“ΧΑΞΑΝ” της Φράνσης Παπουτσάκη (Μέρος ΣΤ’)

by Φράνση Παπουτσάκη

Η Τζάσμπιελ ένιωθε τη δύναμή της να την εγκαταλείπει, όπως ο Θεός εγκατέλειψε τον Υιο του. Με σβησμένη φωνή, έψελνε βιαστικά ό,τι ξόρκι προλάβαιναν να βρουν τα τρεμάμενα χέρια της, τσαλακώνοντας τις ιερές σελίδες του Κλειδιού. Φοβήθηκε πως θα πεθάνει. Πρώτη φορά -σε όλη της τη ζωή- φοβόταν πως θα πεθάνει, κι αν ήθελε να λέγεται Μάγισσα δεν έπρεπε να επιτρέψει ποτέ σε αυτόν τον άθλιο φόβο να την κυριεύσει. Απελπισμένη, στράφηκε στην εξώτερη θεία πρόνοια της Μαγείας.

«Αbrahatabra», ούρλιαξε τρεις φορές σαν δαιμονισμένη, επικαλούμενη τον Άγιο Φύλακα Άγγελό της. Η ομίχλη πύκνωσε γύρω από αυτήν και τον στρατό της, έγινε πάλλευκη, έμεινε ασάλευτη για λίγο, κι έπειτα υποχώρησε σαν φάντασμα το ξημέρωμα, υπακούοντας με δέος στην ουράνια εντολή που ερχόταν. Ο προστάτης που επικαλέστηκε η Τζάσμπιελ πέταξε αμέσως κοντά της κι ανοιγοκλείνοντας τα ασημένια φτερά του, κράτησε τον χρόνο και τον κόσμο ακίνητους, προσφέροντάς της μια στιγμή, μια στιγμή αρκετή για να μπορέσει να δραπετεύσει.

Άρπαξε την ευκαιρία κι έβγαλε το δεξί της χέρι έξω από τον κύκλο, περνώντας το από το άνοιγμα που είχαν δημιουργήσει τα δηλητηριώδη έντομά της, ενώ με το αριστερό ψαχούλευε τα ξόρκια στο Κλειδί. Έχωσε τα δάχτυλά της στο χώμα τραβώντας το κορμί της, χωρίς να σταματήσει να ψέλνει. Πίστεψε πως ακόμη κι αν κατόρθωνε να σπρώξει τον εαυτό της έξω από την παγίδα, θ’ άφηνε πίσω κομμάτια από την σάρκα της˙ τόσο πολύ πονούσε, τόσο καθηλωμένη ένιωθε. Ο στρατός της συνέχιζε να πολεμά για χάρη της, ώσπου η αόρατη θηλιά που την έσφιγγε χαλάρωσε και σαν να τη σήκωσε στην παλάμη του ένα θεϊκό χέρι, βρέθηκε ένα μέτρο μακριά από τον θάνατο. Ο Φύλακας αιωρήθηκε από πάνω της για να βεβαιωθεί πως δεν τον χρειαζόταν πια, χτύπησε τα φτερά του και χάθηκε στο σκοτάδι, αφήνοντας μια κορδέλα από ασημένιο φως πίσω του μέχρι να εξαφανιστεί εντελώς. Η γκρίζα γάτα, σκαρφαλωμένη στον κορμό της λεύκας, κοίταξε την Τζάσμπιελ με μισάνοιχτα μάτια, τέντωσε τα μουστάκια της κι ύστερα ξεγράπωσε τα νύχια της κι ακολούθησε τα ίχνη του Αγγέλου σαν να ήταν κλωστή από κουβάρι.

Η Τζάσμπιελ σηκώθηκε, απελευθέρωσε τον αστράγαλό της από τη δαγκάνα και ξεκίνησε να περπατά παραπατώντας, στηρίζοντας πολλές φορές τον εαυτό της με τα χέρια για να μην σωριαστεί ξανά στο έδαφος. Τα δέντρα έκλειναν γύρω της, κρύβοντάς την απ’ ό,τι την κυνηγούσε. Αιμορραγούσε. Τα πόδια της δεν τη βαστούσαν. Έβγαλε τα μποτίνια της και συνέχισε ξυπόλητη. Τ’ αγκάθια ξέσκιζαν το δέρμα της, μα εκείνη εξακολουθούσε να περπατά έστω και πληγωμένη. Πάση θυσία όφειλε να φτάσει στη Σπηλιά. Ο κόσμος χάθηκε από παντού, βουβάθηκαν όλα. Το μόνο που ακουγόταν στ’ αυτιά της ήταν ο ήχος του ανέμου που ταξίδευε ανάμεσα στα κλαδιά και τους κορμούς των πεύκων, κάνοντας τα κουκουνάρια να κουδουνίζουν μ’ έναν τρόπο που μόνο εκείνη είχε την ευλογία ν’ ακούσει εκείνη την ώρα. Οι ξερόθαμνοι και τα χόρτα κυμάτιζαν ανάμεσα στα δέντρα, κάτω από το πέρασμα του αέρα, κι η Τζάσμπιελ φαντάστηκε πως κάπως έτσι πρέπει να είναι τα κύματα στα μακρινά πελάγη που ποτέ δεν είχε δει, αφήνοντας τις αισθήσεις της να την εγκαταλείψουν πάνω στην πράσινη θάλασσα που την υποδέχτηκε μαλακά. Ο τελευταίος ήχος που άκουσε καθώς το κορμί της συνθλιβόταν ήταν το βούισμα του ανέμου που διέσχιζε τα δέντρα. Παραδόθηκε στο όραμα μιας τεράστιας πυρκαγιάς που κατάπινε τα πάντα. Ένας λύκος ξεπρόβαλε από το Νεκρό Δάσος. Σαν πιστός σκύλος έγλειψε το ματωμένο της χέρι κι έπειτα δάγκωσε το μανίκι της, προσπαθώντας να την τραβήξει όσο πιο βαθιά μπορούσε για να την προφυλάξει. Ένα ρόπαλο προσγειώθηκε στη ράχη του, αφήνοντας έναν κοφτό ήχο στον αέρα.

Ο Σάιμον φόρτωσε την Τζάσμπιελ στον ώμο του και προχώρησε διαλύοντας με τα πόδια του τον στρατό που την είχε υπερασπιστεί. Την κουβάλησε αγόγγυστα μέχρι την μικρή καλύβα που είχε χτίσει κάποτε για να μπορεί να κυνηγάει χωρίς να κινδυνεύει από τον παγετό και το λιοπύρι. Οι νυχτερίδες πέταξαν μαζί τους κι όταν έφτασαν, χώθηκαν σε κάθε τρύπα και χάλασμα και κρεμάστηκαν από κάθε κλαδί, άγρυπνοι φρουροί. Την ξάπλωσε προσεκτικά πάνω στην ξύλινη κουνιστή πολυθρόνα, σκεπάζοντάς την με βαριά, κόκκινη φλοκάτη. Άναψε τη φωτιά, έβαλε τη μικρή χύτρα με νερό να βράζει, ρίχνοντας μέσα ένα μεγάλο κομμάτι ζουμερό κρέας και ένα σωρό μπαχάρια σε πρέζες, κι ύστερα γονάτισε μπροστά της με μια μικρή πήλινη λεκάνη στο πλάι του. Έβρεξε ένα λινό πανί για να της ξεπλύνει τα πόδια από τα αίματα, σκουπίζοντας αργά τις πληγές της κι απομακρύνοντας όλη τη λάσπη από το δέρμα της, ώσπου να ξαναγίνουν κατάλευκα. Έχοντας τις φτέρνες της στις χούφτες, έφερε τα πέλματα της κοντά στα χείλη του και τα φίλησε.

Η Τζάσμπιελ κοιμόταν βαθιά, χαμένη ονειρικά σε μια σκηνή από την παιδική της ηλικία. Στο βουνό που σκέπαζε την πόλη του Μέριν, υπήρχε η παλιά -σχεδόν αρχαία- πέτρινη καλύβα. Έλεγαν πως εκεί κατοικούσε η γριά Μάγισσα του τόπου. Κανείς όμως δεν την είχε δει. Έβρισκαν κόκκαλα από ζώα πεταμένα γύρω από το πέτρινο σπίτι που μισογκρεμισμένο κατόρθωνε ακόμη να στέκεται όρθιο μπροστά στους χειμώνες που περνούσαν από πάνω του, μα τίποτα άλλο δεν μαρτυρούσε πως πίσω από τους τοίχους του χτυπούσε ανθρώπινη καρδιά. Η Τζάσμπιελ θα ορκιζόταν πως έβλεπε καπνό να βγαίνει από την καμινάδα κάθε βράδυ, όμως δεν μιλούσε αφού κανείς άλλος δεν τον είχε δει ποτέ˙ αν ζούσε στ’ αλήθεια η Μάγισσα με το τσουκάλι της εκεί, ζούσε κρυφά κι έπρεπε να το κρατήσει μυστικό.

Ένα σαββατιάτικο απόγευμα, μερικά από τα παιδιά του χωριού, αγόρια και κορίτσια, ανέβηκαν κρατημένα από το χέρι μέχρι το βουνό, αποφασισμένα να λύσουν το μυστήριο. Μαζί τους κι η Τζάσμπιελ. Εκείνη δεν πήγαινε να λύσει τίποτα. Ήξερε. Τους ακολούθησε μονάχα για να μην τους αφήσει να βλάψουν το πλάσμα της νύχτας που είχε φωλιάσει στην καλύβα. Τα παιδιά μάζευαν από κάτω πέτρες και κόκκαλα και τραγουδώντας όλα μαζί ένα ακαταλαβίστικο φρικιαστικό τραγούδι, τις πετούσαν με κακία, τραυματίζοντας κι άλλο το ετοιμόρροπο καταφύγιο. Τα πρόσωπά τους είχαν την τερατώδη έκφραση του αγνού μίσους˙ θαρρείς πως ήταν ικανά να πετροβολούν το σπίτι όσο χρειαστεί μέχρι να πέσει. Η Τζάσμπιελ κοιτούσε ώσπου δεν άντεξε πια να βλέπει να το πληγώνουν και μπήκε μπροστά τους, σηκώνοντας τα χέρια ψηλά, φωνάζοντας «σταματήστε» με όλη της την παιδική γενναιότητα. Οι πέτρες εκσφενδονίζονταν δεξιά κι αριστερά της, χωρίς να την πετυχαίνουν. Από την πέτρινη καλύβα, ακούστηκε η απόκοσμη κραυγή που έβαλε τέλος στην ασύμμετρη μάχη μεταξύ των παιδιών.

«Όλοι εσείς εναντίον της κι εκείνη μόνη της;» ρώτησε η ίδια φωνή ρίχνοντας τον τόνο, σαν να μιλούσε μέσα σε ένα δωμάτιο με κοιμισμένα παιδιά που ήθελε να τρομάξει στον ύπνο τους. Η συμμορία μεταμορφώθηκε σε παρέα από κέρινα αγάλματα. Μαύρος καπνός ξεχύθηκε από κάθε άνοιγμα του σπιτιού, παίρνοντας μορφή γριάς γυναίκας που της τρέχουν τα σάλια από το ξεδοντιασμένο της στόμα.

«Η Κατάρα μου να πέσει επάνω σε σας και σε αυτούς που σας έσπειραν και σε αυτούς που θα σπείρετε εσείς και στα σπέρματα τους και τελειωμό να μην έχει. Μία από μας θα πειράζετε και χίλιες θα φυτρώνουν και θα γεύονται τις σάρκες σας και θα ξεριζώνουν τις ψυχές σας. Όσο θα μας κυνηγάτε, θα είστε οι κυνηγημένοι κι όσο θα χύνετε το αίμα μας, αίμα δικό σας δεν θα στεριώσει στις φλέβες σας. Καταραμένοι να είστε μέχρι το τέλος του Χρόνου».

Ένα αγόρι πέταξε προς το μέρος του καπνού το κόκκαλο που κρατούσε στο παιδικό του χέρι και τα υπόλοιπα τέρατα ακολούθησαν πετροβολώντας το μαύρο σύννεφο που συνέχισε να βρέχει κατάρες. Μία απ’ όλες τις πέτρες πέτυχε την Τζάσμπιελ στο κεφάλι ενώ κοιτούσε αποσβολωμένη, για να λιποθυμήσει στο όνειρο και να ξυπνήσει στη ζωή, ανακαθισμένη σ’ ένα άγνωστο κρεβάτι, τρώγοντας ζεστή μυρωδάτη κρεατόσουπα από ένα ξύλινο κουτάλι. Στο χέρι που την τάιζε αναγνώρισε τον Σάιμον.

Ο ύπνος ξαναγύρισε λίγο μετά γλυκά, χωρίς παιδιά-τέρατα να την πετροβολούν.

Συνεχίζεται…

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά