12 ΛΕΞΕΙΣ: “Ινκόγκνιτο”

Η σειρά διηγημάτων “12 ΛΕΞΕΙΣ – μικρές ιστορίες τρόμου” αποτελεί το αποτέλεσμα μιας πρωτοβουλίας του συγγραφέα να καλέσει τους αναγνώστες του να συμμετέχουν ενεργά στην συγγραφή μιας ιστορίας τρόμου, στέλνοντάς του τις δικές τους λέξεις–κλειδιά, στις οποίες θα βασίζεται η ιστορία του διηγήματος. Την κάθε ιστορία θα τη συνοδεύει ένα μοναδικό σκίτσο του γνωστού σκιτσογράφου Christos Kapelis, που θα δημιουργεί ειδικά για το διήγημα.

Το καυτό νερό που έπεφτε πάνω στο ταλαιπωρημένο της κορμί ήταν το κατευναστικό για τη δύσκολη ημέρα που πέρασε. Οι έγνοιες της περίμεναν έξω από το άσυλο του μπάνιου, έτοιμες να της χιμήξουν μόλις έβγαινε από αυτό. Δεν ήθελε να βγει από εκεί, ίσως ήταν το τελευταίο της οχυρό στις σκέψεις που την ταλαιπωρούσαν τον τελευταίο καιρό. Η ζωή της είχε πάρει την κάτω βόλτα και κατρακυλούσε όλο και πιο γρήγορα προς την άβυσσο.
Η Αργυρώ έβαλε τα κλάματα, αφού οι μύχιες σκέψεις της είχαν καταφέρει να διαπεράσουν και τα όρια του ησυχαστηρίου της. Οι επιλογές της είχαν πλέον εξαντληθεί. Αν δεν γινόταν κάποιο θαύμα έως το τέλος του μήνα, θα αναγκαζόταν να γυρίσει ύστερα από είκοσι ολόκληρα χρόνια, στον ΠΑΤΕΡΑ της στο χωριό ως παραιτημένη από τη ζωή της.
Τύλιξε μια πετσέτα γύρω από το κορμί της και βγήκε από το μπάνιο. Άνοιξε το τελευταίο της καλό κρασί και ξαπλώθηκε φαρδιά πλατιά στον καναπέ.
Πήρε το τηλεκοντρόλ και άνοιξε την τελευταίας τεχνολογίας ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ της, πίνοντας ταυτόχρονα μια γερή γουλιά κατευθείαν από το μπουκάλι.
Η αψάδα του κρασιού, άναψε μια νέα σπίθα στον εγκέφαλό της, που αμέσως ήρθε η εικόνα της τηλεόρασης για να τη σβήσει.
«Η οικονομική κρίση οδηγεί τους νέους πίσω στα χωριά τους», ανακοίνωσε η παρουσιάστρια των ειδήσεων, λες και ήταν συνεννοημένη με το σύμπαν για να παίξει με τον πόνο της.
Έσβησε αμέσως την τηλεόραση και ήπιε σχεδόν το μισό περιεχόμενο του μπουκαλιού.
Δεν μπορούσε να γυρίσει σε εκείνο το απαίσιο χωριό που είχε μεγαλώσει. Ποια; Η Αργυρώ, που ήταν καλεσμένη σε όλα τα κοσμικά ΠΑΡΤΙ τα τελευταία 20 χρόνια.
Η Αργυρώ που οι ΦΙΛΟΙ της ήταν η αφρόκρεμα της σόουμπιζ.
Αχ το παρελθόν.
Όλοι την είχαν κάνει στην άκρη τον τελευταίο χρόνο.
Πάντα ήξερε ότι το επάγγελμά της είχε ημερομηνία λήξης και είχε σχέδιο για όταν ερχόταν εκείνη η ώρα. Πολλά μοντέλα γίνονταν σχεδιαστές ρούχων και εκείνη είχε ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο. Αλλά λίγο η κρίση, λίγο οι κλίκες σε αυτό το κανιβαλίστικο περιβάλλον και τελικά απέτυχε. Οι φίλοι της τελικά αποδείχτηκαν πως ήταν one way, ήταν μαζί της μόνο όταν πήγαινε προς τα πάνω. Όλοι την είχαν αφήσει. Μοναδικό φως στο βάθος του τούνελ, ήταν ο πατέρας της που τον είχε κάνει πέρα τόσα χρόνια. Εκείνος ο κακόμοιρος γεροντάκος που παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, συνέχιζε να ασχολείται με τα χωράφια του, για να ξεχνάει την μοναξιά που τον κατέτρωγε από τον χαμό της γυναίκας του και την φυγή της κόρης του. Όταν είχαν μιλήσει στο τηλέφωνο της είχε πει πως το σπίτι του ήταν πάντα ανοιχτό για εκείνη.
Και μόνο που έκανε εικόνα τα χωράφια αηδίαζε. Φανταζόταν τον εαυτό της με ρούχα μεγάλων σχεδιαστών και ψηλοτάκουνες ΓΟΒΕΣ να κάνει αγροτικές δουλειές.
Όχι. Δεν έπρεπε να είναι αυτό το τέλος. Έπρεπε να υπάρχει μια λύση.
Κοίταξε το ρολόι. Η ώρα ήταν δέκα και μισή. Το κρασί είχε ήδη κάνει τη δουλειά του, δίνοντάς της ένα νέο κουράγιο. Πέταξε την πετσέτα και πήγε μέχρι την ντουλάπα γυμνή να διαλέξει ένα όμορφο ανάλαφρο φόρεμα, για να τονώσει την αυτοπεποίθησή της. Η ντουλάπα ήταν σχεδόν άδεια, καθώς είχε παραμελήσει τις δουλειές του σπιτιού. Τα περισσότερα ρούχα της ήταν στην στοίβα με τα ΑΠΛΥΤΑ. Διάλεξε αυτό που ήταν πιο κοντά σε αυτό που έψαχνε και ύστερα φόρεσε τις αγαπημένες της γόβες. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και ένιωσε ένα μικρό κύμα ευφορίας. Ήταν η ίδια κούκλα που ήταν και τότε, με μόνη διαφορά την ωριμότητα. Τότε ήταν ένα άγουρο κορίτσι με όνειρα, τώρα ήταν μια ώριμη γυναίκα που είχε ζήσει τα όνειρα. Υπήρχε ελπίδα. Το ήξερε. Είχε είκοσι μέρες μπροστά της να βρει κάτι. Κοίταξε πάνω στο τραπεζάκι του διαδρόμου, το χαρτάκι που είχε βρει στην είσοδο της πολυτελούς μονοκατοικίας που νοίκιαζε. Ο ιδιοκτήτης θα της έκανε ΕΞΩΣΗ αν μέχρι τα τέλη του μήνα δεν πλήρωνε όλα τα χρωστούμενα της. Του χρωστούσε ήδη πέντε ενοίκια. Πήρε το κρασί και ήπιε μια γουλιά. Έπρεπε να αποβάλει τις κακές σκέψεις εκείνο το βράδυ και να σκεφτεί θετικά.
ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ στο ίντερνετ όλα τα γκλαμουράτα πάρτι και σκέφτηκε να περάσει από κάνα δύο για να βρει τους παλιούς της φίλους. Ίσως κάποιος από αυτούς να της δάνειζε με εχεμύθεια. Άλλωστε πόσες φορές εκείνη δεν είχε βοηθήσει στο παρελθόν με μικρά ή ακόμα και με μεγάλα ΠΟΣΑ, χωρίς καν να το σκέφτεται;
Πήρε το κινητό της και ένα τσαντάκι που ήταν λίγο μικρότερο από μπομπονιέρα και βγήκε από το σπίτι. Περπάτησε μέχρι το κέντρο της Κηφισιάς και μπήκε στο πρώτο ταξί που περίμενε στην πιάτσα. Ο ταξιτζής την αναγνώρισε αμέσως και της χαμογέλασε.
«Στο Γκάζι παρακαλώ», του είπε.
Έξω από τον πολυχώρο επικρατούσε πανδαιμόνιο. Η ουρά για να μπεις στο κλαμπ ήταν τόσο μεγάλη, που πραγματικά απορούσε για την υπομονή εκείνων των ανθρώπων. Δεν περίμενε ποτέ σε ουρές για κανέναν λόγο. Ήταν η Αργυρώ Θεοδοσίου και όπου και αν πήγαινε οι πόρτες άνοιγαν διάπλατα για εκείνη.
Περπάτησε με τουπέ μέχρι τον πορτιέρη χωρίς καν να τον κοιτάει. Δυο τρία άτομα από την ουρά πήγαν να διαμαρτυρηθούν, αλλά μόλις την αναγνώρισαν άρχισαν να την δείχνουν και να τραβάνε φωτογραφίες με τα κινητά τους.
«Το πάρτι είναι πριβέ», της είπε άγρια ο μπράβος στην είσοδο.
«Το πάρτι είναι του φίλου μου, του μόδιστρου Λεοντιάδη».
«Είστε στη λίστα κυρία μου; Ποιο είναι το όνομά σας;» την κοίταξε αυστηρά εκείνος.
Θύμωσε αλλά κυριάρχησε στον εαυτό της για να μην ξεσπάσει.
«Πες του ότι είμαι η Αργυρώ Θεοδοσίου» του είπε αυταρχικά.
Εκείνος κοίταξε τη λίστα του.
«Δεν υπάρχεις εδώ».
Αμέσως έστρεψε το κεφάλι του προς τα άτομα στην ουρά που περίμεναν ανυπόμονα και ρώτησε το όνομα της πρώτης κοπέλας που περίμενε να μπει στο μαγαζί.
Η Αργυρώ ένιωσε την γη να φεύγει κάτω από τα πόδια της.
Πρώτη φορά στη ζωή της έφαγε πόρτα σε μαγαζί. Οι πρώτοι στην ουρά που είχαν ακούσει την συζήτηση την έβγαζαν φωτογραφίες ίσως και βίντεο και σχολίαζαν έντονα. Ίσως να είχαν ήδη ανεβάσει το περιστατικό στο facebook. Ένιωσε ένα κύμα πανικού να φουντώνει μέσα της. Απομακρύνθηκε γρήγορα από εκεί και πήγε μέχρι την πλατεία. Κάθισε σε ένα παγκάκι και έκλαψε. Ο κόσμος της γύριζε την πλάτη.
Όταν ηρέμησε, έβγαλε το κινητό της και μπήκε στο facebook για να τσεκάρει τα άλλα πάρτι. Βρήκε στη σελίδα της, δυο τρία βίντεο και πολλές φωτογραφίες με το περιστατικό στην είσοδο του κλαμπ και από κάτω περιπαικτικά σχόλια.
Σηκώθηκε και πήρε το πρώτο ταξί που βρήκε. Έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι.
Ο ήλιος έπεφτε στο πρόσωπό της, αναγκάζοντάς την να ξυπνήσει. Είχε πονοκέφαλο από το κρασί και την βότκα. Το βράδυ που γύρισε στο σπίτι έπινε και έπινε για να ξεχάσει. Ταυτόχρονα απαντούσε στα κοροϊδευτικά σχόλια στο facebook, απειλώντας με μηνύσεις τους συντάκτες τους.
Ήξερε πως δεν έπρεπε να ρίξει λάδι στη φωτιά, αλλά το ποτήρι είχε ξεχειλίσει εδώ και καιρό. Έπρεπε να το πάρει απόφαση και να αποσυρθεί από τα πάντα. Ίσως η ζωή στο χωριό να της έκανε καλό. Ίσως όλη η αίγλη και η κοσμικότητα να της είχαν κάνει κακό, διαβρώνοντας τον χαρακτήρα της. Είχε ξεχάσει την ταπεινότητα. Είχε χάσει εκείνο το μικρό κορίτσι που ονειρευόταν. Είχε ξεχάσει να είναι άνθρωπος.
Ήπιε μπόλικο νερό και ένιωσε τη δροσιά του να ανακουφίζει τα σωθικά της. Αυτό το τόσο δεδομένο και καθημερινό υγρό που δεν του δίνουμε και τόσο μεγάλη σημασία, ήταν η λύση στο κάψιμο που έφερναν τα κυριλέ πανάκριβα ποτά που είχε καταναλώσει.
Η ζωή τελικά είναι τα απλά πράγματα.
«Θα φύγω κιόλας αύριο για το χωριό. Τελείωσε το παραμύθι»
Αυτό σκέφτηκε και αισθάνθηκε όμορφα με την νέα της απόφαση. Όλα ήταν πια ξεκάθαρα. Είχε μπει η τελεία.
Έπεσε να κοιμηθεί και ξύπνησε το απόγευμα με καλή διάθεση. Πήγε στην κουζίνα να πιει και άλλο νερό και να φτιάξει κάτι για να κατευνάσει το ανακατεμένο της στομάχι που γουργούριζε.
Και τότε κουδούνισε το τηλέφωνό της από το δωμάτιο. Το αγνόησε και συνέχισε να ετοιμάζει το φαγητό της.
Το τηλέφωνο κουδούνισε ξανά. Αποφάσισε να το σηκώσει.
«Έλα Μαρία. Τι κάνεις;», είπε αδιάφορα στην μοναδική πραγματική φίλη που της είχε απομείνει από τα ένδοξα χρόνια του μόντελινγκ.
«Αργυρώ μου, πώς είσαι; Είδα τα βιντεάκια και τις φωτογραφίες και ανησύχησα. Είσαι καλά;»
«Είμαι καλά», της είπε αδιάφορα εκείνη. Η Μαρία ήταν καλή φίλη και το ενδιαφέρον της πραγματικό. Αμέσως το μετάνιωσε που της είχε μιλήσει ψυχρά.
«Σε ευχαριστώ για το ενδιαφέρον», πρόσθεσε πιο γλυκά και ένιωσε τα δάκρυα να κυλούν στα μάτια της.
«Το πιο σωστό είναι να απέχεις για λίγο και το θέμα θα ξεχαστεί. Ήδη έχει γίνει θέμα σε όλες τις κουτσομπολίστικες εκπομπές. Απλά εξαφανίσου για ένα διάστημα και θα βρουν κάποιον άλλον ως τροφή για να ξεκατινιάζονται»
«Δεν με ενδιαφέρει πια τίποτα Μαρία μου. Το αποφάσισα. Θα γυρίσω στον πατέρα μου στο χωριό».
Η Μαρία δεν απάντησε αμέσως. Η γραμμή ήταν λες και είχε νεκρώσει. Ύστερα ανάσανε και μίλησε πιο χαρωπά.
«Λοιπόν. Το ήξερα από χθες και ήθελα απλά να το επιβεβαιώσω. Η φιλενάδα σου είναι ο Άη Βασίλης με τα ΔΩΡΑ».
Η Αργυρώ δεν ήξερε που το πήγαινε.
«Άκου με προσεκτικά. Η πληροφορία είναι απόρρητη. Είναι για λίγους και σπουδαίους. Για άτομα σαν εμάς δηλαδή», αστειεύτηκε η Μαρία.
Η Αργυρώ κράτησε την αναπνοή της.
«Ξέρεις ποιος σχεδιαστής έχει έρθει στην Ελλάδα;»
Η Αργυρώ ένιωσε παράξενα. Ένιωσε πως το τηλεφώνημα ήταν σημάδι. Λες να επέστρεφε στην κορυφή;
«Έλα είσαι εκεί;» αναρωτήθηκε η Μαρία.
«Ναι», απάντησε αμέσως με βραχνή φωνή.
«Ποιος;»
«Για να μην σε κρατάω σε αγωνία, εκείνος ο εκκεντρικός Γάλλος, που δεν δείχνει ποτέ το πρόσωπό του. Που οι καμπάνιες του πάντα κοσμούν ανατρεπτικά περιοδικά. Εκείνος που δεν έχει αφήσει ποτέ δημοσιογράφο να μπει στα ενδότερα της εταιρείας του. Μιλάμε για τον Ινκόγκνιτο!»
Η Αργυρώ έσφιγγε το κινητό της.
«Και;» ρώτησε με έξαψη.
«Και αύριο το βράδυ έχεις συνέντευξη με τον ίδιο αυτοπροσώπως, στην βίλα του στην Εκάλη. Οπότε ξέρεις τι πρέπει να κάνεις σήμερα;».
«Να φρεσκάρω τα Γαλλικά μου;», απάντησε αμέσως η Αργυρώ.
Η Μαρία της είχε εξηγήσει πως ο Ινκόγκνιτο έψαχνε προσωπικό με πλούσια εμπειρία στον χώρο της μόδας, για την εταιρία του στην Ελλάδα. Η Μαρία που είχε αφήσει τον χώρο για να έχει χρόνο με την οικογένειά της, ασχολιόταν πλέον με τις δημόσιες σχέσεις οίκων μόδας, από το σπίτι. Και έτσι είχε μάθει το νέο και κατάφερε να κλείσει αυτό το σημαντικό ραντεβού στην Αργυρώ.
Η Αργυρώ αγχώθηκε πολύ για να βρει τα κατάλληλα ρούχα για την συνέντευξη. Έπρεπε να έχει όσο το δυνατόν πιο εκκεντρική εμφάνιση για να γοητεύσει εκείνον τον παράξενο καλλιτέχνη, που κανένας δεν είχε δει το πρόσωπό του. Ο συγκεκριμένος οίκος μόδας είχε δημιουργήσει ένα σύγχρονο μύθο. Όλοι τον θεωρούσαν από τους κορυφαίους, με τα ρούχα του να αποπνέουν πάντα μια πρωτόγονη αίσθηση. Η εκκεντρικότητα του σχεδιαστή ήταν τέτοια, που προκαλούσε όλα τα συναισθήματα. Και είχε και ένα άλλο χαρακτηριστικό που δεν το είχε κανείς άλλος. Το μόνο υλικό που χρησιμοποιούσε ήταν το δέρμα.
Το ραντεβού ήταν για τις δέκα το βράδυ πράγμα που δεν είχε παραξενέψει διόλου την Αργυρώ. Οι εκκεντρικοί δεν κάνουν ότι κάνει ένας κοινός νους.
Ήταν 9 και ήταν πανέτοιμη. Ένιωθε υπέροχα για την ευκαιρία που της δινόταν. Όλα πήγαιναν τέλεια. Ήταν κατακαλόκαιρο και αγχωνόταν πως θα ίδρωνε με όλες αυτές τις δερμάτινες δημιουργίες που φορούσε, αλλά η ξαφνική ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ που είχε ξεσπάσει δρόσιζε ευχάριστα την ατμόσφαιρα. Είχε αναθαρρήσει και δεν σκεφτόταν πια την επιστροφή της στο χωριό. Ήξερε πως όλα θα εξελίσσονταν ιδανικά.
Μπήκε στο πρώτο ταξί και έδωσε την διεύθυνση.
Ήταν δέκα παρά πέντε όταν έφτασε έξω από τη τελευταία βίλα πάνω στο βουνό. Η καταιγίδα είχε σταματήσει από ώρα. Χτύπησε το κουδούνι. Αμέσως ακούστηκε ένας μεταλλικός θόρυβος και η πόρτα της αυλής άνοιξε διάπλατα. Προχώρησε στην πλακόστρωτη σκοτεινή αυλή, με μοναδικό φως εκείνο του φεγγαριού. Πίσω από το βουνό οι αστραπές συνέχιζαν να φωτίζουν τον καλοκαιρινό ουρανό. Προσπέρασε την άδεια παρατημένη πισίνα, που έδειχνε να θέλει συντήρηση. Τότε πρόσεξε πως και ο κήπος είχε μια αίσθηση εγκατάλειψης. Το μοναδικό φως στο τριώροφο σπίτι ερχόταν από ένα παράθυρο στο δεύτερο πάτωμα. Ύστερα έσβησε και άναψε το φως στο διπλανό δωμάτιο.
Ένιωθε κάπως παράξενα που θα συναντούσε έναν άνθρωπο που ελάχιστοι είχαν δει. Τι τύπος να ήταν άραγε;
Δεν έπρεπε να σκέφτεται έτσι τώρα. Όλα θα πήγαιναν καλά. Θα έπαιρνε την δουλειά πάση θυσία. Πριν φτάσει στην εξώπορτα, έβγαλε από την τσάντα τα σοφιστικέ γυαλιά της με τον κοκάλινο ΣΚΕΛΕΤΟ, που την έκαναν ακόμα πιο θελκτική στους άντρες. Πήρε μια βαθιά ανάσα, τίναξε τα χέρια της για να διώξει το άγχος και χτύπησε το κουδούνι. Η πόρτα άνοιξε αμέσως και πέρασε μέσα σε ένα σκοτεινό σαλόνι. Κανένας δεν ήταν εκεί να την υποδεχτεί. Έψαξε τον τοίχο και βρήκε τον διακόπτη. Τον πάτησε και το δωμάτιο με τα παλιά έπιπλα αντίκα έκανε την εμφάνισή του. Δίπλα της, πάνω σε ένα σκαλιστό τραπεζάκι, βρήκε ένα σημείωμα στα Γαλλικά, με το όνομά της πάνω πάνω.
«Δεσποινίς Αργυρώ Θεοδοσίου,
Σε περιμένω στο τρίτο δωμάτιο του δεύτερου ορόφου.
Λυπάμαι που δεν σε υποδέχτηκα όπως έπρεπε, αλλά γνωρίζεις τη φήμη μου.
Αν το ραντεβού μας έχει ευχάριστη κατάληξη, απόψε θα δεις το πρόσωπό μου
Σε περιμένω,
Με εκτίμηση,
Ινκόγκνιτο»
Ανέβηκε τα σκαλοπάτια μέχρι τον δεύτερο όροφο.
Η αναπνοή της είχε γίνει πιο γρήγορη. Παρ’ όλη την δροσερή ατμόσφαιρα μέσα στην βίλα, ίδρωνε. Από τον πάνω όροφο, άκουγε ένα παραθυρόφυλλο να χτυπάει ρυθμικά. Παράξενο, σκέφτηκε. Δεν είχε καθόλου αέρα εκείνο το βράδυ. Ίσως κάποιος από το υπηρετικό προσωπικό.
Έφτασε έξω από την πόρτα. Αυτή η συνέντευξη ήταν μέχρι τώρα η πιο παράξενη που είχε πάει ποτέ. Εκκεντρικότητα στο φουλ, σκέφτηκε.
Σήκωσε το χέρι να χτυπήσει την πόρτα και πριν το κάνει άκουσε μια ασθματική φωνή στα Γαλλικά.
«Πέρασε»
Εκείνη πήρε μια τελευταία ανάσα και συγκεντρώθηκε. Κατέβασε το χερούλι.
Το δωμάτιο ήταν θεοσκότεινο. Μόλις πέρασε μέσα, άναψε ένας μικρός προβολέας μπροστά από τον μόδιστρο, στοχεύοντας κατευθείαν το πρόσωπό της.
«Κάθισε στην πολυθρόνα που είναι δίπλα σου».
Δεν ακούστηκε σαν διαταγή, αλλά σαν πρόσκληση.
«Χαίρομαι που σας γνωρίζω κύριε Ινκόγκνιτο», είπε εκείνη με μετρημένο χαμόγελο.
Ένα γελάκι ακούστηκε από την μεριά του.
Είναι άνθρωπος από σάρκα και οστά. Σαν εμένα. Σαν όλους μας, σκέφτηκε η Αργυρώ για να διώξει τα μυρμήγκια που διέτρεχαν την σπονδυλική της στήλη. Έπρεπε να πάρει εκείνη τη θέση, με οποιονδήποτε τρόπο.
«Σχετικα με την θέση…», μπήκε κατευθείαν στο θέμα εκείνος.
Εκείνη έβγαλε από την δερμάτινη τσάντα της το επαγγελματικό της book και του το προσέφερε.
«Δεσποινίς Θεοδοσίου, πίστεψέ με ξέρω τα πάντα για εσένα. Αλλιώς δεν θα ήσουν εδώ απόψε. Λες να συναντώ τον οποιονδήποτε;».
Η Αργυρώ προσπαθούσε να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του πίσω από το φως που την τύφλωνε. Μπορούσε να δει μόνο ένα ανθρώπινο περίγραμμα, τίποτα παραπάνω.
«Λοιπόν. Θα είμαι σύντομος. Χρειαζόμαστε ένα άτομο, με εξαιρετικό πρόσωπο και μεσογειακές αναλογίες σώματος, για την κολεξιόν που θα κυκλοφορήσει στην Ελλάδα. Από όλες τις υποψήφιες για την θέση, είσαι η ιδανική. Τα 38 είναι εξαιρετική ηλικία για την καμπάνια μας. Το πρόσωπό σου είναι στο μεταίχμιο της νεότητας με την ωριμότητα. Όσο απέχεις από μια 25άρα άλλο τόσο απέχεις και από μια 50άρα. Είσαι το ενδιάμεσο. Είσαι το τέλειο. Όσο για το σώμα σου. Δεν έχω λόγια. Λες και τα σχέδιά μου έχουν βασιστεί πάνω σου. Είσαι, πώς να το πω. Η μούσα μου».
Η Αργυρώ ένιωσε ένα κύμα ευφορίας να την κατακλύζει. Όλα ήταν τέλεια. Τίποτα δεν είχε τελειώσει. Άκουσε μια πόρτα να βροντάει από τον πάνω όροφο. Βήματα κατέβαιναν.
«Λοιπόν; Τι έχεις να πεις;»
Καθάρισε τον λαιμό της.
«Είναι μεγάλη μου τιμή κύριε Ινκόγκνιτο. Πάντα σας θαύμαζα. Θα μου άρεσε πολύ να συνεργαστούμε».
«Άρα δεν μένει παρά να υπογράψουμε», είπε εκείνος και η σιλουέτα του πλησίασε στο φως.
Η Αργυρώ είδε για πρώτη φορά καθαρά το περίγραμμα του κεφαλιού του. Ήταν ένας παχύς, ελαφρώς δύσμορφος άνθρωπος, με προγούλια. Η στρογγυλάδα του κρανίου του μαρτυρούσε την έλλειψη μαλλιών. Της προσέφερε ένα χαρτί σαν πάπυρο. Εκείνη το πήρε. Το χέρι του ήταν κάτωχρο και εντελώς άτριχο. Πρόσεξε πως είχε περασμένο και δεμένο με εναν περίτεχνο τρόπο στον καρπό του ένα μακρύ κόκκινο μεταξωτό μαντήλι με παράξενα σχέδια. Δεν ήταν καθόλου όπως τον φανταζόταν.
Άρχισε να διαβάζει το συμβόλαιο, που έδειχνε να της προσφέρει γη και ύδωρ.
«Αυτό το συμβόλαιο το προσφέρω μόνο σε ένα άτομο, σε κάθε χώρα που εξαπλώνεται η εταιρία μας. Σου προσφέρει τα πάντα. Θα ζεις σαν να είμαι ΕΓΩ. Η μορφή σου θα αναγνωρίζεται παγκοσμίως. Θα είσαι το πρόσωπο της εταιρίας. Θα είσαι ΕΓΩ».
Η Αργυρώ είχε ανατριχιάσει. Ήταν, ίσως, ο πιο τυχερός άνθρωπος του κόσμου.
Πήρε την πένα που της πρόσφερε με το άλλο ωχρό του χέρι και χωρίς δισταγμό υπέγραψε.
Τότε άνοιξε η πόρτα. Η έντονη μυρωδιά, ήταν το τελευταίο πράγμα που αισθάνθηκε εκείνο το βράδυ.
Επίλογος – Ένα χρόνο μετά:
Περπατούσε στον δρόμο με το τουπέ που άρμοζε στη θέση που κατείχε. Όλοι γνώριζαν εκείνο το πρόσωπο. Εκείνο το σώμα. Εκείνο το αψεγάδιαστο δέρμα.
Όλοι σταματούσαν και του μιλούσαν.
Όλοι τον φωτογράφιζαν. Και τον θαύμαζαν. Εκείνα τα υπέροχα καστανά μαλλιά του. Τις μεσογειακές του καμπύλες. Τα πλούσια στήθη του. Τα υπέροχα αμυγδαλωτά μάτια του. Τα ατέλειωτα πόδια του. Και πάντα με το ίδιο κόκκινο μεταξωτό μαντήλι, περασμένο στον καρπό του δεξιού του χεριού.
Δύο με τρία χρόνια ακόμα και μετά θα ξανοιγόταν σε νέες αγορές. Άραγε ποια χώρα είχε σειρά; Όπως και να είχε δεν τον ένοιαζε. Απολάμβανε κάθε λεπτό κλεισμένος εκεί μέσα. Και όλα αυτά…
Ινκόγκνιτο…
Παναγιώτης Δεληγιάννης με τη συμμετοχή της αναγνώστριας Argiro Theodossiou
Σκίτσο: Lemki

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά