12 ΛΕΞΕΙΣ: “Vīnum”

by Παναγιώτης Δεληγιάννης

Η σειρά διηγημάτων «12 ΛΕΞΕΙΣ – μικρές ιστορίες τρόμου» αποτελεί το αποτέλεσμα μιας πρωτοβουλίας του συγγραφέα να καλέσει τους αναγνώστες του να συμμετέχουν ενεργά στην συγγραφή μιας ιστορίας τρόμου, στέλνοντάς του τις δικές τους λέξεις–κλειδιά, στις οποίες θα βασίζεται η ιστορία του διηγήματος. Την κάθε ιστορία θα τη συνοδεύει ένα μοναδικό σκίτσο της σκιτσογράφου Lemki, που θα δημιουργεί ειδικά για το διήγημα.

Τα τηλέφωνα χτυπούσαν σαν τρελά και εκείνη ίσα που προλάβαινε να εξυπηρετήσει τον έναν μετά τον άλλον τους ανυπόμονους πελάτες.

Όσο μιλούσε με τον πελάτη, κοίταξε το ρολόι της. Σε 5 λεπτά ήταν η ώρα του εικοσάλεπτου διαλείμματος της. Θα έφευγε από το στενό της κουβούκλιο και θα πήγαινε στο εστιατόριο των υπαλλήλων να φάει κάτι και να μιλήσει με τον αγαπημένο της.

Ο πελάτης συνέχιζε να παραπονιέται και εκείνη υπομονετικά τον άκουγε. Στο τέλος θα του έλεγε μια από τις γραμμένες ατάκες του σεναρίου που είχε μπροστά της, εκείνη που ταίριαζε καλύτερα στην περίπτωσή του. Και ύστερα το διάλειμμα.

Άρπαξε την τσάντα και το κινητό της και έφυγε από την ΑΙΘΟΥΣΑ των κουβουκλίων της εξυπηρέτησης πελατών. Κάλεσε το ασανσέρ και ανέβηκε μέχρι το ισόγειο, για να βγει στην αίθουσα του εστιατορίου. Πήρε βιαστικά έναν δίσκο, τον γέμισε με διάφορα καλούδια και κάθισε σε ένα τραπεζάκι. Τσιμπώντας από τον δίσκο της κάλεσε τον Πάνο.

«Έλα αγάπη μου. Πως είναι σήμερα η μέρα σου;», της είπε εκείνος με κουρασμένη φωνή.

«Μια από τα ίδια. Εσύ; Δύσκολη ημέρα;», του είπε μασουλώντας τα λαχανικά της. Κοίταξε το ρολόι του εστιατορίου. Άλλα 14 λεπτά για να επιστρέψει στο καταθλιπτικό κουβούκλιό της για ακόμα πέντε ώρες.

«Ξέρεις εδώ. Προσπαθώ να σκεφτώ, αλλά δεν έχω άλλες αντοχές. Χρειάζομαι ΔΙΑΚΟΠΕΣ».

«Το ξέρω αγάπη μου. Σε νιώθω. Τα έχουμε πει αυτά. Πέρασε το καλοκαίρι και δεν τα καταφέραμε. Αν τα οικονομικά μας είναι καλύτερα του χρόνου θα πάμε. Μην απελπίζεσαι.»

«Σ’ αγαπώ. Το ξέρεις;», της είπε εκείνος αυθόρμητα. Κάθε φορά που είχε τις μαύρες του, εκείνη προσπαθούσε να τον ανεβάσει μιλώντας του αισιόδοξα.

Μέσα από την τηλεφωνική γραμμή ακούστηκε μια παρεμβολή.

«Να σε πάρω πάλι σε λίγο; Έχω δεύτερη γραμμή», του είπε η Άννα και του έκλεισε το τηλέφωνο. Ο ΑΡΙΘΜΟΣ ήταν άγνωστος. Πάτησε το κουμπί της αποδοχής.

«Παρακαλώ;», είπε στον τόνο που μιλούσε και στους πελάτες της.

«Καλησπέρα. Η κυρία Λουκά;» είπε μια βαθιά γυναικεία φωνή. Η Άννα αμέσως κατάλαβε ότι μιλούσε με μια ώριμη γυναίκα. Είχε μάθει να αναγνωρίζει κάποια στοιχεία από την ταυτότητα του συνομιλητή της, αφού έκανε χρόνια αυτή τη δουλειά.

«Η ίδια. Ποια είστε;»

«Σας καλώ για έναν διαγωνισμό. Είστε η τυχερή και θα κερδίσετε αν απαντήσετε σωστά σε μία ερώτηση»

«Σας ευχαριστώ δεν με ενδιαφέρει», απάντησε ψυχρά και έκανε να πατήσει το κουμπί ΑΠΟΡΡΙΨΗΣ της κλήσης.

«Το δώρο είναι ένα ταξίδι για δύο άτομα στη Λευκάδα για επτά μέρες, σε πολυτελές ξενοδοχείο και 1000 ευρώ για τα έξοδά σας», βιάστηκε να μιλήσει η γυναίκα, αναπτερώνοντας το ενδιαφέρον της Άννας.

Παρόλο που υπέθετε πως αυτό ήταν ένα διαφημιστικό τρικ κάποιας εταιρείας, η γυναίκα είχε χτυπήσει στο αδύναμο σημείο της. Είχαν τρία ολόκληρα χρόνια να κάνουν διακοπές, αφού τα οικονομικά τους δεν πήγαιναν καθόλου καλά.

«Σας ενδιαφέρει;», ρώτησε η γυναίκα, γνωρίζοντας ότι είχε κερδίσει την προσοχή της.

Η Άννα αποφάσισε να μάθει λίγα πράγματα.

«Ποιος διοργανώνει τον διαγωνισμό; Και που βρήκατε το τηλέφωνό μου;»

«Το τηλέφωνο σας επιλέχθηκε μετά από την μεγάλη ΚΛΗΡΩΣΗ του ραδιοφωνικού μας σταθμού. Έχετε πάρει μέρος σε πολλούς διαγωνισμούς μας στο παρελθόν».

Η Άννα κοίταξε το ΡΟΛΟΙ. 9 λεπτά για το κουβούκλιο.

«Σας ενδιαφέρει λοιπόν;», ρώτησε ξανά η γυναίκα, κάπως ανυπόμονα αυτή τη φορά.

«Ναι με ενδιαφέρει», απάντησε αμέσως η Άννα, αφού ένιωθε ικανοποιημένη από την εξήγηση που της είχε δώσει.

«Λοιπόν. Ας περάσουμε στην ερώτηση».

Το τηλέφωνο του Πάνου χτυπούσε επίμονα, αλλά ήταν στο αθόρυβο. Η Άννα έπαιρνε και ξαναέπαιρνε αλλά προφανώς είχε τελειώσει το διάλειμμά του.

Καλύτερα σκέφτηκε. Θα του πω τα νέα το βράδυ. Αύριο είναι Παρασκευή, οπότε μπορεί να ζητήσει και αύριο την άδεια.

Όλη η υπόλοιπη ημέρα κύλησε ευχάριστα, παρόλο που η γκρίνια των πελατών τον Σεπτέμβριο έφτανε στο ζενίθ της. Τι παράξενο πράγμα, σκέφτηκε. Τον Σεπτέμβριο θα έπρεπε όλοι να είναι πιο χαλαροί μετά τις καλοκαιρινές τους διακοπές. Κι όμως! Κάθε χρόνο ήταν ο χειρότερος μήνας. Δεν την ένοιαζε όμως. Η επόμενη εβδομάδα θα κυλούσε όμορφα και ξεκούραστα, αφού θα έκανε ονειρεμένες διακοπές σε μία από τις αγαπημένες της τοποθεσίες.

Ο Πάνος πέταξε από την χαρά του όταν του το ανακοίνωσε. Παρόλη την κούραση τους, έμειναν μέχρι αργά ξύπνιοι, ετοιμάζοντας το πλάνο των διακοπών τους. Μετά από πολύ καιρό, αισθάνθηκαν πως η ΤΥΧΗ τους είχε χαμογελάσει.

Παρασκευή

Η Παρασκευή πέρασε ευχάριστα. Ζήτησαν και οι δύο δέκα μέρες άδεια και την πήραν αμέσως, αφού ήταν οι μόνοι που δεν είχαν χρησιμοποιήσει τις καλοκαιρινές μέρες ανάπαυσης που δικαιούνταν. Η Άννα έφτασε πρώτη στο σπίτι και βρήκε στο γραμματοκιβώτιο έναν μεγάλο φάκελο με όλα τα στοιχεία για το ξενοδοχείο και την διαδρομή που έπρεπε να ακολουθήσουν και χίλια ευρώ σε μετρητά.

Μπήκε στο σπίτι και ακούμπησε τον φάκελο στο τραπέζι.

Κυριακή

Ξεκίνησαν από το Μαρούσι με το παλιό τους αυτοκίνητο, το μεσημέρι. Αποφάσισαν να ταξιδέψουν από την Στερεά Ελλάδα για να απολαύσουν τη διαδρομή. Ο Σεπτέμβριος πλησίαζε ήδη στο τέλος του, αλλά εκείνη η μέρα ήταν ζεστή και ηλιόλουστη και έτσι ταξίδευαν με τα μαγιό τους για να κάνουν μπάνιο κάπου στην διαδρομή, ίσως στο Γαλαξίδι όπως είχε προτείνει ο Πάνος. Οι ώρες περνούσαν ευχάριστα και τελικά πέρασαν από το Γαλαξίδι χωρίς να σταματήσουν. Βρήκαν μια όμορφη παραλία λίγα χιλιόμετρα πριν φτάσουν στη Ναύπακτο και αποφάσισαν να κολυμπήσουν εκεί.

Είχε φτάσει εφτά και μισή το απόγευμα και είχε ήδη αρχίσει να σουρουπώνει, καθώς άφηναν πίσω τους το Μεσολόγγι. Είχαν ακόμα περίπου 150 χιλιόμετρα, αλλά αυτό δεν τους αποθάρρυνε. Αντιθέτως. Περνούσαν μια από τις πιο όμορφες μέρες των τελευταίων ετών.

Είχε βραδιάσει για τα καλά, όταν άφησαν πίσω τους τον Αστακό. Ο δρόμος μέχρι την Λευκάδα ήταν παραθαλάσσιος. Απέναντί τους έβλεπαν τον σκοτεινό όγκο του νησιού στο οποίο πήγαιναν, να φωτίζεται ελάχιστα από τα φώτα των διάσπαρτων χωριών.

«Πεινάω», είπε ξαφνικά ο Πάνος και το γουργουρητό του στομαχιού του επιβεβαίωσε τη δήλωσή του.

«Τι θα έλεγες να σταματήσουμε στο επόμενο χωριό για φαγητό;», πρότεινε η Άννα που έδειχνε και εκείνη να πεινάει.

«Είναι ήδη εννέα. Θα αργήσουμε να φτάσουμε στο ξενοδοχείο», είπε ο Πάνος.

«Ναι, αλλά θα μας πάρει ακόμα αρκετή ώρα. Το ξενοδοχείο είναι στο νότιο άκρο του νησιού και θέλουμε πάνω από μια ώρα για να φτάσουμε εκεί. Αντέχεις;»

Έφτασαν στην Πάλαιρο και κάθισαν σε μια παραδοσιακή ταβέρνα. Τηλεφώνησαν στο ξενοδοχείο πως θα αργήσουν και η ιδιοκτήτρια τους ενημέρωσε πως δεν υπήρχε πρόβλημα. Όταν έφυγαν από την ταβέρνα η ώρα ήταν ήδη 11.

Μπήκαν στην πόλη της Λευκάδας και ακολούθησαν τον ανατολικό δρόμο για την Βασιλική, που ήταν και ο πιο γρήγορος. Αφού πέρασαν την Βασιλική, ανέβηκαν το βουνό με κατεύθυνση το παραδοσιακό χωριό Άγιος Πέτρος. Λίγο έξω από το χωριό, σε μια ΚΟΙΛΑΔΑ ανάμεσα στα βουνά, βρισκόταν το πολυτελές ξενοδοχείο, όπου θα έμεναν για μία εβδομάδα, στο χωριό Ρουπακιάς.

Όταν άφησαν πίσω τους το ορεινό χωριό, ήθελαν μόνο πέντε χιλιόμετρα για το ξενοδοχείο. Οι δρόμοι έγιναν αμέσως κακοτράχαλοι και ο φωτισμός ήταν ανύπαρκτος. Η ώρα ήταν ήδη 12. Με χαμηλότερη ταχύτητα και αναμμένους τους προβολείς συνέχισαν την πορεία τους μέχρι που συνάντησαν τα πρώτα σπίτια του χωριού που θα έμεναν. Ήταν ήδη πολύ αργά και δεν υπήρχε ψυχή εκεί έξω. Ελάχιστα φώτα μέσα από τα σπίτια. Κάνα δυο σκυλιά που γάβγιζαν.

«Ξενοδοχείο ή ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ είπε η κυρία;», ρώτησε ο Πάνος, προσπαθώντας να αστειευτεί. Το μέρος έμοιαζε λιγάκι στοιχειωμένο.

Η Άννα χασμουριόταν και κοιτούσε τα χαμηλά σπιτάκια. Λίγο πιο κάτω ήταν ένα όμορφο πετρόκτιστο κτίριο, που το προστάτευε μια υπέροχη κεραμοσκεπή. Φωτιζόταν μόνο η είσοδός του. Λογικό σκέφτηκε η Άννα. Τέτοια εποχή δεν πρέπει να υπήρχε άλλος πελάτης, για αυτό άλλωστε είχαν κερδίσει τώρα στον διαγωνισμό.

Πάρκαραν έξω από το ξενοδοχείο και κατέβασαν τις βαλίτσες τους. Η ξύλινη πόρτα της εισόδου ήταν ανοιχτή και πέρασαν μέσα στην ρεσεψιόν. Το σαλόνι ήταν υπέροχα διακοσμημένο και θύμιζε αρχοντικό σπίτι προηγούμενων δεκαετιών. Πίσω από τον πάγκο της ρεσεψιόν δεν υπήρχε κανείς, μόνο ένα κλειδί και ένα σημείωμα πάνω σε αυτόν.

Η Άννα πήρε το χαρτί και διάβασε.

Κυρία Λουκά,

Αυτό είναι το κλειδί της σουίτας σας. Το δωμάτιο βρίσκεται στον δεύτερο όροφο και έχει θέα στο δάσος. Είναι το δωμάτιο με όλες τις ανέσεις. Μην διστάσετε να χρησιμοποιήσετε όλες τις υπηρεσίες μας. Θα σας δω αύριο το πρωί.

Να έχετε μια ευχάριστη διαμονή.

Με εκτίμηση

Ανέβηκαν την ξύλινη σκάλα μέχρι τον δεύτερο όροφο. Τα φώτα άναβαν μπροστά τους αυτόματα, αποκαλύπτοντας το φρεσκολουστραρισμένο πάτωμα και τους πρόσφατα βαμμένους τοίχους. Οι απλίκες δεξιά και αριστερά στον διάδρομο ήταν σωστά καλλιτεχνήματα. Το καθετί μέσα σε αυτό το ξενοδοχείο, ήταν προσεκτικά τοποθετημένο. Όλα τα αντικείμενα συμπλήρωναν το ένα το άλλο τόσο αρμονικά. Ο χώρος έβγαζε μια ζεστασιά και μια οικειότητα που σε έκανε να αισθάνεσαι σαν το σπίτι σου. Έφτασαν έξω από την σουίτα τους και γύρισαν το ΚΛΕΙΔΙ. Ο Πάνος, παρόλη την κούρασή του, άφησε κάτω τις βαλίτσες και έσπρωξε την πόρτα. Πήρε αγκαλιά την Άννα και πέρασε με το δεξί πόδι το κατώφλι.

«Καλό δεύτερο μήνα του μέλιτος», ευχήθηκε και ξέσπασαν και οι δύο σε γέλια.

Ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, με δύο κολονάτα κρυστάλλινα ποτήρια τους περίμεναν.

Έκαναν έρωτα μέσα στο τζακούζι, υπό τους ήχους απαλής τζαζ μουσικής. Η ζαλάδα από το ημίγλυκο κρασί δεν ήταν καθόλου ενοχλητική, αντιθέτως τους είχε δημιουργήσει την απαραίτητη ευφορία και τους είχε τονώσει, μετά από το μακρύ ταξίδι. Όλα έμοιαζαν ονειρικά.

«Πόσα χρόνια έχουμε να νιώσουμε έτσι;», του ψιθύρισε στο αυτί η Άννα και τον φίλησε στο μάγουλο.

«Νιώθω απόλυτα ευτυχισμένη. Αυτή η εβδομάδα θα είναι υπέροχη. Θέλω να αφήσουμε πίσω μας όλα όσα μας απασχολούν».

Το ροχαλητό του Πάνου την έκανε να χαμογελάσει. Δεν θύμωσε μαζί του, ήταν λογικό να αποκοιμηθεί.

Έκλεισε τα μάτια της και άφησε το σκοτάδι να εισχωρήσει μέσα της για να της κλέψει για λίγες ώρες τον συνειδητό της κόσμο. Παρόλα αυτά το χαμόγελο δεν έσβησε ποτέ από τα χείλη της.

Μια ολόκληρη εβδομάδα μετά έπαιρναν τον δρόμο της επιστροφής για την Αθήνα. Με καθαρό μυαλό, πλατιά χαμόγελα και γεμάτοι ενέργεια ένιωθαν πως μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τα πάντα σε αυτό τον κόσμο. Ήξεραν πως την επόμενη ημέρα θα επέστρεφαν στην άνοστη πραγματικότητα των ζωών τους, αλλά είχαν κάνει πολλά σχέδια για το μέλλον. Θα πάλευαν σε αυτή τη ζωή για να κερδίσουν το μέλλον τους. Τέρμα πια η εκμετάλλευση. Από εδώ και πέρα θα διεκδικούσαν.

«Πόσο μπορεί να σε αλλάξει ένα ταξίδι;», αναρωτήθηκε δυνατά ο Πάνος και ένιωσε σίγουρος. Εκείνη τον αγκάλιασε και συνέχισαν την μακριά τους πορεία.

Δευτέρα

Είχε πάρει από ένα μπουκάλι, από εκείνο το εύγευστο κόκκινο κρασί, δώρο για τις φίλες της στο γραφείο. Έφτασε νωρίτερα και άφησε πάνω στα γραφειάκια τους από ένα, με ένα συνοδευτικό σημείωμα.

Στο διάλειμμα κατέβηκε στο εστιατόριο και έπιασε ένα τραπεζάκι. Οι συνάδελφοι που είχαν πάρει το δωράκι της την πλησίασαν και την ευχαρίστησαν εγκάρδια.

«Δεν ξεκουράστηκες καθόλου;», την ρώτησε η Αναστασία, που ήταν και η υπεύθυνη του τμήματός της.

«Ναι πράγματι», συμπλήρωσε η Φαίη. «Δείχνεις λιγάκι ΧΛΩΜΗ»

«Δεν πιστεύω να την άρπαξες και να μας κολλήσεις;», αστειεύτηκε η Δήμητρα.

«Αντιθέτως. Νιώθω υπέροχα. Ποτέ δεν αισθανόμουν καλύτερα», απάντησε χαμογελαστή η Άννα. Εκείνο το πρωί είχε φορέσει την χαλκοπράσινη κορδέλα στα μαλλιά, που της είχε κάνει δώρο η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου και τόνιζε τα ξωτικίσια μάτια της.

Την ρωτούσαν για το ταξίδι της και τους απαντούσε με μεγάλη χαρά.

«Και πώς το είπες αυτό το χωριό; Και το ξενοδοχείο;»

«Το χωριό είναι ο Ρουπακιάς. Οι κάτοικοί του υπέροχοι άνθρωποι. Και το ξενοδοχείο το λένε ΓΑΛΗΝΗ. Όνομα και πράγμα! Και η ιδιοκτήτρια απίθανος άνθρωπος».

Τρίτη

Οι φίλες της δεν είχαν εμφανιστεί στο γραφείο. Τηλεφώνησε στο σπίτι της Φαίης, αλλά κανείς δεν το σήκωσε. Η Δήμητρα το ίδιο. Ακόμα και η υπεύθυνη του τμήματός της έλειπε.

Το βράδυ κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Ήταν πολύ χλωμή, αν και ένιωθε υπέροχα.

Τετάρτη

Οι φίλες της ακόμα δεν είχαν δώσει σημεία ζωής.

Πέμπτη

Άνοιξε το email της και διάβασε ένα μήνυμα που είχε πάρει από άγνωστο παραλήπτη. Το θέμα του μηνύματος ήταν ένα όνομα:

Ρουπακιάς

Και από κάτω ο τίτλος του άρθρου:

Το επί δεκαετίες εγκαταλελειμμένο χωριό της Λευκάδας.

Παναγιώτης Δεληγιάννης με τη συμμετοχή της αναγνώστριας Sofia Orfanou
Σκίτσο: Lemki

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά