Ψηφοφορία Λογοτεχνικού Διαγωνισμού εκδόσεων Άλλωστε & Nyctophilia.gr

by Nyctophilia

Aγαπητοί μας λάτρεις του μυστηρίου, του τρόμου, της φαντασίας και του ανεξήγητου,

Σας ευχαριστούμε που αγκαλιάσατε τόσο θερμά το διαγωνισμό μας. Εντυπωσιαστήκαμε και χαρήκαμε όταν λάβαμε περισσότερες από 50 συμμετοχές σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Σήμερα φέρνουμε στην κρίση σας και στη βαθμολόγησή σας τα αποσπάσματα των συμμετοχών που επιλέχθηκαν ως έγκυρα (βάσει θέματος, ημερομηνίας υποβολής, και καταλληλότητας βάσει των όρων του διαγωνισμού).

Οι συμμετοχές αναρτώνται βάσει της γραφής του ονόματος του διαγωνιζόμενου στα αγγλικά, όπως τις λάβαμε μέσω email.

Εδώ παρατίθενται τα αποσπάσματα που οι ίδιοι οι συγγραφείς επέλεξαν ως αντιπροσωπευτικά για τη σχετική ψηφοφορία από το κοινό. Σε κανένα απόσπασμα δεν φαίνεται το τέλος. Κάτω από το καθένα υπάρχει ο ίδιος, κοινός για όλα, σύνδεσμος όπου μπορείτε να ψηφίσετε έως τέσσερις (4) ο καθένας, στο γκρουπ των εκδόσεων Locus-7 και Άλλωστε. Με τον τρόπο αυτό, εσείς θα είστε ο τέταρτος βαθμολογητής του διαγωνισμού.
* Οι συγγραφείς δε ψηφίζουν το δικό τους κείμενο.

Τα μέλη της κριτικής επιτροπής μας είναι:
από την πλευρά της Nyctophilia η Ιλέην Ρήγα,
από τις εκδόσεις “Άλλωστε” ο συγγραφέας του φανταστικού, Έρικ Σμυρναίος, και
συντονιστής ο συγγραφέας και αρθρογράφος Παναγιώτης Κάρδαρης.

Ο πρώτος νικητής θα λάβει δωρεάν το βιβλίο που θα προκύψει από τις βραβευθείσες ιστορίες, και έκπτωση 25% για αγορές έως 5 βιβλίων από τα βιβλία φαντασίας των εκδόσεων Locus-7.

Ο δεύτερος νικητής θα λάβει δωρεάν αντίτυπο του ίδιου βιβλίου κι ένα τεύχος του περιοδικού Nimbus.

Ο τρίτος νικητής θα λάβει δωρεάν το βιβλίο “Νύχτες της Εκάτης” του Γιώργου Μπαλάνου, από τις εκδόσεις Locus-7.

Είμαστε περήφανοι για την αγάπη του κοινού για το χώρο της Φαντασίας, και υποσχόμαστε πως όλοι μας θα συνεχίσουμε άοκνα να τον υπηρετούμε.

Καλή επιτ146376004691428 (1)υχία σε όλουςAlloste-Logo-Transparent

Χριστίνα Σαββανή
Εκδόσεις Locus-7 & Άλλωστε

arg5R

“ΥΠΟΒΟΛΗ ΨΗΦΩΝ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΤΡΙΤΗ 31 ΜΑΪΟΥ”

arg5R

Ενού

Θυμάμαι ακόμη το ανεξέλεγκτο μπουλούκι από ανθρώπινες φάρσες να καταλήγει διαλυμένο στα σημεία του ορίζοντα. Νομίζω τα πρώτα θηρία ήταν δύο. Αφού ξέσκισαν όσους έφυγαν από τα ανατολικά, έστρεψαν την προσοχή τους επάνω μας. Ήμασταν περικυκλωμένοι. Μια ηχηρή ανάμνηση από λάσπη, ούρα, ανθρώπινα εντόσθια και κραυγές που έσκασαν δίπλα μου πρέπει να με έκανε να αρχίσω να τρέχω. Για ένα διάστημα θυμάμαι ότι έτρεχα σε ένα πηχτό, μαύρο σκοτάδι.
Μετά όλα γίνονται ένα χάος από καρέ. Ένα ζευγάρι χέρια με κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του. Θυμάμαι μόνο βίαιες λάμψεις και τραντάγματα. Θυμάμαι να με δένουν σε ένα παχύ σωλήνα του δικτύου ύδρευσης σε ένα κομμάτι που είχε απομείνει λίγη από τη μεταλλική κάλυψη. Η στολή μου πλέον ήταν ένα ύφασμα που βολόδερνε ατσούμπαλα γύρω από τον αριστερό μου αστράγαλο. Θυμάμαι την αίσθηση που είχαν τα κατουρημένα κουρέλια πάνω μου, με τα ξυπόλητα πόδια μου να αρνούνται πεισματικά να συνεργαστούν. Το δέρμα μου ήταν σε ένα αρκετά επικίνδυνο στάδιο αποσύνθεσης και η επαφή με σκουριά δε θα μου έβγαινε σε καλό.
Ο άγνωστος προστάτης φρόντισε να μου σφίξει γερά στο χέρι ένα παλιό γαλλικό κλειδί πριν εξαφανιστεί για να παραπλανήσει την αρκούδα. Θυμάμαι τα κέρατά μου να έχουν τρυπήσει τις σάρκες του καθώς με κουβαλούσε στην αγκαλιά του. Η συγγνώμη μου χάθηκε σε μια ζορισμένη και δύσοσμη εκπνοή. Θυμάμαι μια βραχνή φωνή να μου λέει,
“Χτύπα αυτόν εδώ το σωλήνα. Μην σταματήσεις καθόλου. Θέλω να συγκεντρωθείς στο χτύπο του σωλήνα. Μ’ ακούς;”
Και κάπου εκεί πρέπει να έγνεψα συγκαταβατικά. Εκείνες τις τελευταίες μου ώρες μεταξύ μαυρίλας και λήθης επέτρεψα στον εαυτό μου να φύγει από το μυαλό μου και έκανα χώρο για το σκοτεινό τέρας που κρύβουμε όλοι μέσα μας και λυσσομανάει για επιβίωση. Ο απόλυτος σκοπός μου ήταν ένας: Να χτυπάω με το γαλλικό κλειδί τον σωλήνα.

ΨΗΦΙΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

arg5R

Έξοδος

…ακούστηκε για δεύτερη φορά το ουρλιαχτό ενός άντρα. Όσες τύψεις και αν αισθανόμουν, πήρα τη σκληρή απόφαση να το αγνοήσω και να αφοσιωθώ στην προσωπική μου διαφυγή, όμως ένα νέο εμπόδιο είχε εμφανιστεί αναπάντεχα μπροστά μου. Μέσα στο πυκνό σκοτάδι δυσκολεύτηκα να ερμηνεύσω την περίεργη μορφή, μα ακούγοντας τον ήχο του γρυλίσματος μου σηκώθηκε η τρίχα. Ήμουν τόσο άτυχος που είχα πέσει πάνω στον σκύλο που μου είχε αγριέψει νωρίτερα…
Μένοντας ακίνητος, διέκρινα τη μαύρη μορφή να χωρίζεται στα δύο και στο επόμενο άναμμα της μοναδικής λάμπας βρέθηκα αντιμέτωπος με δύο αγριεμένα σκυλιά. Ήταν κατάμαυρα και υπερμεγέθη σαν λύκοι. Τα μάτια τους ήταν κόκκινα και λαμπερά, ενώ τα επικίνδυνα σαγόνια τους είχαν αποκαλυφθεί με το επιθετικό γρύλισμα. Φοβόμουν να κάνω την οποιαδήποτε κίνηση, αλλά εκείνα άρχισαν να πλησιάζουν αργά προς το μέρος μου. Τόλμησα ένα πρώτο βήμα οπισθοχώρησης. Τα σκυλιά γάβγισαν αμέσως δυνατά, προβάλλοντας ακόμη περισσότερο τα κοφτερά δόντια τους που έσταζαν σάλιο. Ήταν σίγουρο πως ανά πάσα στιγμή θα μου επιτίθονταν, επομένως έπρεπε να το σκάσω προτού μειωνόταν παραπάνω η απόστασή μας.
Αφού πήρα μια βαθιά ανάσα, έστρεψα απότομα τον κορμό μου και ξεκίνησα να τρέχω πίσω στο ασανσέρ. Απευθείας τα σκυλιά επιτάχυναν και η ταχύτητα που κατόρθωσαν να αναπτύξουν μέσα σε δευτερόλεπτα, τα έφερε τρομακτικά κοντά μου. Η απόσταση που με χώριζε από την αιχμηρή δαγκωνιά τους ήταν σχεδόν ένα μέτρο, για αυτό αγνόησα πλήρως τον σφάχτη που με βασάνιζε και συνέχισα να τρέχω μακριά τους. Μόλις έφτασα στο ασανσέρ, άνοιξα αστραπιαία την πόρτα του, πήδηξα μέσα και τράβηξα με δύναμη την πόρτα, με αποτέλεσμα να διαλύσει τα δάχτυλά μου στο μεταλλικό κούφωμα. Μου ξέφυγε μια κραυγή πόνου, μα με ένα ελαφρύ άνοιγμα κατάφερα να τα ελευθερώσω. Καθώς τα δύο λυσσασμένα σκυλιά αλυχτούσαν απ’ έξω και γρατζουνούσαν επίμονα, σκούπισα τα δάκρυά μου και πάλεψα να πατήσω κάποιο κουμπί…

ΨΗΦΙΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

arg5R

Το Καταφύγιο

«Λίγα πράγματα για το κτίριο στο οποίο πρόκειται να μπούμε.» άρχισε να τους λέει ο Τομ κρατώντας ανοιχτή την κάμερα, καθώς σουρούπωνε. «Υπήρξε για χρόνια στην ιδιοκτησία του αμερικανικού στρατού. Χτίστηκε τη χρονιά 1855 και λειτουργούσε ως κέντρο συντονισμού. Πέρασε στα χέρια της CIA την 1 Ιανουαρίου του 1960, η οποία το χρησιμοποίησε για να φιλοξενήσει πρόωρα συνταξιοδοτημένους και ανήμπορους ανθρώπους που υπήρξαν υπάλληλοι της. Από τότε που το κτήριο πέρασε στην κατοχή της μυστικής υπηρεσίας, έχουν ειπωθεί πολλά. Θεωρίες συνωμοσίας πως το συγκεκριμένο οίκημα ήταν στην πραγματικότητα στην κατοχή της ΝΑΣΑ με σκοπό την εξερεύνηση διαφόρων ευρημάτων από το διάστημα. Τότε ήταν μία εποχή δόξας του διαστήματος και της σελήνης. Μην ξεχνάμε την πρώτη επανδρωμένη αποστολή στην σελήνη η οποία πραγματοποιήθηκε το 1968 με την περιβόητη φράση του Νηλ Άρμστρονγκ. Οι θεωρίες συνομωσίας συνεχίζονται μέχρι σήμερα για το συγκεκριμένο μέρος. Λέγεται πως κάτι σκοτεινό βρίσκετε στο συγκεκριμένο υπόγειο. Γι’αυτό και ΝΑΣΑ και CIA σφράγισαν και εγκατέλειψαν το κτίριο στις 31 Ιανουαρίου του 1973.»
«Ενάμιση μήνα μετά την τελευταία επανδρωμένη αποστολή στην Σελήνη!» σχολίασε ο Τζακ, σπάζοντας επιτέλους την σκουριασμένη αλυσίδα και ανοίγοντας προσεχτικά την καγκελόπορτα. «Λέτε να είμαστε τόσο τυχεροί ώστε να κάνουμε την ανακάλυψη του αιώνα;»
«Το πιθανότερο είναι να μην υπάρχει τίποτα εκεί μέσα! Δηλαδή σχεδόν σίγουρο.» μουρμούρισε η Ρομίντα προχωρώντας μπροστά, και μπαίνοντας μέσα στα ψηλά χόρτα.
«Ό,τι και να πεις, η βραδινή εξερεύνηση κάνει το θέμα πιο ενδιαφέρον. Αν και πιο δύσκολο. Αν δεν είχαμε φάει όλη την ημέρα ψάχνοντας για το συγκεκριμένο μέρος, θα μας ήταν πιο εύκολο να δουλέψουμε την ημέρα. Μετά από εσάς μελαχρινή μου κορασίδα» είπε χαμογελώντας στην Τζάνετ, αφήνοντας την να προχωρήσει πίσω από την Ρομίντα. Τελευταίοι στην αυλή μπήκαν ο Τζακ και ο Τομ με τις κάμερες τους.

ΨΗΦΙΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

arg5R

Τα παιδιά του Μεγαλοδύναμου

“…Τα δάση του πλανήτη Γη έχουν εξαφανιστεί. Οι ωκεανοί και οι θάλασσες έχουν στερέψει, η Γη τους έχει ρουφήξει στο εσωτερικό της. Πηγή νερού για τους ζωντανούς είναι πλέον οι γεωτρήσεις που σαν τεράστιοι κρατήρες στολίζουν το σκασμένο χώμα.
Ο αέρας και η βροχή τους έχουν εγκαταλείψει, μα και ο ήλιος βγαίνει μια φορά στις τρείς μέρες. Καίει τόσο πολύ που δεν τον αντέχουν πια τα μάτια των πλασμάτων που κατοικούν τον σκοτεινό πλανήτη, που λεγόταν κάποτε Γη.
Το σκοτάδι είναι παντού και μέσα του κρύβονται λογής λογής τέρατα. Διψάνε για αίμα και λαχταρούν τις σάρκες των ζωντανών.
Τα σπίτια τους είναι υπόγειες στοές καλά προστατευμένες, κρυμμένες και καμουφλαρισμένες.
Οι νεκροί δεν χρειάζονται οικήματα, δεν χρειάζονται ύπνο. Συμμαχούν κάποιες φορές με τους ζωντανούς, άλλοι από αγάπη και άλλοι από συμφέρον. Οι περισσότεροι όμως αδιαφορούν. Βαδίζουν αγέρωχα στο νεκρό πλανήτη θαυμάζοντας την ασχήμια του.
Ελάχιστα παιδιά γεννιούνται πια και εκείνα δεν είναι πάντα γερά. Το ανθρώπινο γένος έχει πλέον εκλείψει.
Είναι βέβαια κι άλλη μια φυλή, για την οποία οι υπόλοιποι δεν γνωρίζουν πολλά. Είναι οι άγγελοι. Εμφανίζονται πάντα την κατάλληλη στιγμή. Είναι πλάσματα μεγαλόπρεπα, όμορφα σε σχέση με όλα τα άλλα και φωτεινά. Είναι το φως στο μόνιμο σκοτάδι. Η ελπίδα. Τα μόνα πλάσματα που δεν προκαλούν κακό. Οι ζωντανοί τους λατρεύουν, μα είναι ανίκανοι πλέον να προσπαθήσουν να τους μοιάσουν, δεν έχουν το σθένος να σηκώσουν το κεφάλι τους αρκετά ψηλά ώστε να τους αντικρίσουν. Και οι άγγελοι όμως κρατάνε τις αποστάσεις τους. Δεν πλησιάζουν. Το μόνο που κάνουν είναι να επεμβαίνουν προστατεύοντας τους εναπομείναντες ζωντανούς.
Δεν τολμούν να κάνουν κάτι παραπάνω, δεν έχουν αυτή την εντολή.
Ο υιός του Μεγαλοδύναμου ήρθε για δεύτερη φορά πριν από πέντε αιώνες να φέρει την Ειρήνη στο Βασίλειό τους. Μα και πάλι οι ζωντανοί, που λέγονταν τότε άνθρωποι, τον καταδίκασαν σε θάνατο…”

ΨΗΦΙΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

arg5R

Η Νύχτα του Βρικόλακα

Έτρεξε γρήγορα βαθιά μέσα στο δάσος. Η νύχτα είχε ήδη πέσει. Τα καστανά της μαλλιά έπεφταν στους ώμους της και το φόρεμα της είχε λεκιαστεί από λάσπες, χώμα και αίμα. Έτρεξε πιο γρήγορα, αλλά μέσα της ήξερε ότι ήταν μάταιο. Το ένιωθε. Σε κάθε βήμα που έκανε, σε κάθε πετραδάκι που πατούσε … το σώμα της είχε ανατριχιάσει … ένιωθε το βλέμμα του να σκίζει κάθε εμπόδιο, κάθε δέντρο και βράχο που τους χώριζε και να καρφώνεται πάνω της. Το επίκεντρο της απόλυτης προσοχής του … ήταν εκεί έξω μόνο γι’αυτήν και κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε την πλησίαζε όλο και περισσότερο. Το περιδέραιο που φορούσε στον λαιμό της την έσφιγγε. Το αγνόησε και συνέχισε να τρέχει. Ώσπου κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να τρέξει άλλο. Βρίσκοταν στην άκρη ενός γκρεμού. Κοίταξε κάτω, αλλά μέσα στη νύχτα, το βάθος ήταν απροσδιόριστο. Ήθελε να γυρίσει πίσω, αλλά ήξερε ότι ήταν εκεί.
Με δάκρυα στα μάτια, γύρισε αργά και τον είδε να στέκεται μπροστά στα τελευταία δέντρα. Ψηλός, με μακριά μαύρα μαλλιά, μ’ένα λεπτό σκουρόχρωμο μανδύα στους ώμους του. Το βλέμμα του ήταν πολύ διαφορετικό από τότε που γνωρίστηκαν. Τα μάτια του είχαν μια κόκκινη απόχρωση, που τον έκανε να φαίνεται ακόμα περισσότερο σαν το πιο όμορφο πλάσμα στον κόσμο.
Γύρισε από την άλλη ξανά, προσπαθώντας να αποφύγει το βλέμμα του. Κατάλαβε όμως ότι μέχρι να γυρίσει, αυτός βρισκόταν ήδη από πίσω της. Ακούμπησε το αριστερό του χέρι στον ώμο της, προκαλώντας της ρίγη. Με το δεξί χέρι, της χάιδεψε το λαιμό. Ένιωθε να υποκύπτει και πάλι … στην μεθυστική του γοητεία. Για λίγο, ξέχασε τον πόνο και αφέθηκε στην ηδονή, καθώς εκείνος έσκυψε και μύρισε το λαιμό της. Προσπάθησε να τον σπρώξει, αλλά κατάλαβε ότι οι αισθήσεις της δεν της επέτρεπαν να κινηθεί.
Άσε με να σε απαλλάξω από τον πόνο σου.

ΨΗΦΙΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

arg5R

Ο Αρματολός τα Ξωτικά και ο Λυράρης

“Έλα να με ανταμώσεις πάλι και θα σου δείξω το δρόμο να τους συναντήσεις. Ακολούθα τον ήλιο και μη σταματήσεις μέχρι να βρεις ερείπια ξανά. Να θυμάσαι το τραγούδι μου, τη μουσική που σε έφερε κοντά μου.”
Αυτά του είπε ο παράξενος λυράρης και το βασιλόπουλο δεν άκουσε τη φωνή του ξανά.
Σε όσους μίλησε για την συνάντηση του με το γέροντα εκείνη τη νύχτα, κανείς δεν ήξερε να του πει ποιος ήταν και από που ερχόταν. Μοναχά κάποιοι παππούδες Νάνοι που είχαν γεράσει μαζί με τους πλάτανους θυμούνταν κάποια πράγματα από τα παλιά τα χρόνια. Τότε, είπαν στο βασιλόπουλο, έμεναν άλλοι σ΄αυτά τα μέρη. Οι Άνθρωποι τους λένε Ξωτικά, οι Νάνοι τους λεν Πατέρες. Ήταν άξια και θαυμαστή φυλή μα οι Άνθρωποι τους έδιωξαν και τώρα κατοικούν κανείς δεν ξέρει που. Όσο για το λυράρη, είπαν οι σοφοί Νάνοι γέροντες πως πολλές φορές τον είχαν δει να έρχεται και να παίζει τη λύρα του στα ερείπια των Ξωτικών. Από πού ερχόταν και προς τα πού πήγαινε κάθε φορά, κανείς δεν ήξερε να του πει. Κι όσοι τον ακολούθησαν, ποτέ δεν γύρισαν για να πουν ποιο δρόμο πήραν.
Έπειτα από αυτά που άκουσε το βασιλόπουλο, ένιωσε μια νέα επιθυμία να γεννιέται στην καρδιά του. Ήθελε να γνωρίσει τα Ξωτικά και να δει τα κρυμμένα τους βασίλεια. Από τη μια όμως λυπόταν να εγκαταλείψει τα βουνά και τους Νάνους που πολεμούσαν για τα σπίτια τους, από την άλλη φοβόταν να πάει να συναντήσει το λυράρη γιατί κάποιος του έλεγε πως μπορεί να ήταν ο Διάβολος που κυκλοφορούσε μεταμφιεσμένος στη γη μαζεύοντας παλικάρια που αναζητούσαν την περιπέτεια για να τα πνίξει σε κάποιο ποτάμι ή να τα ρίξει κάτω από τον γκρεμό.

ΨΗΦΙΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

arg5R

Τριανταφυλλιά

Πολλές φορές, ονειρευόταν τη στιγμή που θα μεγάλωνε αρκετά ώστε να μπορεί να εργαστεί και να πιάσει μια δουλειά. Να μετακομίσει σε κάποιο άλλο σπίτι και με την πρώτη ευκαιρία να πάρει και τη μάνα της μαζί, αφήνοντας τον άχρηστο στη μοίρα του. Όχι, δεν θα του έμενε χάρισμα το σπίτι. Το σπίτι ήταν προίκα της μάνας της και η Ευτυχία ονειρευόταν να το πουλήσει. Δεν το ήθελε πια, δεν το αγαπούσε, κάθε τοίχος του σπιτιού την έπνιγε. Παρόλο που ήταν μεγάλο, κάποιες φορές το ένιωθε να συρρικνώνεται και να μικραίνει, έτοιμο να την εγκλωβίσει και να αρχίσει να τη συνθλίβει. Οι παππούδες της είχαν πεθάνει, και ο πατέρας της ήταν πια ανεξέλεγκτος. Δεν το φοβέριζε καμιά κουβέντα, δεν υπήρχε καμία απειλή πάνω απ’ το κεφάλι του. Άρχισε να μην πηγαίνει όλες τις μέρες στη δουλειά του. Κάποιες φορές είχαν τηλεφωνήσει στο σπίτι ρωτώντας την αιτία της απουσίας του και η Τριανταφυλλιά προσπαθούσε να βρει μια νέα δικαιολογία. Το μυαλό της έπαιρνε γρήγορες στροφές και κατέληγε να βρίσκει να πει πάντα κάτι πιστευτό. Όμως για πόσο καιρό ακόμα θα γίνονταν δεκτές οι δικαιολογίες; Όσο εύστροφος και εφευρετικός κι αν είναι κάποιος, κάποια στιγμή αυτές τελειώνουν.
Το επόμενο πρωί, η Ευτυχία ξύπνησε και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα να φάει το πρωινό της πριν πάει σχολείο. Ήταν ήδη 17 ετών και πήγαινε στην τελευταία τάξη του Λυκείου. «Επιμελής μαθήτρια μα μελαγχολική και απρόσιτη» έλεγαν οι καθηγητές όταν η μητέρα της πήγαινε να πάρει την κάρτα των επιδόσεών της, κάθε τρίμηνο. «Είναι ο χαρακτήρας της τέτοιος», πρόβαλλε ως δικαιολογία, χαμογελώντας αμήχανα. Είχε άλλωστε ακονίσει αρκετά το μυαλό της εφευρίσκοντας δικαιολογίες για να καλύπτει τα ακάλυπτα και να παρουσιάζει προς τα έξω κάτι διαφορετικό από ότι ίσχυε.
Μπαίνοντας στην κουζίνα, η Ευτυχία έβγαλε μια κραυγή. Είδε τη μάνα της πεσμένη κατάχαμα, μέσα σε μια μικρή λίμνη αίματος.

ΨΗΦΙΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

arg5R

Το Χέρι

Το Χέρι πεινούσε αφόρητα. Στην πραγματικότητα δεν είχε φάει ποτέ στη ζωή του. Κουβαλούσε πάνω του μια πείνα τριάντα τεσσάρων χρόνων. Αυτή ήταν και η ηλικία της Μάρθας. Κι όλα αυτά τα χρόνια, κάθε βράδυ, το Χέρι έβγαινε περιπολία προς ανεύρεση τροφής.
Το Χέρι, όπως φυσικά και όλα τα Χέρια που κατοικούν στα κρεβάτια, τρέφεται με άκρα. Με χέρια και πόδια, αποκλειστικά. Μόνο που, το Χέρι υπόκειται συνεχώς σε περιορισμούς. Για παράδειγμα, δε μπορεί ποτέ να αποχωριστεί την επιφάνεια του κρεβατιού. Επίσης, δε μπορεί να παραβιάσει ιερά σύμβολα, όπως για παράδειγμα τη μήτρα. Έτσι, δε μπορεί να εισβάλει κάτω από κουβέρτες και ν’ αρχίσει να ροκανίζει. Ό,τι είναι σκεπασμένο, είναι απαγορευμένο, διότι βρίσκεται κάτω από την προστασία του συμβόλου της μήτρας: του ιερού πλακούντα της εγκύου μητέρας. Όταν τα Χέρια έκλειναν συμφωνίες και συμβόλαια πριν μερικές χιλιάδες χρόνια, ήταν τόσο άπειρα και αθώα που την πατήσανε για τα καλά. Οι Φύλακες Άγγελοι (πολύ γηραιότεροι και επομένως σοφότεροι από τα Χέρια) τα ανάγκασαν να υπογράψουν το Αρχαίο Συμβόλαιο, που έγγραφε όλα αυτά τα πράγματα. Επιτρέπονται μόνο άκρα – όχι εισβολές κάτω από μήτρες – επίθεση μόνο κατά τη διάρκεια του ύπνου – δάγκωμα μόνο στο απόλυτο σκοτάδι – κίνηση μόνο στην επιφάνεια του κρεβατιού και όχι παραπέρα… και αυτό φυσικά σήμαινε πείνα. Τρομερή και ανυπόφορη πείνα.

ΨΗΦΙΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

arg5R

Ηχώ

«….Η βραδιά της συνάντησης εξελίχθηκε όπως ακριβώς φοβόμουν. Ο Μπίλλυ διαχυτικός και άνετος -έχοντας πιει λίγο παραπάνω- να καυχιέται για τα επιτεύγματά του, εγώ να έχω τη χαρά να τον παρακολουθώ κάνοντας επιδοκιμαστικά σχόλια και η Άλισον -πάντα εκθαμβωτική στα μάτια του- να τον κοιτάζει με βλέμμα που έκρυβε θαυμασμό και δέος.
Στο δρόμο της επιστροφής, περνώντας έξω απ’ το Σπίτι, με έφερε σε πραγματικά πολύ δύσκολη θέση. Οι κομπασμοί του είχαν ήδη προξενήσει ισχυρό πλήγμα στον εγωισμό μου, καθώς ένιωθα ότι με μείωναν στα μάτια της Άλισον.
«Πάντα έτρεμες στη σκέψη να μπεις μέσα», είπε με ένα νεύμα προς το “Σπίτι των Θορύβων”, δίνοντάς μου μια όχι και τόσο φιλική αγκωνιά στα πλευρά, καθώς περνούσαμε απέξω. «Ενώ εγώ, έφτανα κατευθείαν στην πόρτα». Πήρα μια βαθιά ανάσα και ήμουν έτοιμος να μην το συνεχίσω, μέχρι που άκουσα τον Μπίλλυ να ψιθυρίζει στο αυτί της Άλισον, αρκετά δυνατά για να ακουστεί στην ησυχία της νύχτας: «Αλλάζει ακόμα δρόμο;» είπε, και το πρόσωπό μου κοκκίνισε τόσο που θα μπορούσε να φανεί ακόμα και μέσα στο σκοτάδι.
Είχα ήδη ακούσει αρκετά. «Κοίτα», είπα, σταματώντας και γυρνώντας προς το μέρος του. Τα μάτια του Μπίλλυ ήταν γεμάτα έκπληξη. «Το πιασα. Είσαι ο πρώτος, είσαι ο καλύτερος απ’ όλους μας. Γιατί δεν πας τότε εσύ μέσα;» Ένιωσα ένα μικρό ρίγος ενθουσιασμού, καθώς κάτι σαν φόβος έλαμψε στο πρόσωπό του Μπίλλυ, σαν ένα θηρίο που ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι είναι παγιδευμένο. Το τι ακριβώς πρόδωσαν τα μάτια της Άλισον, είναι κάτι που δεν θα μπορούσα ποτέ να παραδεχτώ, ούτε τότε ούτε τώρα.
«Εντάξει» είπε, «Θα αποδείξω λοιπόν ότι δεν είμαι δειλός». Ο κοφτός τόνος της φωνής του και το σοβαρό του ύφος απομάκρυναν την οποιαδήποτε αμφιβολία μου και αποδέχτηκα με ενθουσιασμό την προσφορά του. Σταθήκαμε με την Άλισον στην άκρη του χορταριασμένου κήπου για να τον παρακολουθήσουμε….»

ΨΗΦΙΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

arg5R

Σε Παρακαλώ Ξύπνα

Μπορεί άραγε οι εφιάλτες να σε ακολουθούν και τη μέρα; Όταν είσαι ξύπνιος; -Ούτε αυτό του το χω πει. Δεν θα του πω ότι υπάρχουν μέρες που τα πλάσματα της υπνικής μου παράλυσης περνάνε την πύλη που με χωρίζει από τους εφιάλτες μου. Με παρακολουθούν κρυμμένα πίσω από έπιπλα, κουρτίνες, ντουλάπες και ρούχα. Βλέπω τις μορφές τους να σχηματίζονται στους τοίχους του σπιτιού μου, στα τζάμια των λεωφορείων, στους καθρέφτες. Πιάνω με την άκρη του ματιού μου τις αστραπιαίες μετακινήσεις τους. Ακούω τις ανάσες τους και νιώθω τα φευγαλέα αγγίγματά τους. Πόσο παρηγορητικό το φως της μέρας. Με πείθει κι εμένα πως κάποια νευρολογική μου διαταραχή τα δημιουργεί όλα. Πως κάτι τρέχει με τα ηλεκτρικά του εγκεφάλου μου. Και προσπαθώ να το σκεφτώ κι εκείνη την στιγμή. Να κάνω τη λογική μου να επιβληθεί στον τρόμο. Όπως τώρα που τόσο γλυκά και τρυφερά ένα χέρι- αντρικό χέρι κρατάει το δικό μου. Είναι όμορφα. Μου προκαλεί τόση ηρεμία και ασφάλεια το αντρικό χέρι που κρατάει το δικό μου. Ναι νιώθω όμορφα – κι ας ξέρω ότι είμαι μόνη μου στο σπίτι. Ότι ζω και κοιμάμαι μόνη. Και ότι κανένας άντρας δεν μπορεί να μου κρατάει το χέρι αυτήν την ώρα. Κανένας άντρας δεν μπορεί να μου κρατάει το χέρι σφιχτά. Είμαι μόνη μου στο σπίτι. Ποιος μου κρατάει το χέρι; Σφιχτά. Tόσο πολύ σφιχτά. Πρέπει να τραβήξω το χέρι μου. Δεν το αφήνει. Το σφίγγει ακόμα περισσότερο. Βάλε δύναμη. Βάλε κι άλλη δύναμή. Τράβα το χέρι σου. Άσε με, άσε με –φώναξε- δεν μπορώ να φωνάξω- δεν μπορώ. Λιώνει. Το χέρι του λιώνει κάτω από το δικό μου. Κάτι αηδιαστικό. Κάτι λιωμένο απέμεινε στη χούφτα μου. Ψευδαίσθηση. Θυμήσου. Ψευδαίσθηση. Προσπάθησε να μετακινηθείς –ένα δάχτυλο. Κούνα ένα δάχτυλο. Πέφτω. Ούτε ξέρω πόση ώρα πέφτω. Αν μπορούσα ν ανοίξω τα μάτια μου.

ΨΗΦΙΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

arg5R

Η Νύχτα των Τριών Μητέρων

Τα κεριά και οι λάμπες έσβησαν κι η πόρτα που οδηγούσε στο μπουντρούμι έκλεισε απότομα με μια στριγκλιά. Κι άλλα ουρλιαχτά ακούστηκαν. Δύο ακόμη γδούποι ακολούθησαν με διαφορά μιας ανάσας ο ένας από τον άλλο. Η καρδιά του Μαρσέλ χτυπούσε τόσο έντονα που νόμιζε ότι θα πεταγόταν απ’ το στήθος του. Δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα μέσα στο σκοτάδι και, σκύβοντας, προσπάθησε να κατευθυνθεί προς την πόρτα. Οι κοπέλες, ανίκανες να ξεφύγουν από τα δεσμά τους, χτυπιούνταν έντρομες, αλλά αυτό ήταν το τελευταίο που τον ενδιέφερε. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν ο δικός του πανικός κι η αγωνία να βρει το δρόμο για την έξοδο. Όταν σκόνταψε, τα χέρια του ακούμπησαν κάτι υγρό και ζεστό. Δεν τόλμησε καν να σκεφτεί τι ήταν. Μπουσουλώντας, προσπάθησε να προσανατολιστεί. Έπιασε κάτι μαλακό και το ψηλάφισε, ελπίζοντας πέρα από κάθε λογική πως θα ήταν κάποιο από τα κεριά. Το γεγονός ότι η υφή των κεριών ήταν τελείως διαφορετική δεν πέρασε από το μυαλό του. Σύντομα, όμως, συνειδητοποίησε με φρίκη πως αυτό που άγγιζε ήταν ένα κομμένο χέρι. Όχι κομμένο, όχι. Ξηλωμένο.

Σαν να είχαν δική τους θέληση, οι φλόγες στο δωμάτιο άναψαν και πάλι. Ο Μαρσέλ βρισκόταν ανάμεσα σ’ έναν σωρό από σκόρπια μέλη και κορμιά κι η Κορνηλία στεκόταν μπροστά του, γυμνή και βουτηγμένη στο αίμα. Τα μάτια της ήταν δυο κομμάτια από σκοτάδι, μαύρο-μέσα-σε-μαύρο, και τα χείλη της ήταν τραβηγμένα σε ένα πλατύ χαμόγελο που αποκάλυπτε δύο κυνόδοντες μυτερούς σαν βελόνες. Η μία από τις κοπέλες είχε μάλλον χάσει τις αισθήσεις της. Οι άλλες δύο προσπαθούσαν μάταια να ελευθερωθούν. Κάθε ίχνος λογικής είχε εξαφανιστεί από τα μάτια τους. Το χειρότερο ήταν πως, ακόμη κι έτσι, έχοντας δει τι ήταν… τι ήταν ικανή να κάνει, εξακολουθούσε να την ποθεί περισσότερο απ’ όσο είχε ποθήσει οποιαδήποτε άλλη γυναίκα.

ΨΗΦΙΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

arg5R

Ντύλαν Ντόσον

Φόρεσε γρήγορα τα αθλητικά και το παλτό της, πάνω απ’ το λεπτό μεταξωτό νυχτικό και άρχισε να κατεβαίνει σαν τρελή τις σκάλες για να τον προφτάσει. Όταν βγήκε απ’ την πολυκατοικία, τον είδε να έχει διασχίσει το πάρκο απέναντι απ’ το σπίτι και να ετοιμάζεται να περάσει και πάλι τον δρόμο.
«Στίβεν!» άρχισε να φωνάζει και πάλι, αλλά εκείνος δεν της έδινε την παραμικρή σημασία. Είχε ανέβει πάνω στο πεζοδρόμιο και παρά τους αργούς ρυθμούς με τους οποίους κινιόταν, σε λίγο θα έβγαινε στον δρόμο. «Σταμάτα!»
Πρόλαβε και τον τραβήξει πίσω, ενώ είχε ήδη φτάσει στην διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα δύο ρεύματα. Αν είχε αργήσει λίγα δευτερόλεπτα, η νταλίκα που τους προσπέρασε λίγες στιγμές αργότερα κορνάροντας, θα τον είχε λιώσει.
«Τι κάνεις;» τον ρώτησε πιάνοντάς τον υστερικά στο πρόσωπο και στο στέρνο μέχρι να βεβαιωθεί ότι ήταν καλά. «Μπορείς να μου πεις γιατί το έκανες αυτό;»
Για μια στιγμή νόμιζε ότι είδε τα μάτια του να έχουν χάσει το παγωμένο γαλάζιο τους χρώμα και να έχουν γίνει εντελώς μαύρα, τόσο η ίριδα και η κόρη, όσο και το άσπρο γύρω απ’ αυτά. Της πήρε μόνο μια στιγμή, μέχρι να ανοιγοκλείσει τα δικά της, για να διαπιστώσει ότι πιθανότατα ήταν παιχνίδι της φαντασίας της και κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί ποτέ.
«Τι συμβαίνει;» την ρώτησε ο Στίβεν με την φωνή του βαριά και βραχνή, λες και μόλις είχε ξυπνήσει. Έμοιαζε σαν να μην είχε καταλάβει τίποτα απ’ ότι είχε συμβεί, σαν να υπνοβατούσε. Αυτό βέβαια δεν μπορούσε να συμβεί, γιατί ο Στίβεν ποτέ στη ζωή του, ούτε όταν ήταν μικρός, ούτε όταν μεγάλωσε δεν υπνοβατούσε.
«Τίποτα, πάμε σπίτι.» είπε ήρεμα η Σέι και τον αγκάλιασε για να τον προστατεύσει όσο μπορούσε από το κρύο.

ΨΗΦΙΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

arg5R

Διαστημικός Τρόμος

Η εκδήλωση ήταν όμορφη, ήμουν πολύ χαρούμενος ήταν το πρώτο μου χρυσό μετάλλιο. Ανέβηκα για πρώτη μου φορά, στον βάθρο της 6ης ολυμπιάδας αστρονομίας και αστροφυσικής που γινόταν στην Γαλλία. Πήρα το χρυσό μετάλλιο και έλαβα τη μεγαλύτερη τιμητική διάκριση, ανάμεσα σε πολλούς άλλους διαγωνιζόμενους από τριάντα πέντε χώρες της Ευρώπης, της Ασίας και της Αμερικής. Μέχρι τώρα στην ζωή μου, είχα πάρει πολλά βραβεία από τα μικράτα μου ακόμη. Βγήκα πρώτος σε πολλούς πανελληνίους και διεθνείς μαθητικούς διαγωνισμούς της Ελληνικής μαθηματικής εταιρίας, από την ηλικία των εννέα ετών. Στα είκοσι μου χρόνια, ασχολήθηκα με κάποια από τα δυσκολότερα θέματα της Μαθηματικής Φυσικής, όπως είναι η υφή του χωροχρόνου και οι εξισώσεις της ροής των ρευστών. Αλλά η αστρονομία ήταν πάντα το μεράκι μου, η αγάπη μου κι αυτή η βράβευση στην κυριολεξία με απογείωσε από χαρά. Έβλεπα και ξαναέβλεπα την απονομή και ας είχε μόλις δέκα μέρες που έγινε η τελετή. Αρχειοθέτησα την ταινία σε περίοπτη θέση στο αρχείο μου. Πήρα το μετάλλιο γιατί βρήκα την ακριβή ταλάντωση που κάνει η Γή, όταν γυρίζει γύρω από τον ήλιο. Μελετούσα αρκετό καιρό το φαινόμενο αυτό, αλλά στο τέλος τα κατάφερα. Αν και συνήθως οι μελέτες μου είχαν να κάνουν περισσότερο με την αστρομετρία, αυτόν τον τομέα λάτρευα. Η ηλεκτρονική μου αλληλογραφία έχει πάρει στην κυριολεξία φωτιά από τα συγχαρητήρια μηνύματα. Χάρηκαν οι συνάδελφοί μου με αυτή τη μεγάλη μου επιτυχία. Η αστρονομία άλλωστε ποτέ δεν ήταν μια ζηλόφθονη επιστήμη.

ΨΗΦΙΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

arg5R

Το Τελευταίο Όραμα του Καρλ Γιουνγκ

«Υπάρχει τρόπος» ακούστηκε άξαφνα μια απόκοσμη φωνή. Ο Γιούνγκ κοίταξε γύρω του μα δεν είδε κανέναν.
-Είμαι στον καθρέπτη, είπε η φωνή, ανταποκρινόμενη στην περιέργειά του. Ο Γιούνγκ κοιτάχτηκε στον καθρέπτη και είδε το ρυτιδιασμένο του πρόσωπό να ξεθωριάζει και στη θέση του να αναφαίνεται μια σκοτεινή μορφή, κρυμμένη μέσα σ’ έναν μαύρο μανδύα. Είδε ένα είδωλο διαφορετικό από την υλική του αντανάκλαση αλλά και τις άυλες υπάρξεις μέσα του, βγαλμένες από τα διαμαντένια σώματα κάποιων αδιευκρίνιστων παρελθόντων ενσαρκώσεων. Ο Γιούνγκ δεν φοβήθηκε, είχε συμφιλιωθεί με τους δαίμονες στους καθρέπτες του, τις φωνές μέσα του, την σκοτεινή όψη του ιδίου εαυτού. Τους είχε αγαπήσει, καθώς όλα δικά του ήτανε. Το φως και το σκοτάδι μέσα του ανέβλυζαν από την ίδια πηγή.
-Πες μου! Ποιός; Υπάρχει η Φιλοσοφική Λίθος; ρώτησε με έκπληξη το αλλόκοτο είδωλο του εαυτού του. Η ελπίδα μέσα του φτερούγισε. Συχνά αισθάνονταν σαν ένας αιρετικός αλχημιστής και περιθωριακός επιστήμων, που διάβαινε ένα επικίνδυνα φαντασιακό μονοπάτι, παντρεύοντας την ιατρική με τις μυστικιστικές παραδόσεις. Αφιέρωσε όλη του την ζωή σε μια προσπάθεια να αποδείξει επιστημονικά το αναπόδεικτο μυστήριο της ψυχής, αφήνοντας στην ανθρωπότητα ένα ογκώδες έργο. Όμως ποτέ δεν ήταν σίγουρος για τα δημιουργήματά του. Ποτέ τα χείλη του δεν πρόφεραν τη λέξη «πιστεύω», πόσο μάλλον για την ύπαρξη της Φιλοσοφικής Λίθου.
-Όχι, δεν υπάρχει, εσύ θα την λαξεύσεις και την πολυπόθητη Σαμπίνα, θα ξαναζωντανέψεις. Βούιξε η σκιά σαν άνεμος μέσα στα φυλλώματα των φθινοπωρινών δέντρων, ανακλώντας τις αχνές αναμνήσεις της άνοιξης, τις βόλτες στην εξοχή, τα λουλούδια που πλέκονταν στα ξανθά μαλλιά της Σαμπίνα. Εικόνες που μετουσιώθηκαν σε σώματα άσαρκα και σε μια γυναικεία κραυγή, τόσο ηχηρή, που ράγισε τον καθρέπτη.
-Πώς; Πες μου τον τρόπο! ξαναρώτησε με αγωνία, ακούγοντας την καρδιά του να πάλλεται δυνατά σαν τα τελετουργικά τύμπανα των Μπαντού.

ΨΗΦΙΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

arg5R

Εικοστά όγδοα γενέθλια

Τότε έμελλε να είναι και η πρώτη φορά που τον στοίχειωσαν οι εφιάλτες.
Το όνειρο το θυμάται σαν να ‘ταν χτες. Σύμφωνα μ ‘αυτό, βρίσκεται σ’ ένα σκοτεινό τόπο που τον περιβάλει μια αδιαπέραστη ομίχλη. Όντας παιδί, σάστισε και πριν καλά καλά συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει, ένα oν που δεν είδε ποτέ την όψη του μα άκουγε μονάχα την μπάσα φωνή του, του έταξε πως την νύχτα των όγδοων ,των δέκατων όγδοων και των εικοστών όγδοων γενεθλίων του θα τον μυούσε σε γνώσεις που οι άνθρωποι αγνοούν. Το μόνο που του ζητούσε επιτακτικά ήταν να υποδείξει σιωπηλή υποταγή με όρκο τη ψυχή του.
Ένας όρκος που κατά τα φαινόμενα τον τρέλαινε όλο και περισσότερο όσο μεγάλωνε …
Εκείνο το βράδυ πρόκειται να είναι και το τελευταίο με τον αγαπημένο του πατέρα. Το επόμενο πρωί έσπασαν με μανία την πόρτα του σπιτιού τους ένα τσούρμο από συγχωριανούς που τον έσυραν έξω με τη βία, βάζοντάς τον σε ένα αμάξι που έφυγε προς άγνωστο προορισμό.
Ακόμη βλέπει τον εαυτό του να βρίσκεται στο κεφαλόσκαλο και με δάκρυα στα μάτια να παρακαλά μάταια να τον φέρουν πίσω. Την αμέσως επόμενη στιγμή η έντρομη μάνα του τον άρπαξε στην αγκαλιά της και τον απομάκρυνε το γρηγορότερο από ‘κει για να σωθούν. Η τελευταία ανάμνηση που του έμεινε χαραγμένη στο νου καθώς απομακρυνόταν με μόνο βιός τα ρούχα τους, ήταν οι φλόγες που έγλειφαν τους τοίχους φτάνοντας μέχρι τα κεραμίδια.
Έχει σβήσει πολλές από τις μνήμες εκείνες. Δε θυμάται πια πόσο καιρό έμειναν στους δρόμους, ούτε το τι χρειάστηκε να κάνουν για να βρίσκουν φαγητό και έστω μια προσωρινή στέγη.
Τότε όμως δεν γνώριζε πώς έπρεπε να τα περάσει όλ’ αυτά για να αποδείξει πως αξίζει…

ΨΗΦΙΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

arg5R

Το Πορτρέτο του Παλιάτσου

Την ίδια στιγμή ο κλόουν άλλαξε έκφραση, με το πρόσωπό του να μεταμορφώνεται σε ένα κρανίο σε αποσύνθεση με μυτερά δόντια και κόκκινα μάτια και το φώναξε «Είσαι δικός του τώρα!!!»
Καθώς οι δύο μικροί σάτυροι τον περιέφεραν στην κεντρική σκηνή, ο Άντριου παρατήρησε καλύτερα και τους υπόλοιπους θεατές. Η εξωτερική τους εμφάνιση θύμιζε άνθρωπο αλλά αν τους παρατηρούσε καλύτερα μπορούσε να δει την πραγματική τους μορφή. Ακροβάτες με πλοκάμια αντί για χέρια, μπαλαρίνες που τα ρούχα τους ήταν φτιαγμένα από ανθρώπινο δέρμα ενώ κάλυπταν τα σώματά τους που βρίσκονταν σε αποσύνθεση, θηριοδαμαστές με νύχια αντί για δάχτυλα που έσερναν μαζί τους πλάσματα που δεν έμοιαζαν με τίποτε πάνω στη γη, συνέθεταν το αποτρόπαιο σκηνικό.
H περιφορά του Άντριου σύντομα έφτασε στο τέλος της, όταν οι δύο μικροί σάτυροι τον έφεραν μπροστά στον θρόνο που βρισκόταν στο κέντρο. Εκεί τον άφησαν, με το πρόσωπο κολλημένο στο χώμα, αλλά δεν χρειαζόταν και πολλή σκέψη για να καταλάβει ποιος καθόταν στο θρόνο. Η κοκκινοντυμένη μορφή που στεκόταν πάνω του, αν και του είχε ακόμη γυρισμένη την πλάτη, ήταν ο ίδιος ο παλιάτσος του πίνακα.
«Λοιπόν, δεν θα με προσκυνήσεις εδώ που είμαι βασιλιάς;» τον ρώτησε ο παλιάτσος και γύρισε να τον κοιτάξει. Ο Άντριου δεν πίστευε στα μάτια του. Ήταν ο ίδιος ο παλιάτσος του πίνακα αλλά το πρόσωπό του ήταν αυτό του Τζέικ, του καλλιτέχνη με τον οποίο είχε διαπληκτιστεί πριν λίγο καιρό. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό, όπως ήταν σίγουρος και ότι δεν ήταν αυτό το πρόσωπο που είχε πρωτοαντικρίσει στον πίνακα. Το μυαλό του δεν μπορούσε ακόμη να κατανοήσει τι συνέβαινε όταν ο Τζέικ κατέβηκε από τον θρόνο του και τον ρώτησε: «Πώς νιώθεις που εδώ είσαι ένα τίποτα;»

ΨΗΦΙΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

arg5R

Η Θεά του Θανάτου

Ακόμη σε διάφανη μορφή μέσα στον τοίχο, η Έμπουσα παρατηρούσε τα κορίτσια που χασκογελούσαν κάτω από τα σεντόνια τους κι αδημονούσε να δράσει. Έπρεπε να δικαιώσει τις απειλές της χοντρής κυρίας. Επιτασσόταν να αποδείξει στους θνητούς την τρομερή έκταση της χθόνιας δύναμής της.
Βγήκε από τον τοίχο και πήρε την γενετική της μορφή. Ήξερε πως έπρεπε να κινηθεί σαν αστραπή προκειμένου να μην ακουστεί το παραμικρό μέσα στο δωμάτιο. Ο στόχος της ήταν η Αντιμάχη και η Ιπποδάμεια∙ όχι η χοντρή κυρία ή ο οποιοσδήποτε ζούσε μέσα σε αυτό το σπίτι.
Διάλεξε πρώτα την ζωηρή Αντιμάχη, το κορίτσι που προφανώς δεν είχε διάθεση για ύπνο αλλά για κουβέντες. Με μια απότομη κίνηση, της έσπασε τον λαιμό. Έπειτα, πριν προλάβει να αντιληφθεί η Ιπποδάμεια ότι η αδερφή της είχε πάψει να ανασαίνει, έσπασε και τον δικό της λαιμό. Τα κορίτσια ήταν μικροσκοπικά, επομένως μπορούσε να τα φάει ολόκληρα.
Γούρλωσε τα κιτρινωπά της μάτια από προσμονή. Άνοιξε τα σαγόνια της. Τα σάλια της πετάχτηκαν επάνω στα κουρελιασμένα σεντόνια του κρεβατιού της Αντιμάχης. Άρχισε να καταβροχθίζει άτσαλα την παιδική σάρκα.
Η γεύση του κρέατος των μικρών κοριτσιών, την έφερε σε σημείο έκστασης. Τα μαλλιά της ανέμιζαν σαν δαυλοί πιο πύρινοι από ποτέ. Οι κόρες των ματιών της διαστάλθηκαν. Το στόμα της άνοιξε σε μια οπή ικανοποίησης.
Έριξε μια ματιά στο σκηνικό του φόνου. Ένα ρίγος ευαρέσκειας διαπέρασε το κορμί της. Αν δεν άφηνε, επάνω στα σεντόνια, τους τεράστιους λεκέδες από αίμα, θα μπορούσε κάλλιστα να πιστέψει κάποιος ότι τα παιδιά εξαφανίστηκαν κι όχι ότι δολοφονήθηκαν επί τόπου.
Έφυγε από το σπίτι με τον ίδιο τρόπο που είχε εισχωρήσει-από τον τοίχο- αφού σκούπισε το ματωμένο της στόμα με τα σεντόνια των κοριτσιών.
Κοίταξε τον ουρανό. Μέχρι να ξημερώσει θα μεσολαβούσαν αρκετές ώρες ακόμη. Αποφάσισε να επιστρέψει στο δάσος και να περιμένει μήπως περνούσε κάποιος…

ΨΗΦΙΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

arg5R

Η Αποφυγή της Κληρονομιάς

Το θωρηκτό είναι πιο έξυπνο απ’ όσο νόμιζα. Ένα στραβό χαμόγελο σχηματίζεται στο πλαδαρό πρόσωπό του, καθώς στρίβει το σώμα του προς τις σκάλες και εκτοξεύει ένα μαχαίρι προς το μέρος μου. Είμαι αρκετά γρήγορη. Δυστυχώς όχι τόσο ώστε να αποφύγω ένα μαχαίρι που κάνει τον αέρα γύρω του να σφυρίζει. Η λεπίδα του σκίζει τη σάρκα μου στο ύψος του αριστερού μου μπράτσου, αλλά ο πόνος δεν φτάνει αμέσως στα νεύρα μου. Αυτό μου δίνει την ευκαιρία να αντιδράσω και να το τελειώσω γρήγορα. Εκτινάσσομαι με όλη μου τη δύναμη προς το μέρος του και σταματώ το χέρι μου ελάχιστα εκατοστά μπροστά από τη μούρη του. Τα μάτια του αλληθωρίζουν προσπαθώντας να κοιτάξουν τις άκρες των δαχτύλων μου, που ίσα, ίσα αγγίζουν το μέτωπό του. Ο δισταγμός του δεν κρατάει για πολύ.
Αρπάζει το τραυματισμένο χέρι μου και με μια κίνηση το ξεριζώνει από τον ώμο μου.
«Τόσο εύκολο;»
Αφήνει το νεκρό μου άκρο να πέσει στο ξύλινο πάτωμα και αρχίζει να γελάει υστερικά. Ο πόνος υπερφορτώνει το κορμί μου και αναγκάζομαι να χάσω τον έλεγχο της αυταπάτης.
Ο Εκτελεστής σοβαρεύει απότομα επιστρέφοντας στην πραγματικότητα. Στο βλέμμα του αντικρίζω την έκπληξη. Κατάλαβε το μυστικό μου καθυστερημένα, όπως και όλοι πριν από αυτόν. Η ικανότητα μου να μπαινοβγαίνω στις εγκεφαλικές μάχες, μου προσφέρει τη δυνατότητα του αιφνιδιασμού. Το μόνο που προλαβαίνει να κάνει, είναι ν’ ανοιγοκλείσει τα μάτια του και να αντικρίσει την ανάκλαση του αποκεφαλισμένου εαυτού του στον καθρέφτη του μπαρ.
Το αίμα στάζει από το λεπτό ξίφος μου και ο ήχος της κάθε σταγόνας που ακουμπά το έδαφος, σπάει την σιωπή που έχει κατακλείσει τον χώρο. Οι θαμώνες στέκονται ακίνητοι στις θέσεις τους κοιτώντας ένα αδύναμο κοριτσάκι που μόλις αποκεφάλισε έναν τεράστιο άνδρα σε δευτερόλεπτα.

ΨΗΦΙΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

arg5R

Του Μώρου το Λαγγάδι

Δεν είχε άλλη επιλογή έπρεπε να καταπιεί τον φόβο του και να φτάσει στην πηγή. Εκεί μπορούσε να κρυφτεί πίσω από το πέτρινο τοίχο που είχαν φτιάξει οι παλιοί για να κρατάνε τα ζώα μακριά. Μόλις είδε το μέρος θυμήθηκε τον παππού του και τις ιστορίες που του έλεγε.
Ο Γέροντας πολλές φορές είχε προσπαθήσει να διώξει τον Μώρο από το λαγκάδι λόγω του ότι ο καπνός του τσιμπουκιού του έδιωχνε τα ζώα προς τα αμπέλια και χαλάγαν τη σοδιά. Ακόμα ο τρόμος που έσπερνε δεν άρεσε στο γέροντα. Ήταν κακός άνθρωπος, του έλεγε ο Μπάρμπα Νικόλας. Ακούγοντας τον ήχο του νερού να αναβλύζει σκέφτηκε ότι τα δύσκολα είχαν περάσει. Πάλι σαν ναζιάρα γυναίκα είχε καλύψει την γύμνια του, πίσω από τα σύννεφα, το φεγγάρι. Τι μπορεί να έγινε στο κοπάδι;
Πέρασε από το πέτρινο τοίχο και πλησίασε την πηγή για να πιει νερό και να βρέξει το πρόσωπό του. Μέσα απο την αντανάκλαση του προσώπου του στα νερά είδε το ανάγλυφο του Γέροντα πάνω στην πέτρα. Θυμήθηκε το τέλος της ιστορίας του. Μία μέρα πρίν πέσει ο ήλιος πήρε μία στάμνα και την γέμισε με νερό από την πηγή. Κατέβηκε από το ρέμα και πήγε στο λαγκάδι να περιμένει τον Μώρο. Ήθελε να του σβήσει το τσιμπούκι περιλούζοντας τον με νερό.
Οι συχωριανοί είπαν ότι τον βρήκα την άλλη μέρα νεκρό. Οι αιτίες άγνωστες. Όσο ο Θύμιος κοίταζε μέσα στην πηγή και θυμόταν την ιστορία, το ανάγλυφο του γέροντα άρχισε να χάνετε καθώς το νερό στα χέρια του απότομα κρύωσε. Άκουσε το ουρλιαχτό του Πανάγου στην αρχή του ρέματος έξω από τον λαγκάδι. Ταραγμένος άρχισε να τρέχει προς το μέρος του, φωνάζοντας τον.

ΨΗΦΙΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

arg5R

Θυμήσου Όσα Χάνεις

Μόνη σε ένα άδειο πάρκο. Αποψιλωμένο από έναν παραστρατημένο κομήτη. Κούτσουρα ξερνάνε καπνό σε έναν ουρανό γεμάτο μαβιά σύννεφα και έναν ήλιο θρυμματισμένο. Τούφες καμένο χορτάρι θρύβονται στον λίβα. Σκορπάνε σε μια γη πληγωμένη με βράχια να φυτρώνουν στα χαντάκια της.
Καθισμένη στο σπασμένο παγκάκι κοιτάζει τον πορφυρό ορίζοντα. Πίσω της το νεκρό δάσος. Μπροστά της η Άβυσσος. Το παγωτό λιώνει στα χέρια της. Αίμα και σοκολάτα. Δεν το προσέχει. Το βλέμμα της αιωρείται ανάμεσα στο παρόν και στο μέλλον. Παρατηρεί ό,τι απέμεινε. Τα δέντρα τσακισμένα ξύνουν με τις μαδημένες τους κορφές το κίτρινο χώμα. Οι πλάκες κάτω από το δέρμα της γης στραβές, εξέχουν στις παλιές τους ενώσεις. Λιωμένη πέτρα ρέει ανάμεσά τους. Ανοίγει φαράγγια και ξεραίνεται προτού φρέσκια λάβα οργώσει νέες χαράδρες. Όλα νεκρά. Όλα χαμένα. […]
Δεν ξέρει πότε ξεκίνησε η καταστροφή. Δε θυμάται. Ένα πρωί ξύπνησε σε ένα δωμάτιο. Δεμένη στο κρεβάτι της. Προσπάθησε να φωνάξει. Δεν μπόρεσε. Το στόμα της ήταν παράλυτο. Όλο το σώμα της ήταν νεκρωμένο. Πάλευε να κουνήσει τα χέρια και τα πόδια της. Μάταια.
Πάνω και πίσω από το κεφάλι της ένας μικρός σιδερόφραχτος φεγγίτης. Το φως έπεφτε πλαγιαστά στον απέναντι τοίχο. Το χρυσό της μέρας κατρακυλούσε στο λευκό πλαστικό χρώμα. Με τα μάτια της να τσούζουν ξερά κοίταζε την αντανάκλαση να ανεβαίνει προς το ταβάνι. Καταπίνει με το ζόρι λίγο σάλιο ενώ το περισσευούμενο κυλούσε αργά από τα μισάνοιχτα χείλη της.
Όταν το φως είχε χαθεί, άκουσε φωνές. Έρχονταν από την πόρτα στο πλάι της. Ψιθύρισε για βοήθεια. Ένα κρώξιμο βγήκε από τα χείλη της. Κούνησε όσο μπορούσε τα άκρα της μέσα στις δερμάτινες χειροπέδες και ποδοπέδες. Οι κοντές αλυσίδες τσούγκριζαν στο μεταλλικό κάγκελο του κρεβατιού. Αίμα έτρεχε από τους καρπούς και τους αστραγάλους της. Δάκρυα έκαιγαν τα μάγουλά της.
Κλοτσούσε. Έφτυνε. Έβριζε. Μαχόταν να επανακτήσει την ελευθερία της.

ΨΗΦΙΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

arg5R

Εμβοές

Αυτό που τον είχε ταράξει -και είχε κάνει πιο έντονες τις εμβοές- ήταν οι αναμνήσεις που είχαν ανακινηθεί από την συνάντηση αυτή. Αναμνήσεις, που όσο κι αν προσπαθούσε να τις θάψει, δεν τα κατάφερνε:
Ήταν ξημερώματα, τρεις ή τέσσερις το πρωί. Τον είχε ξυπνήσει μια αλληλουχία θορύβων: Ένας κρότος κι ύστερα το ουρλιαχτό συναγερμών συνοδευόμενο από τα γαβγίσματα των σκύλων της περιοχής. Μπορούσε να ακούσει τον ήχο της βροχής έξω. Πάτησε το διακόπτη του φωτιστικού δίπλα από το κρεβάτι του, κι όταν δεν άναψε, κατάλαβε πως μάλλον κάποιος κεραυνός είχε προκαλέσει διακοπή ρεύματος. Αποφάσισε να πάει ως την τουαλέτα για να ξαλαφρώσει την κύστη του. Σηκώθηκε κι όταν έφτασε στο μπάνιο πάτησε ασυναίσθητα τον διακόπτη δίπλα στην πόρτα. «Σκατά», μουρμούρισε και μπήκε μέσα.
Το πρώτο που του είχε τραβήξει την προσοχή, ήταν η μυρωδιά του ιωδίου, η μυρωδιά της θάλασσας. Το επόμενο ήταν ο ήχος του νερού. Ένοιωσε ότι δεν ήταν μόνος του μέσα στο μπάνιο. Μέσα στο σκοτάδι, είχε την ξεκάθαρη εικόνα κάποιου που σιγά-σιγά αναδυόταν από την μπανιέρα, με το νερό να τρέχει από πάνω του. Ανατρίχιασε. Κι ύστερα το ρεύμα επανήλθε. Η λάμπα τρεμόπαιξε για μία στιγμή, σαν να είχε παγιδευτεί μια νυχτοπεταλούδα μέσα της, κι ύστερα έλαμψε θριαμβευτικά, διαλύοντας το σκοτάδι και, συνάμα, τα σύνορα της πραγματικότητας.
Η μπανιέρα ήταν γεμάτη με νερό ως το χείλος. Το νερό ήταν σκούρο, έδινε στον Οκάν την εντύπωση πως το πραγματικό του βάθος ήταν εκατοντάδες μέτρα κι όχι το πεπερασμένο της μπανιέρας, η οποία το περιείχε. Ήταν σίγουρος πως ήταν θαλασσινό νερό.
Μέσα από το νερό αναδυόταν μία μορφή.
Ήταν μια γυναίκα με μια μαντήλα, κι ο Οκάν την αναγνώρισε αμέσως. Πισωπάτησε και κόλλησε με την πλάτη του στα πλακάκια του τοίχου. Μέσα στην φρίκη που τον κατέκλυζε, τα ένοιωσε κι αυτά υγρά, να του μουσκεύουν το κοντομάνικο.

ΨΗΦΙΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

arg5R

 Το Ημερολόγιο

“Έλα να κοιμηθούμε.”, της είπε νυσταγμένα μα γλυκά και κατευθύνθηκε προς την κρεβατοκάμαρα.
“Θα καθίσω λιγάκι ακόμα στη φωτιά.”

Ένα απαλό καληνύχτα ακούστηκε από το υπνοδωμάτιο.

Τα μάτια της Άννας δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν από το ξεκολλημένο κομμάτι δαπέδου, το οποίο προσπαθούσε, με πλήρη αποτυχία, να κρύψει την τρύπα που βρισκόταν από κάτω.

Κοίταξε προς το δωμάτιο, εκεί όπου κοιμόταν αυτός και στη συνέχεια ξαναγύρισε προς τη σκοτεινή γωνία.

Τινάχτηκε, προσπαθώντας συγχρόνως να μην κάνει θόρυβο και με δυο δρασκελιές βρέθηκε στο επίμαχο σημείο. Έκανε στην άκρη το σκέπασμα και έμεινε να κοιτάζει απορημένη τον πολύ μικρό, κατασκότεινο χώρο. Ίσα που χωρούσε το σκονισμένο βιβλίο που ήταν τοποθετημένο στον πάτο του. Χωρίς πολύ σκέψη, το πήρε στα χέρια της και επέστρεψε στο μοναδικό φωτεινό σημείο του δωματίου.

Ήταν ένα παλιό, μαύρο βιβλίο, χωρίς τίποτα ιδιαίτερο στο σκληρό του εξώφυλλο. Το επεξεργάστηκε για λίγα δευτερόλεπτα, πριν πάρει την απόφαση να περάσει στο εσωτερικό του.

Ανοίγοντας στην πρώτη σελίδα, βρέθηκε μπροστά σε μία αφιέρωση.

“Η γραμμή που διαχωρίζει την αλήθεια από το ψέμα είναι λεπτή.

Οι γραμμές αυτές θα σε βοηθήσουν να βρεις τον εαυτό σου.”

ΨΗΦΙΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

arg5R