20 κλασικές τρομακτικές ιστορίες του Χάλοουιν

by Βαγγέλης Παπαδιόχος

Οι πολυάριθμες λαϊκές τρομακτικές αφηγήσεις είναι αναπόσπαστο κομμάτι του εορτασμού του Χάλοουιν. Κάποιες απ’ αυτές είναι σίγουρα κατασκευασμένες, ενώ για άλλες υπάρχουν αυτόπτες μάρτυρες που ορκίζονται πως είναι αληθινές. Αν δεν είστε πολύ δύσπιστοι με κάτι τέτοια, διαβάστε παρακάτω μερικές απ’ αυτές. Καλύτερα όμως να το κάνετε με τον σωστό τρόπο: καθισμένοι στο σκοτάδι μέσα σ’ ένα μαγικό κύκλο ή στο κοντινό νεκροταφείο υπό το σεληνόφως. Φυσικά, θα πείτε πως δεν πιστεύετε τίποτα απ’ όλα αυτά. Ίσως, όμως, κάποια στιγμή να αναρωτηθείτε: Θα μπορούσαν να υπάρχουν τέτοια πράγματα; Όλοι εκείνοι που ορκίζονται πως τα έχουν δει λένε ψέματα, τους διαφεύγει κάποια λογική εξήγηση ή μήπως τελικά έχουν κάποια δόση αλήθειας;

1. Το κλειδί του αρχιτέκτονα

Κάποτε ήταν ένας άντρας ονόματι Έντουαρντ που σχεδίασε και έκτισε το δικό του ιδανικό σπίτι. Έζησε σε αυτό για πολλά χρόνια, ώσπου τελικά πέθανε. Σύντομα, μια νέα οικογένεια μετακόμισε εκεί, αλλά όποτε κατέβαιναν στο υπόγειο- όπου ο Έντουαρντ συνήθιζε να εργάζεται- είχαν την αίσθηση ότι κάποιος τους παρακολουθούσε. Μια μέρα, ο πατέρας της οικογένειας αποφάσισε να επιδιορθώσει ένα παλιό σακάκι για το οποίο όλοι οι ράφτες στην πόλη τον διαβεβαίωναν ότι δεν επισκευάζεται. Έτσι, ακολουθώντας τον πατροπαράδοτο τρόπο, άπλωσε το σακάκι του σε μια καρέκλα και έψαξε στο παλιό γραφείο να βρει κάτι που θα τον βοηθούσε να το επιδιορθώσει. Όμως όλα τα συρτάρια ήταν κλειδωμένα και δεν μπορούσε να βρει πουθενά ένα κλειδί. Το επόμενο πρωί επέστρεψε στο υπόγειο. Το κλειδί βρισκόταν στο γραφείο, όλα τα συρτάρια ήταν ανοικτά και το σακάκι του ήταν πλήρως επιδιορθωμένο.

2. Μητρική αγάπη

Όταν ο Κέβιν ήταν έφηβος, ο ίδιος και οι φίλοι του είχαν ακούσει για μια επικίνδυνη στροφή στη διπλανή λεωφόρο όπου είχαν συμβεί πολλά ατυχήματα· έλεγαν πως το σημείο ήταν στοιχειωμένο. Η πιο γνωστή ιστορία ήταν για μια μητέρα που αυτοκτόνησε αφότου ο γιος της σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό ατύχημα που συνέβη εκεί. Στην πόλη έλεγαν ότι το φάντασμά της παρέμενε στη θανάσιμη στροφή για να προστατεύει τους ανθρώπους ώστε να αποφύγουν τη μοίρα του νεκρού της παιδιού. Ο Κέβιν και οι φίλοι του αποφάσισαν να δοκιμάσουν αυτή τη θεωρία στην πράξη. Μια νύχτα λοιπόν, βγήκαν με το αυτοκίνητο στη λεωφόρο. Όταν έφτασαν στη στροφή σταμάτησαν στην άκρη. Είχαν πάρει μαζί τους μια σακούλα με αλεύρι και άρχισαν να πασπαλίζουν με αυτό τον δρόμο, το γρασίδι και το αυτοκίνητο. Η ιδέα ήταν να βρουν πατημασιές ώστε να αποδείξουν πως το φάντασμα ήταν όντως αληθινό. Έπειτα μπήκαν στο αμάξι, οπισθοχώρησαν και άρχισαν να πλησιάζουν τη στροφή. Ο Κέβιν επιτάχυνε όλο και περισσότερο, ώσπου ακούστηκε ένα γδούπος. Το αυτοκίνητο σταμάτησε απότομα σαν κάποιος ή κάτι να το συγκρατούσε. Τα αγόρια βγήκαν αμέσως έξω και είδαν τ’ αποτυπώματα δύο χεριών πάνω στο καπό.

3. Το φάντασμα στο σαλόνι

Τέσσερις νεαρές γυναίκες αποφάσισαν να συγκατοικήσουν σε ένα παλιό διαμέρισμα της Νέας Αγγλίας· απ’ αυτά τα γνωστά, με τους μακρόσυρτους σκοτεινούς διαδρόμους και τα ξύλινα πατώματα που τρίζουν. Μετά από ένα μήνα, μια από τις κοπέλες διαπίστωσε ότι το παιδικό της αρκουδάκι είχε εξαφανιστεί. Οι υπόλοιπες τη διαβεβαίωσαν ότι δεν το είχαν δει. Πέρασαν μερικές εβδομάδες και η κοπέλα το είχε σχεδόν ξεχάσει, όταν συνέβη κάτι παράξενο. Άνοιξε το πορτάκι μιας ντουλάπας που δεν χρησιμοποιούσαν σχεδόν καθόλου και είδε μπροστά της τον χνουδωτό της φίλο. Οι συγκάτοικοί της ορκίστηκαν ότι δεν είχαν ιδέα πως συνέβη αυτό. Από τότε, κάθε φορά που ο αρκούδος εξαφανιζόταν για κάποιες μέρες, εκείνη ήξερε πού θα τον βρει.

4. Φωνή στην έρημο

Δύο εικοσάχρονοι, ο Τζος και ο Νταν, πήγαν ένα ταξίδι για κάμπινγκ σε μια έρημο του Νέου Μεξικού. Δεν πήραν πολλά πράγματα μαζί τους, μόνο υπνόσακους, φαγητό και υλικά για να ανάψουν φωτιά. Αφού μαγείρεψαν το δείπνο τους αποκοιμήθηκαν χαζεύοντας τον έναστρο νυχτερινό ουρανό. Ωστόσο, η ομορφιά και η ηρεμία της εκδρομής δεν κράτησαν πολύ. Καθώς χάραζε, ο Τζος ξύπνησε τρομαγμένος ακούγοντας κάτι που έμοιαζε με τη φωνή του Νταν, αλλά ήταν τρομακτική. Η φωνή είπε:

«Έλα εδώ, γρήγορα! Κοίτα!».

Νυσταγμένος και μπερδεμένος, ο Τζος σηκώθηκε να δει για ποιο πράγμα μιλούσε ο φίλος του. Άκουσε ξανά τη φωνή του:

«Έλα εδώ, γρήγορα! Κοίτα!»

Ακούστηκε αφύσικη· μια τέλεια επανάληψη. Ο Τζος έκανε μερικά βήματα μπροστά και ξαφνικά κάποιος τον άρπαξε από πίσω. Γύρισε και είδε τον Νταν με το δάκτυλό του μπροστά στο στόμα του να τον προειδοποιεί να κάνει ησυχία. Έπειτα μάζεψαν τους υπνόσακούς τους και έφυγαν. Ποτέ δεν έμαθαν ποιος- ή τι- προσπαθούσε να δελεάσει τον Τζος να προχωρήσει μέσα στην έρημο.

5. Αντηχήσεις του παρελθόντος

Ένα νεαρός εργένης, στην αρχή της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας, έγινε σύντομα πολύ επιτυχημένος και αγόρασε ένα σπίτι. Ένα πρωί ξύπνησε ακούγοντας τον ήχο του τρεχούμενου νερού. Μπήκε στο μπάνιο και είδε ότι η βρύση της μπανιέρας ήταν ανοικτή και το νερό έτρεχε ορμητικά. Ταράχτηκε απ’ αυτό καθώς ζούσε μόνος του. Μετά από μια βδομάδα αυτό συνέβη ξανά. Μόνο που αυτή τη φορά το νερό δεν έτρεχε μόνο από εκείνη τη βρύση, αλλά από όλες τις βρύσες του σπιτιού. Ο νεαρός κάλεσε έναν τεχνικό για να δει τη ζημιά και να επισκευάσει τους σωλήνες. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε, οι σωλήνες δεν ήταν σπασμένοι. Ο τεχνικός, ένας ντόπιος, ήταν εμφανώς ταραγμένος.

«Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε ο άντρας.

«Η γυναίκα που ζούσε εδώ πριν από σένα», του είπε ο τεχνικός, «είχε πνιγεί σ’ αυτό το μπάνιο».

6. Κανείς δεν κλέβει δυο φορές

Η Τζεν πήγαινε στο ίδιο παντοπωλείο κάθε μέρα μετά το σχολείο για να πάρει κανένα σνακ. Με την πάροδο του χρόνου, έγινε φίλη με την ταμία, τη Λούσι. Μια μέρα η Τζεν ρώτησε τη Λούσι από περιέργεια πώς θα μπορούσε να σταματήσει κάποιον αν επιχειρούσε να κλέψει το μαγαζί. Η Λούσι απάντησε:

«Kανείς δεν κλέβει κάτι από ‘δω δύο φορές. Το μαγαζί δεν θα τον άφηνε».

Η Τζεν δεν ηξερε τι σημαίνει αυτό, αλλά το προσπέρασε. Την επόμενη βδομάδα, όταν η Τζεν επέστρεψε στο μαγαζί είδε τη Λούσι να μιλάει με κάποιους αστυνομικούς. Προφανώς, κάποιος είχε κλέψει το μαγαζί και είχε προσπαθήσει να διαφύγει, αλλά τα φρένα του αυτοκινήτου του είχαν μυστηριωδώς χαλάσει και το αμάξι έπεσε από έναν γκρεμό. Οι αστυνομικοί ρώτησαν τη Λούσι αν ήξερε τι συνέβη.

«Όχι», είπε. «Τακτοποιούσα πράγματα στην αποθήκη. Δεν αντιλήφθηκα καθόλου την παρουσία του. Κανείς ποτέ δεν κλέβει δυο φορές…»

7. Όταν το κερί είναι αναμμένο

Τρία μικρά κορίτσια αποφάσισαν να ξαγρυπνήσουν μια νύχτα για να προσπαθήσουν να κάνουν μια πνευματιστική συνεδρία. Ένα απ’ τα κορίτσια, η Κλάρα, είχε χάσει πρόσφατα τον παππού της και ήθελε να δει αν μπορούσε να επικοινωνήσει με το πνεύμα του. Τα τρία κορίτσια μάζεψαν μερικά κεριά και λίγα αντικείμενα που ανήκαν στον παππού: το ρολόι, την ταμπακιέρα και μια φωτογραφία του. Έπειτα πιάστηκαν χέρι-χέρι και ξεκίνησαν τη συνεδρία. Ξαφνικά, τα κεριά άρχισαν να τρεμοσβήνουν και οι δείκτες του ρολογιού να στριφογυρίζουν. Η Κλάρα ήταν σίγουρη πως ήταν ο παππούς της! Ενθουσιασμένη, άρχισε να του μιλάει και να του κάνει ερωτήσεις, όταν ξαφνικά ένα απ’ τα κεριά σηκώθηκε στον αέρα- σαν από μια αόρατη δύναμη- και σχεδόν τη χτύπησε στο κεφάλι.

«Ο παππούς δεν θα το έκανε ποτέ αυτό», είπε τρέμοντας. Είχε δίκιο. Δεν ήταν ο παππούς της- και όποιος κι αν ήταν προφανώς δεν του άρεσε να τον ενοχλούν.

8. Η κατάρα του μεγαλύτερου αδερφού

Οι γονείς της Ινάγια έφτασαν στις Ηνωμένες Πολιτείες από το Πακιστάν. Προτού παντρευτούν, ο πατέρας της ήταν αρραβωνιασμένος με κάποια άλλη. Ήταν μια γνωριμία με συνοικέσιο και η προοπτική του γάμου τον έκανε δυστυχισμένο, κι έτσι χώρισε. Η γυναίκα το πήρε πολύ βαριά· φήμες στην πόλη έλεγαν ότι είχε αρχίσει να εξασκεί τη μαύρη μαγεία. Μια μέρα όρμησε καταπάνω του στο δρόμο ουρλιάζοντας ότι έριξε κατάρα στον μεγαλύτερο γιο του να πεθάνει προτού ενηλικιωθεί. Πράγματι, ο μεγάλος αδερφός της Ινάγια σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό ατύχημα την ημέρα που έγινε δεκαοκτώ χρονών.

9. Ο απρόσκλητος επισκέπτης

Ένα βράδυ, μια παρέα ενηλίκων βρισκόταν σε δείπνο. Ήταν έξι άτομα και είχαν όλοι καθίσει στις θέσεις τους, όταν άκουσαν ένα απρόσμενο χτύπημα στην πόρτα. Η οικοδέσποινα άνοιξε την πόρτα αναρωτώμενη ποιος θα μπορούσε να είναι, αλλά δεν είδε κανέναν.

«Μάλλον θα έκαναν λάθος διεύθυνση», εξήγησε στους καλεσμένους της. Μόλις, όμως, όλοι εστίασαν και πάλι την προσοχή τους στο τραπέζι παρατήρησαν ότι υπήρχε ένα έβδομο πιάτο πάνω του.

«Ήταν αυτό εκεί προηγουμένως;» ρώτησε ένας απ’ τους άντρες.

«Μάλλον… μάλλον θα έβαλα ένα επιπλέον πιάτο κατά λάθος», είπε η οικοδέσποινα. Το πήγε στην κουζίνα, αλλά όταν επέστρεψε ένα ακόμη πιάτο βρισκόταν εκεί- αυτή τη φορά μ’ ένα ποτήρι δίπλα του. Οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι συζητούσαν μεταξύ τους και δεν είχαν προσέξει κάτι παράξενο. Αλλά όταν διαπίστωσαν τι είχε συμβεί, σοκαρίστηκαν και δεν ήξεραν τι να κάνουν. Τότε κατάλαβαν ότι το καλύτερο ήταν να παίξουν το παιχνίδι κι έτσι γέμισαν με φαγητό και ποτό το πιάτο και το ποτήρι, ώστε να μην ενοχληθεί ο μυστηριώδης, απρόσκλητος καλεσμένος τους.

10. Yπερωρίες

Ήταν εννιά το βράδυ, ώρα για να κλείσει το μαγαζί. Η Βάλερυ, η Τζίνυ και η Κέλλυ ήταν οι μόνες που δούλευαν ακόμα. Καθώς καθάριζαν το μαγαζί, ένας σωρός από πουκάμισα έπεσε στο πάτωμα. Κανένα απ’ τα κορίτσια δεν τα είχε αγγίξει.

«Προφανώς είναι το φάντασμα», είπε η Τζίνυ.

«Πολύ αστείο», είπε η Κέλλυ.

«Όχι, πραγματικά», απάντησε η Βάλερυ. «Είναι ένα μικρό αγόρι. Του αρέσει να παίζει».

Η Κέλλυ, ωστόσο, εξακολουθούσε να μην τις παίρνει στα σοβαρά· νόμιζε ότι την πείραζαν επειδή ήταν η μικρότερη. Αλλά, όταν πήγε στην αποθήκη για να πάρει τα κλειδιά της, είδε τη φιγούρα ενός μικρού αγοριού στον διπλανό καθρέφτη. Όταν ξανακοίταξε, τα κλειδιά της ήταν πεταμένα στο πάτωμα.

11. Η άδεια ρόδα του λούνα παρκ

Το καρναβάλι συνήθιζε να έρχεται στην πόλη κάθε καλοκαίρι και εκείνο τον χρόνο αυτό δεν άλλαξε. Όμως ο Τσάρλι είχε μόλις αρχίσει να δουλεύει εκεί κι έτσι δεν ήξερε αυτό που οι συνάδελφοί του γνώριζαν σχετικά με τη ρόδα του λούνα παρκ, για την οποία ήταν υπεύθυνος. Την πρώτη νύχτα το καρναβάλι έσφυζε από κόσμο, αλλά καθώς πλησίαζε η ώρα για να κλείσει έμοιαζε με πόλη φάντασμα. Ωστόσο, ένα αγόρι εμφανίστηκε την τελευταία στιγμή.

«Ένα εισιτήριο για τη ρόδα, παρακαλώ», είπε δίνοντας στον Τσάρλι ένα νόμισμα. Εκείνος έριξε μια ματιά τριγύρω.

«Πού είναι οι γονείς σου;» το ρώτησε. Το αγόρι απλά κάθισε στη ρόδα χωρίς να απαντήσει. Αναρωτώμενος για το τι έπρεπε να κάνει, άφησε το αγόρι να κάνει ένα γύρο. Αλλά όταν ο γύρος τελείωσε, το αγόρι δεν βρισκόταν πια στη θέση του! Ο Τσάρλι έτρεξε στο αφεντικό του για να του πει την ιστορία.

«Α, είναι ο Τόμας», είπε ανέμελα το αφεντικό. Έδωσε στον Τσάρλι ένα απόκομμα από μια παλιά εφημερίδα. Η φωτογραφία του αγοριού βρισκόταν δίπλα στην επικεφαλίδα: Οκτάχρονο αγόρι έπεσε από τη ρόδα του λούνα παρκ.

12. Ο κλέφτης του πλυντηρίου

Μια γυναίκα μετακόμισε με την κόρη της σ’ ένα καινούργιο σπίτι. Η μητέρα δούλευε πολύ κι έτσι το κορίτσι έπρεπε να κάνει τις δουλειές του σπιτιού, συμπεριλαμβανομένου και του πλυσίματος των ρούχων. Μια μέρα, κατέβηκε στο δωμάτιο του πλυντηρίου και έβαλε μερικά ρούχα για πλύσιμο. Όταν επέστρεψε, το πορτάκι του πλυντηρίου ήταν ήδη ανοικτό. «Παράξενο», μονολόγησε. «Νόμιζα ότι το έκλεισα». Το έκλεισε και πάλι, αλλά την επόμενη φορά που έβαλε πλυντήριο συνέβη ξανά το ίδιο. Και όχι μόνο αυτό: Κάθε φορά που συνέβαινε ένα απ’ τα ρούχα της εξαφανιζόταν. Τη μία φορά ήταν μια κάλτσα, την άλλη ένα σορτσάκι και ούτω καθεξής. Μετά από λίγες βδομάδες, κατέβηκε και πάλι στο δωμάτιο και βρήκε ένα πλήρη καθαρό ρουχισμό με όλα τα ρούχα που ως τότε έλειπαν.

13. Το παιδί στο δωμάτιο 213

Μια διευθύντρια πήγε ένα επαγγελματικό ταξίδι για την εταιρεία της. Όταν έφτασε στο ξενοδοχείο παρέλαβε την κάρτα για το δωμάτιό της με το νούμερο 213 και προχώρησε προς τα κει. Ήταν πολύ κουρασμένη και ανυπομονούσε να ξαπλώσει, αλλά η κάρτα δεν λειτουργούσε. Κατέβηκε στη ρεσεψιόν για να παραπονεθεί και της έδωσαν αμέσως μια καινούργια κάρτα. Ούτε αυτή λειτουργούσε! Καθώς ετοιμαζόταν να ξανακατέβει θυμωμένη η πόρτα άνοιξε τρίζοντας. Ένα μικρό αγόρι της είχε ανοίξει και στεκόταν μπροστά της στο σκοτάδι. Κατέβηκε και πάλι στη ρεσεψιόν.

«Μια οικογένεια μένει στο δωμάτιό μου», είπε στον υπάλληλο. «Όχι, αυτό αποκλείεται», είπε εκείνος. «Μόνο εσείς είχατε κλείσει αυτό το δωμάτιο».

14. Η φωτογραφία που ταξίδευε

Αφότου ο Μπο, ο σκύλος της Άννας πέθανε, είχε τη φωτογραφία του μαζί της όπου κι αν πήγαινε. Αγαπούσε τον Μπο περισσότερο απ’ τον καθένα κι έτσι ήταν πολύ στεναχωρημένη όταν έχασε τη φωτογραφία. Ζούσε σε μια μεγάλη πόλη και για αυτό ήταν σίγουρη ότι δεν θα την έβρισκε ποτέ. Όμως, τον επόμενο χρόνο, όταν πλησίαζαν τα γενέθλια του Μπο, βρήκε τη φωτογραφία στη ντουλάπα, δίπλα στο παλιό του λουρί. «Καλό σκυλάκι», ψιθύρισε.

15. Σπασμένο γυαλί

Ο Σαμ, ο Πίτερ και ο Τζον συναντιόντουσαν κάθε μέρα μετά τη δουλειά για ποτό. Αυτή τη φορά, αποφάσισαν να βρεθούν κάπου όπου δεν είχαν ξαναπάει.

«Λένε πως αυτό το μέρος είναι στοιχειωμένο», τους είπε ο Πίτερ για το μπαρ που διάλεξαν εκείνη τη νύχτα. Οι άλλοι δύο επέμεναν πως αυτά είναι ανοησίες και κάθισαν στον πάγκο. Όταν έφτασαν τα ποτά τους και ετοιμάζονταν να κάνουν τη συνηθισμένη τους πρόποση τα ποτήρια του Σαμ και του Τζον έγιναν κομμάτια.

«Τι έγινε;» φώναξαν.

«Συγγνώμη», είπε ο σερβιτόρος. «Αυτό συμβαίνει μερικές φορές».

16. Το φουλάρι της κόρης

Μια κρύα νύχτα του Ιανουαρίου ένας άντρας οδηγούσε σ’ έναν ερημικό δρόμο. Η χιονόπτωση είχε πυκνώσει και σύντομα μετατράπηκε σε χιονοθύελλα. Όμως ο άντρας δεν ήταν ο μόνος που κυκλοφορούσε στο δρόμο· υπήρχε κι ένας άλλος που οδηγούσε πίσω του. Ο άλλος αναβόσβησε τα φώτα κάνοντάς του σήμα να σταματήσει και βγήκαν και οι δύο έξω. Ο άλλος τέντωσε το χέρι του και έδωσε στον άντρα ένα ροζ φουλάρι. Ήταν μαλακό και έμοιαζε πολύ με αυτό της κόρης του. Ο άλλος είχε ένα μοχθηρό βλέμμα κι ένα εξίσου μοχθηρό χαμόγελο. Ταραγμένος, ο πατέρας όρμησε στο αυτοκίνητό του και γύρισε βιαστικά στο σπίτι του, όπου βρήκε την αστυνομία να τον περιμένει.

17. Γάμος στο σκοτάδι

Ένα αρραβωνιασμένο ζευγάρι σχεδίαζε να κάνει τη γαμήλια δεξίωση στο αγαπημένο τους εστιατόριο. Όμως, τη μέρα του γάμου η νύφη γλίστρησε απ’ τις σκάλες και βρήκε τραγικό θάνατο. Από τότε, λένε ότι κάθε νύχτα αφότου το εστιατόριο κλείνει, το φάντασμα της νύφης κατεβαίνει τις σκάλες και τακτοποιεί όλα τα τραπέζια και τις καρέκλες για τους καλεσμένους του γάμου που δεν έγινε ποτέ.

18. Τρεις είναι πλήθος

Ένα βράδυ, δύο αδερφές ήταν στο σπίτι τους όταν οι γονείς τους είχαν βγει για βόλτα. Έμειναν ξάγρυπνες μέχρι αργά συζητώντας και λέγοντας ιστορίες στο δωμάτιο της μεγαλύτερης αδερφής. Ξαφνικά, η συζήτησή τους διακόπηκε από τον ήχο δυνατής μουσικής. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους μπερδεμένες και απορώντας από πού έρχεται η μουσική. Η μεγαλύτερη αδερφή βγήκε απ’ το υπνοδωμάτιο και βάδισε προς το σαλόνι. Η μουσική φαινόταν να ακούγεται από το δωμάτιο των γονιών τους. Έριξε μια ματιά στο σκοτεινό δωμάτιο και είδε τον υπολογιστή του πατέρα της ανοικτό, να παίζει δυνατά μουσική. Και ακριβώς εκείνη τη στιγμή η μουσική σταμάτησε. Τρομαγμένο, το κορίτσι έτρεξε στο δωμάτιό του, όπου η μικρότερη αδερφή της την περίμενε στο κρεβάτι. Κλείδωσε την πόρτα και χώθηκε κάτω απ’ τα σκεπάσματα κρατώντας σφικτά το χέρι της αδερφής της. Άκουσαν αργά, βαριά βήματα να κατευθύνονται προς το τέλος του διαδρόμου. Όταν τα βήματα σταμάτησαν ακούστηκαν τρία δυνατά χτυπήματα στην πόρτα του υπνοδωματίου. Κανείς δεν μπήκε μέσα, αλλά τα κορίτσια δεν αποτόλμησαν να βγουν απ’ το δωμάτιο μέχρι να ξημερώσει.

Photograph by Fernando Hernandez/Unsplash

19. Μια ψυχική προειδοποίηση

Μια μέρα, ο Φρανκ βρισκόταν μόνος του στο εμπορικό κέντρο όταν, καθώς προχωρούσε απ’ το ένα μαγαζί στο άλλο, μια ηλικιωμένη γυναίκα έτρεξε κοντά του λαχανιασμένη.

«Έτρεξα απ’ την άλλη άκρη του κέντρου για να σε βρω γιατί ένιωσα πως ήσουν εδώ», του είπε. Ο Φρανκ δεν είχε ιδέα ποια ήταν αυτή η γυναίκα και όπως ήταν λογικό ξαφνιάστηκε. Προσπάθησε να την απωθήσει. Τότε εκείνη του είπε:

«Πρέπει να σου πω ότι ο θάνατος του αδερφού σου δεν ήταν δικό σου λάθος».

Ο Φρανκ έμεινε εμβρόντητος. Δεν την είχε συναντήσει ποτέ στη ζωή του, αλλά αυτή με κάποιο τρόπο ήξερε πως ο αδερφός του είχε πεθάνει και ότι εκείνος ένιωθε ένοχος για αυτό. Ο αδερφός του ήταν τοξικομανής. Είχε καλέσει τον Φρανκ λίγο πριν πεθάνει, αλλά εκείνος δεν σήκωσε το τηλέφωνο.

«Ο αδερφός σου δεν σε κατηγορεί», του είπε συμπονετικά. Έπειτα, ικανοποιημένη που έκανε το καθήκον της, απομακρύνθηκε και χάθηκε μέσα στο πλήθος. Ο Φρανκ ξέσπασε σε κλάματα.

20. Όταν η τέχνη μιμείται υπερβολικά τη ζωή

Ήταν ένα σπίτι σε μια μικρή γειτονιά στο Μέριλαντ που κάθε χρόνο στολιζόταν πλουσιοπάροχα για το Χάλογουιν. Όταν έπιαναν τα κρύα, όλη η πόλη περίμενε υπομονετικά για την αποκάλυψη του νέου στολισμού. Αλλά κανείς ποτέ δεν μιλούσε με τον άνθρωπο που έκανε τον στολισμό· ήταν ένας μοναχικός τύπος. Οι άνθρωποι τον γνώριζαν μόνο για το ενδιαφέρον του για το Χάλογουιν και οι διακοσμήσεις του γίνονταν μεγαλύτερες και εντυπωσιακότερες κάθε χρόνο. Η τελευταία είχε ως θέμα τον Βλαντ τον Ανασκολοπιστή: πολύ ρεαλιστικές, αιματοβαμμένες κούκλες βιτρίνας καρφωμένες πάνω σε ξύλινους πασσάλους και παρατημένες στα κοράκια που τους είχαν δώσει μια φρικτή εμφάνιση. Ήταν ένα πολύ τρομακτικό δημιούργημα- τόσο πολύ που προκάλεσε διχογνωμία στην πόλη. Ενώ σε μερικούς άρεσε, πολλοί απ’ τους γονείς ήθελαν να το ξηλώσουν για χάρη των παιδιών τους. Έτσι, μια δημοτική σύμβουλος πήγε στο σπίτι αμέσως μετά τα αποκαλυπτήρια για να συζητήσει το θέμα με τον άντρα που έμενε εκεί. Χτύπησε την εξώπορτα. Καμία απάντηση. Χτύπησε ξανά. Τίποτα. Χτύπησε το κουδούνι. Και πάλι τίποτα. Τότε μύρισε κάτι σάπιο στην αυλή και είδε ένα ασυνήθιστα μεγάλο αριθμό εντόμων για την εποχή. Πλησίασε μια απ’ τις κούκλες για να παρατηρήσει από κοντά τις εντυπωσιακές της λεπτομέρειες. Η μυρωδιά χειροτέρεψε. Έκλεισε τη μύτη και το στόμα της και γούρλωσε τα μάτια της. Έπειτα άγγιξε με το τρεμάμενό της δάκτυλο την κούκλα και ένιωσε την μαλακή, λεία και κρύα υφή ανθρώπινου δέρματος. Μετά απ’ αυτό, κανείς δεν κατάφερε να εντοπίσει τον άντρα που έμενε εκεί. Τώρα λένε πως το σπίτι είναι στοιχειωμένο.

ΠΗΓΗ: rd.com

Cover art by Unidcolor on Deviantart

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά