενο κομμάτι. Ήταν λαξευμένος κερατόλιθος με τα σημάδια της δουλειάς να φαίνονται ακόμη. Αν εξαιρέσουμε ένα πολύ μικρό κομμάτι που έφυγε από την περιφέρεια, ήταν σε απροσδόκητα καλή κατάσταση. Αλλά ακόμη δεν είχε καταλάβει το σκοπό του. «Ίσως τον κυκλοφορούσαν όταν είχαν λατρευτικές τελετές», είπε. Αριστερά στην τοιχογραφία και πίσω από τον Κρόνο φαίνονταν όλοι οι Τιτάνες και από πάνω τους είχε έναν θόλο με σκαλισμένα άστρα και τον Ήλιο στην άκρη του. «Ο Ουρανός», σκέφτηκε.

Κοίταξε τον βραχώδη θόλο από πάνω της. Πρέπει να έφτανε κοντά στα τρία μέτρα. Αν δεν είχε τόση υγρασία, θα ένιωθε άνετα. Μικροί σταλακτίτες κρέμονταν. Μια μικρή οπή άφηνε λιγοστό φως να περάσει. Ίσως κάποιο λεπτό, μια συγκεκριμένη μέρα τον χρόνο, να περνούσαν ακτίνες του ήλιου από εκεί και να φώτιζαν το έδαφος δημιουργώντας ένα λεπτό, φωτεινό δόρυ.

Πλησίασε στην τοιχογραφία και αφαίρεσε τον δίσκο, έχοντας πλέον μια πλήρη εικόνα, όπου ο κόσμος, ο κόσμος μας, ήταν ένα μικρό κομμάτι της Δημιουργίας και μάλιστα είχε παραδοθεί ως δώρο. Αυτή ήταν η αρχική της υπόθεση.

«Ίσως», είπε η Λία και έφερε τον δίσκο κοντά της και ξεκίνησε να τον μελετάει πάλι.

Παρόλο που πίστευε πως ο Δίσκος έδειχνε τον κόσμο, δεν είχε πάνω του σκαλισμένες εικόνες ή αναπαραστάσεις, αλλά σύμβολα που ήταν γράμματα. Αυτό που της είχε κάνει εντύπωση βέβαια ήταν πως τα γράμματα έμοιαζαν να προέρχονται από ένα προχωρημένο πολιτισμό, πιο κοντά στις σύγχρονες γλώσσες παρά στον συμβολισμό της Γραμμικής Β’.

Αν η υπόθεση της πως η Γλώσσα δημιούργησε τον Κόσμο ήταν σωστή, τότε η Νύκτα παρέδωσε την Γλώσσα στον Κρόνο και αυτός χρησιμοποίησε τη Γλώσσα για να κυβερνήσει τους θεούς και τον άνθρωπο.

«Ίσως ο δίσκος να ήταν αποσπώμενος για να δείξουν την πάλη του ανθρώπου να απελευθερωθεί από την τυραννία του Κρόνου.» είπε η Ευαγγελία. Στεκόταν μόνη της μέσα στο σπήλαιο, έχοντας τον ηλεκτρικό φωτισμό στραμμένο πάνω στην τοιχογραφία και το αμυδρό φως της ημέρας να μπαίνει από πίσω. Η υγρασία είχε αρχίσει να την ενοχλεί.

«Πρέπει να μιλήσω με την Έλενα», αναφώνησε. Ξαναέβαλε τον δίσκο πίσω και έβγαλε όσες περισσότερες φωτογραφίες μπορούσε. Όταν τον ξαναπήρε και τον κράτησε στα χέρια της, ένα τρέμουλο διαπέρασε την ράχη της.

Γύρισε και κοίταξε την φωτεινή είσοδο της σπηλιάς και φαντάστηκε μια ακολουθία από ανθρώπους ντυμένους με τελετουργικά ρούχα, να βγαίνουν προς τα έξω με τον Αρχιερέα πρώτο να κρατά τον δίσκο. «Από το σκοτάδι στο φως», ψιθύρισε, νιώθοντας ότι σύντομα θα έλυνε το μυστήριο. «Ο άνθρωπος έκλεψε τη Γλώσσα από τους Θεούς. Και την έδωσε στον άνθρωπο».

Η έξαψη εμφανίστηκε πάλι μέσα της. Ήταν ένα αίσθημα ζεστασιάς στην κοιλιά της. Ήταν ολοκλήρωση. Πραγμάτωση. Μοίρα. Ποτέ δεν μπορούσε να βρει τις κατάλληλες λέξεις. «Είναι η επανάσταση του ανθρώπου απέναντι στους Θεούς. Είναι η αυγή του σύγχρονου πολιτισμού», είπε και τα μάτια της βούρκωσαν καθώς άρχισε να βλέπει πως όταν η Γλώσσα “βγήκε” στο φως, γεννήθηκε ο λογικός άνθρωπος. «Homo Logicus», είπε. Έπειτα κοίταξε την τοιχογραφία. «Homo Deus» και μετά τη διαδρομή από την τοιχογραφία στην είσοδο. «Homo Liturgicus».

Ξαφνικά ένιωσε λύπη. Μία λύπη που βρισκόταν μέσα της για χρόνια και που τώρα την αγκάλιασε και την έσφιξε. Τόσα χρόνια κυνηγούσε να βρει κάτι που ήταν χαμένο. Χαμένο μέσα στην ιστορία, στους μύθους, χαμένο μέσα από την ψυχή της. Ένα κομμάτι που αν το έβρισκε θα ήταν πάλι ολοκληρωμένη, τον κρίκο που ένωνε τον Θεό με τον άνθρωπο. «Homo Liturgicus», είπε ξανά.

Κράτησε τον δίσκο στην αγκαλιά της και άρχισε να περπατάει προς τη φωτεινή είσοδο, αναδημιουργώντας πάλι μία τελετουργία, φέρνοντας στο φως αυτήν την φορά τον χαμένο άνθρωπο. Τα μάτια της είχαν βουρκώσει. «Αυτός που μεταφέρει την γνώση», είπε η φωνή μέσα στο κεφάλι της. Σταμάτησε και κοίταξε πάλι προς το σκοτάδι. Το μυαλό της πήγε στην βιβλική μυθολογία. «Εωσφόρος», είπε. «Ο φορέας του φωτός».

Η ομοιότητα μεταξύ των δύο την τάραξε. Ήταν όμως αρκετά εύκολο να διακρίνει κάποιος πως μεταξύ Ελληνικής και Εβραϊκής μυθολογίας υπήρχαν κάποιες σημαντικές διαφορές. Διαφορές οι οποίες, πολιτισμικά, εξέφραζαν ανόμοιες αντιλήψεις για τον ρόλο του ανθρώπου στον κόσμο. Στον Ελληνισμό, ο Προμηθέας προστάτεψε τον άνθρωπο δίνοντας του γνώση. Και ο Αρχιερέας μιμούνταν τον Προμηθέα. Μία γέφυρα που ενώνει τον άνθρωπο με το θείο. Ενώ ο Εωσφόρος απομάκρυνε τον άνθρωπο από τον Θεό.

«Ταυτόχρονα όμως υπάρχουν και ομοιότητες. Οι θεοί δεν μοιράζονται τη γνώση. Μία θεότητα τη δίνει στον άνθρωπο. Και στις δύο περιπτώσεις, ο άνθρωπος καταλήγει να κόβει τα δεσμά του με το θείο».

Σκούπισε τα μάτια της και προσπάθησε να συνέλθει. Υπενθύμισε στον εαυτό της ότι ήταν εκεί για να ολοκληρώσει την εργασία της και δεν ήταν η κατάλληλη ώρα για εορτασμούς, έστω και μοναχικούς. Γα μια στιγμή μόνο θυμήθηκε την Έλενα και επανέφερε το μυαλό της στην δουλειά. «Χρόνος», είπε. «Χρόνος και Γλώσσα».

«Δεν μπορεί να υπάρχει κόσμος δίχως χρόνο. Αυτά τα δύο πάνε μαζί». Πέρασε από την είσοδο της σπηλιάς στο φως του ήλιου, που είχε αρχίσει το δεύτερο μισό του ημερήσιου κύκλου του, έχοντας ακόμη κρατημένο στην αγκαλιά της τον Δίσκο.

«Αν η Γλώσσα δημιούργησε τον Κόσμο, τότε δημιούργησε και τον Χρόνο. Άρα υπάρχει μια αρχή». Το βλέμμα της προς στιγμήν έδειξε σύγχυση και μετά καθάρισε πάλι «Η Γλώσσα δεν είναι εργαλείο, αλλά ον», είπε ενθουσιασμένη. «Πώς μου είχε διαφύγει;» Για χρόνια αντιμετώπιζε τη γλώσσα όπως την αντιμετωπίζουν όλοι οι ειδικευμένοι επιστήμονες, αλλά, ακόμη και ασυνείδητα, όλοι οι άνθρωποι. Ως ένα εργαλείο. Μία λειτουργία. Κάτι ξεχωριστό από τον άνθρωπο. Αλλά αυτό; Αυτό τα αλλάζει όλα.

Γύρισε προς τα πίσω και κοίταξε την σκοτεινή είσοδο της σπηλιάς. Έφερε στο μυαλό της την εικόνα από την τοιχογραφία. Την Νύκτα να παραδίδει τον Κόσμο στον Κρόνο. «Ω Θεέ μου», φώναξε και κοίταξε τον Δίσκο στην αγκαλιά της. «Είναι ο γιος της. Παρέδωσε στον Κρόνο τον Γιο της».

Σήκωσε το κεφάλι της προς τον ουρανό. Ήταν καθαρός με λίγα σύννεφα, σε αντίθεση με το μυαλό της που άρχισε να βυθίζεται στο σκοτάδι. Της ήταν γνώριμο αυτό το σκοτάδι. Είχε πέσει εκεί μέσα αρκετές φορές κατά της αναζητήσεις της, και όταν αναδυόταν είχε μια βαθύτερη κατανόηση των ζητημάτων που την απασχολούσαν και νέες ιδέες. Ήταν ένα δημιουργικό σκοτάδι, γεμάτο γνώσεις θαμμένες που δεν μπορούσε να τις βρει σε κανένα βιβλίο.

Έπιανε πολλές φορές τον εαυτό της να το αναζητά, να το προσμένει. Είχε μάθει πως έπρεπε να ακολουθεί κάποια μοτίβα, να κάνει κάποια πράγματα ώστε να ανοίξουν οι πύλες της συνείδησής της και να βυθιστεί μέσα σε εκείνο το αρχέγονο, δημιουργικό σκοτάδι. Με τον καιρό είχε αναπτύξει τη δική της τελετουργία χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει.

Αυτή τη φορά όμως το σκοτάδι ήρθε σε αυτήν απρόσμενα, ύστερα από μία σειρά αποκαλύψεων. Και τότε την χτύπησε. Ήταν σαν φωτεινή αστραπή μέσα στο κεφάλι της. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια της. Έπεσε στα γόνατα της και έκλαιγε μα αναφιλητά, σφίγγοντας στην αγκαλιά της τον Δίσκο, γιατί πλέον είχε καταλάβει τι κρατούσε στα χέρια της.

Μέσα στα αναφιλητά της επαναλάμβανε συνέχεια την ίδια φράση, και κάθε φορά που την ξεστόμιζε, το σώμα της γέμιζε με αγάπη. Ένα συναίσθημα σπάνιο, σαν να έχει βυθιστεί μέσα σε μια λίμνη διάφανη με κρυστάλλινα, ζωντανά νερά. Άνοιξε τα μάτια της και είδε τις ακτίνες του φωτός να διαθλώνται και να φωτίζουν το υδάτινο σώμα. Την επιφάνεια που την περίμενε να αναδυθεί. Αλλά δεν βιαζόταν. Ήθελε να μείνει εκεί για όσο περισσότερο μπορούσε. Αν μπορούσε να αναπνεύσει το νερό, θα το έκανε. Και θα έμενε εκεί για πάντα. Σαν ένα ψάρι μέσα στα γλυκύτερα νερά που υπάρχουν. Να κουνάει την ουρά της χαρούμενα, γνωρίζοντας πως βρίσκετε στο πιο ασφαλές μέρος του κόσμου.

Αλλά έπρεπε να αναδυθεί. Υπήρχε ένας άλλος κόσμος, ο κόσμος μας, που την περίμενε. Ο κόσμος της φθοράς και της διαφθοράς. Ο κόσμος του φθόνου και των συγκρούσεων, όπου η αλήθεια παίζει μικρό ρόλο, ή ακόμη και αρνητικό. Ο κόσμος από τον οποίο προσπαθούσε να ξεφύγει από μικρή, γιατί έβρισκε τα αρχαία, τα ερείπια και την αγριότητα της φύσης πιο ειλικρινή. Η ιστορία δεν λέει ψέματα σε αυτούς που θέλουν να την γνωρίσουν.

Πεσμένη στα γόνατα της, καμπουριασμένη γύρω από τον Δίσκο, κρατώντας τον σφιχτά στην αγκαλιά της, έμοιαζε με μητέρα που κρατούσε το παιδί της. Τα δάκρυα της είχαν σταματήσει, αλλά η αγάπη συνέχιζε να αναβλύζει και να καλύπτει τον χώρο γύρω της, ενώ συνέχιζε να επαναλαμβάνει την ίδια φράση μέσα στο μυαλό της, η οποία κάθε φορά αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη δύναμη. Μια φράση που προερχόταν από διαφορετική εποχή και κουβαλούσε μαζί της κάτι που μεταμόρφωσε όλο τον κόσμο. Μία φράση που έμελλε να μεταμορφώσει και την ίδια. Μία φράση η οποία περιέχει μέσα της την ουσία της Δημιουργίας.

Βιογραφικό του συγγραφέα

Ο Ξενόπουλος Βασίλειος γεννήθηκε το 1983 στη Θεσσαλονίκη. Την πόλη όπου μεγάλωσε, φοίτησε και πλέον δουλεύει. Παράλληλα δημιουργεί άλλους κόσμους που μοιάζουν με τον δικό μας. Η πραγματικότητα και η φαντασία τρέφουν η μία την άλλη σε ιστορίες και, πιο σπάνια, ποιήματα. Πρόσφατα δημοσίευσε ένα παραμύθι του «Έρως» στην ιστοσελίδα The Weird Side Daily, το διήγημα του «Η Κραυγή Της Ίριδας» στην ιστοσελίδα Nyctophilia.gr και το ποίημα του «Στους Δρόμους Των Ανέμων» στην ιστοσελίδα Itravelpoetry. Παλαιότερα δημοσίευσε το «Η Κατερίνα των Νεκρών» με το ψευδώνυμο Xenowsky από τις ψηφιακές εκδόσεις Σαΐτα και το «Το Όνειρο Ενός Αστέγου» από της ψηφιακές εκδόσεις 24 γράμματα.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά