Διήγημα: “Ρωξάνη” του Έρικ Σμυρναίου

by Έρικ Σμυρναίος

Οι φωτιές είχαν σβήσει επιτέλους. Οι μαύρες τουλίπες του καπνού που ανάβλυζε από δεκάδες διαφορετικά σημεία δεν λέκιαζαν πια τον γαλάζιο ουρανό. Ωστόσο, μια ρόδινη φωταύγεια απλώνονταν ακόμα πάνω απ’ τις επίπεδες στέγες των ερημωμένων πολυκατοικιών που απλώνονταν μέχρι τα μακρινά βουνά. Ήταν τα τελευταία υπολείμματα της στάχτης που αιωρούνταν ακόμα στην ατμόσφαιρα και διέχεε το φως του ήλιου. Κατά τα άλλα, επικρατούσε μια αφύσικη ησυχία. Ήταν καλοδεχούμενη, καθώς τις τελευταίες εβδομάδες είχα κουραστεί ν’ ακούω μέρα και νύχτα τα μπουμπουνητά των μακρινών εκρήξεων, τους κροταλιστούς ήχους των οπλοπολυβόλων και τις κραυγές του φρενιασμένου πλήθους που λεηλατούσε εμπορικά κέντρα, σούπερ μάρκετ, νοσοκομεία και κυβερνητικά κτίρια, με αυτή ακριβώς τη σειρά. Τώρα, η Αθήνα είχε εγκαταλειφθεί απ’ τους κατοίκους της. Όπως ακριβώς συνέβαινε και στις υπόλοιπες πόλεις ολόκληρου του κόσμου, σύμφωνα με το μοναδικό τηλεοπτικό κανάλι-ήταν κρατικό-που συνέχιζε να λειτουργεί, οι άνθρωποι, οδηγημένοι ίσως από κάποιο αρχέγονο-όσο και μάταιο-ένστικτο επιβίωσης, αναζητούσαν στις έσχατες τούτες μέρες καταφύγιο στην αγκαλιά της φύσης, μακριά απ’ τα άσχημα δημιουργήματά τους, ελπίζοντας ενδεχομένως σ’ ένα θαύμα που δεν θα έρχονταν ποτέ. Στο τελευταίο δελτίο ειδήσεων που είχα παρακολουθήσει πριν από λίγο, και το οποίο είχε παρουσιάσει μια αγχωμένη αλλά ψύχραιμη ακόμα κοπελιά-μόλις σήμερα είχαν αρχίσει ν’ αδειάζουν οι κύριοι οδικοί άξονες που οδηγούσαν έξω απ’ την πόλη. Στον Πειραιά, τα τελευταία καράβια είχαν μπαρκάρει για τα νησιά ενώ οι συρμοί των τραίνων και τα αεροδρόμια θα λειτουργούσαν μέχρι την τελευταία στιγμή, επιδεικνύοντας έναν εντελώς παράλογο ηρωισμό. Αυτό σήμαινε ότι κατά πάσα πιθανότητα ήμουν ο μοναδικός ζωντανός άνθρωπος που ζούσε ακόμα στην Αθήνα. Εγώ και η Ρωξάνη που κοιμόταν κουλουριασμένη δίπλα μου, στην πολυθρόνα που είχα βγάλει στο μπαλκόνι.

Είχα προετοιμαστεί γι’ αυτό το ενδεχόμενο. Και γιατί όχι; Ένα πολιτισμένο απόγευμα με απαλή μουσική, μ’ ένα μπουκάλι λευκό κρασί και με τη συντροφιά της Ρωξάνης ήταν σαφέστατα η καλύτερη δυνατή επιλογή. Εξάλλου, που θα μπορούσα να πάω; Ποια ήταν η εναλλακτική λύση που είχα στη διάθεσή μου; Να στριμωχτώ σε κάποιο τραίνο ή σε κάποιο παραφορτωμένο καράβι μαζί με αναρίθμητους άλλους απελπισμένους, μόνο και μόνο για να πεθάνω σε μια κατάσταση εξαθλιωμένης εξαλλοσύνης; Και τι θα απογίνονταν η Ρωξάνη; Θα την εξέθετα σ’ όλη αυτή την ασχήμια εξαιτίας κάποιου μάταιου ενστίκτου φυγής; Καλύτερα όχι. Ήταν πιο αξιοπρεπές για μας να ανταμώσουμε το τέλος μας μαζί, στο οικείο περιβάλλον μας, στο όμορφο διαμερισματάκι μας με την αξιοζήλευτη θέα, εδώ όπου είχαμε μοιραστεί κάποια χρόνια γνήσιας χαράς και θαλπωρής.

Κάθισα δίπλα της και την χάιδεψα απαλά στο κεφάλι. Προτού ξεκινήσει όλη αυτή η τρέλα την είχα πάει στο γιατρό θορυβημένος από μια παράξενη έλλειψη ενεργητικότητας που είχε αρχίσει να την καταβάλει. Τον τελευταίο καιρό, είχα προσέξει ότι μάτια της είχαν χάσει λίγη απ’ τη λάμψη τους, ότι η όρεξή της είχε κοπεί ενώ μια ανεξήγητη κούραση είχε απλωθεί επάνω της, σαν αόρατη κουβέρτα. Οι βόλτες που της άρεσε να κάνει κάθε βράδυ είχαν γίνει πιο σύντομες έως ότου σταμάτησαν εντελώς και υπήρχαν φορές που με κοιτούσε μ’ ένα ύφος ανεξιχνίαστο, σκεπτικό και στοργικό συνάμα, σαν να ήξερε ότι πλησίαζε η ώρα ενός αμετάκλητου αποχαιρετισμού. Εγώ πάλι, επειδή ήξερα πόσο πολύ στεναχωριόταν κάθε φορά που δεν ένιωθα καλά, δεν της είχα πει τίποτα και υποκρινόμουν πως όλα ήταν εντάξει. Ο γιατρός ωστόσο, είχε κουνήσει το κεφάλι του με περίσκεψη και μου είχε πει ότι η Ρωξάνη απλά γερνούσε και ότι τα νεφρά της είχαν αρχίσει να δυσλειτουργούν. Ήταν ζήτημα μηνών προτού καταρρεύσουν εντελώς. Και μετά ήρθε η είδηση που τα άλλαξε όλα και που έριξε ολόκληρο τον κόσμο σε μια κατάσταση έντρομης παράλυσης.

Η Ρωξάνη δεν θα προλάβαινε να πεθάνει από νεφρική ανεπάρκεια. Θα φεύγαμε μαζί.

Όταν και οι τελευταίες προσπάθειες των καλύτερων επιστημόνων του πλανήτη αποδείχτηκαν άκαρπες και καθώς όλοι γύρω μου καταλαμβάνονταν από ένα παραλήρημα ασυγκράτητου παν-ηδονισμού, υστερικής θρησκοληψίας ή μιας παράλογης αποφασιστικότητας να επιβιώσουν, στήνοντας καταφύγια σε σπηλιές ή θωρακίζοντας τα υπόγεια των σπιτιών τους, εγώ κατέστρωσα το δικό μου σχέδιο. Τώρα ένιωθα περήφανος γι’ αυτό. Είχα κινηθεί εγκαίρως, προτού εξαντληθούν τα στοκ των καταστημάτων και αυτή τη στιγμή το σπίτι μας ήταν γεμάτο με αποθέματα τροφίμων, νερού και φαρμάκων που θα κρατούσαν πολύ περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν πραγματικά. Ακόμα και αν έπεφτε το ρεύμα, καθώς οι τελευταίοι τεχνικοί θα εγκατέλειπαν τα πόστα τους νικημένοι απ’ το φάσμα του κοσμικού ολέθρου που πλησίαζε, εγώ θα συνέχιζα να απολαμβάνω τα αγαθά του πολιτισμού καθώς είχα αγοράσει μια μικρή γεννήτρια και μπόλικα μπιτόνια πετρελαίου.

Έτσι λοιπόν, όλα ήταν έτοιμα.

Έσυρα μια δεύτερη πολυθρόνα στο μπαλκόνι, δίπλα σ’ αυτή όπου καθόταν κουλουριασμένη η Ρωξάνη και βολεύτηκα δίπλα της ατενίζοντας το Αττικό τοπίο. Ο ήλιος πλησίαζε στη δύση του. Ο καιρός ήταν υπέροχος. Ένας βαθυγάλανος ουρανός απλωνόταν πάνω απ’ την Αθήνα, αστιγμάτιστος απ’ τις εξατμίσεις των επιβατικών αεροσκαφών που τώρα θα πρέπει να είχαν προσγειωθεί στα αεροδρόμια ολόκληρου του κόσμου. Ένα δροσερό αεράκι που φυσούσε απ’ τα βόρια, έκανε τις τέντες των γειτονικών μπαλκονιών να πλαταγίζουν απαλά. Από κάπου χαμηλά, απ’ τις φυλλωσιές ενός δέντρου που φύτρωνε σε κάποιο άδειο πεζοδρόμιο, ακουγόταν το αμέριμνο κελάηδισμα ενός πουλιού. Τα γύρω διαμερίσματα ήταν σιωπηλά. Οι ένοικοί τους, που τα είχαν εγκαταλείψει ο ένας μετά τον άλλο τις τελευταίες βδομάδες, είχαν φανεί αρκετά αξιοπρεπείς ώστε να πάρουν μαζί τα κατοικίδιά τους και έτσι δεν υπήρχε κανένα εγκαταλειμμένο σκυλί, γατί ή πουλί που να κλαίει σπαρακτικά, φυλακισμένο σε κάποιο κλουβί σπίτι ή μπαλκόνι. Ένιωθα βαθιά ευγνώμον γι’ αυτό το γεγονός.

Χάιδεψα τη Ρωξάνη για δεύτερη φορά και εκείνη άνοιξε τα μάτια της και με κοίταξε με αυτό το τρυφερό βλέμμα που με είχε μαγέψει την πρώτη φορά που την είχα αντικρίσει. Ήταν ένα βλέμμα φωτεινό όπου άστραφτε από εξυπνάδα και παράλληλα γλυκό, σαν μια σταγόνα μέλι που λούζεται στο φως ενός καλοκαιριάτικου απομεσήμερου. Θυμήθηκα για μια ακόμα φορά τα συναισθήματα που με είχαν κατακλύσει εκείνη την πρώτη φορά, όταν την είχα αντικρίσει σ’ εκείνο το άχρωμο πεζοδρόμιο μια νύχτα του Αυγούστου, μια παράξενη λαχτάρα, μια αίσθηση αναγνώρισης και οικειότητας, λες και συναντούσα μια αδελφή ψυχή με την οποία είχα μοιραστεί κάποια προηγούμενη ζωή. Ήξερα αμέσως ότι η Ρωξάνη θα γινόταν δική μου και υλοποίησα το στόχο μου με μια αποφασιστικότητα που ήταν εντελώς ασυνήθιστη και πρωτοφανής για τον δικό μου χαρακτήρα ο οποίος ήταν ως επί το πλείστον διστακτικός και αναποφάσιστος. Την πλησίασα, της μίλησα, δεν πτοήθηκα με την αρχική αδιαφορία της και τελικά τα κατάφερα. Δεν μετάνιωσα ποτέ για αυτή την επιλογή. Αδιαφόρησα εντελώς για τις αντιδράσεις φίλων και γνωστών που αποδοκίμασαν την αναπάντεχη εκείνη σχέση μου, γνωρίζοντας ενδόμυχα ότι έκανα το σωστό. Και πραγματικά, η Ρωξάνη γέμισε τη ζωή μου με ένα φως και μια ζεστασιά που ήταν εντελώς ιδιαίτερα και που μ’ έκαναν να νιώσω στ’ αλήθεια αυτό που ονομάζουμε, με κάποια δόση ανεύθυνης αυταρέσκειας, ευτυχία. Όταν τελικά αρρώστησε, ήξερα πολύ καλά ότι δεν υπήρχε περίπτωση να της επιτρέψω να περάσει μόνη της, σε κάποιο νοσοκομείο, εκείνη την τελική δοκιμασία. Ειδικά απ’ την ημέρα που ο κόσμος μας άρχισε να βυθίζεται στην υστερία των ύστατων στιγμών του. Και να ‘μαστε τώρα, ταμπουρωμένοι στο διαμερισματάκι μας, έτοιμοι για το μεγάλο φινάλε.

Η Ρωξάνη ακούμπησε το κεφάλι της στις παλάμες των χεριών μου, με την ίδια εμπιστοσύνη που μου έδειχνε πάντοτε. Με την χαρακτηριστική εκείνη αυτοεγκατάλειψη κάποιας που ξέρει ότι αφήνεται στα χέρια ενός ανθρώπου που την αγαπάει πραγματικά. Την πήρα στην αγκαλιά μου, με μεγάλη προσοχή για να μην την πονέσω και άρχισα να την χαϊδεύω απαλά, πρώτα στους κροτάφους, μετά στο μέτωπο και ύστερα στη βάση του λαιμού. Η ανάσα της άρχισε να ακούγεται ανάλαφρη και ρυθμική μέσα στη σιωπή, διανθισμένη απ’ το κελαηδητό του μοναχικού πουλιού που αναζητούσε κάποιο ταίρι στην άδεια και ετοιμοθάνατη πόλη.

Εκείνη τη στιγμή νομίζω ότι ένιωσα βαθιά ευτυχισμένος, για μια τελευταία φορά. Όλες οι όμορφες ώρες που είχα μοιραστεί με την υπέροχη συντρόφισσά μου αναδύθηκαν και πάλι μέσα μου και ξεδιπλώθηκαν σαν ένα λουλούδι που ανθίζει. Τη φίλησα στο μέτωπο και εκείνη μου ανταπέδωσε το φιλί αγγίζοντας τα μάγουλά μου με τα χείλη της. Δεν μπορούσε να μιλήσει αλλά δεν χρειαζόταν να κάνει κάτι τέτοιο. Το άγγιγμά της, η απαλή ανάσα της, το βλέμμα της που έλαμπε στο φως του λαμπερού εκείνου απογεύματος, μου ήταν αρκετά.

Μείναμε λοιπόν έτσι, αγκαλιασμένοι, οι δυο μας, τυλιγμένοι στην οικειότητα του μικρού μας σπιτικού, ν’ ατενίζουμε τη σιωπηλή πόλη που έμοιαζε να κοιμάται στο φως του ανοιξιάτικου απογεύματος. Της τραγούδησα το αγαπημένο της κομμάτι, της ψιθύρισα απαλά όλα αυτά τα ανόητα γλυκόλογα που πάντα την έκαναν να μισοκλείνει τα μάτια της ευχαριστημένη. Της εξομολογήθηκα πόσο πολύ την αγαπούσα, πόσο όμορφο ήταν το φως που είχε φέρει στη ζωή μου, πως με είχε σώσει από το αρκτικό ψύχος της μοναξιάς και της απελπισίας.

Το φως της ημέρας που τελείωνε έγινε πιο γλυκό. Ο ήλιος κρεμάστηκε πάνω απ’ τον ορίζοντα σαν μια πελώρια μπάλα που είχε χρώμα πορτοκαλί. Η ακτινοβολία του απέκτησε μια κεχριμπαρένια απόχρωση και μετά βυθίστηκε αργά-αργά και μεγαλόπρεπα πίσω απ’ τις στέγες της πόλης απλώνοντας ένα ρόδινο μανδύα σε όλο τον ανέφελο ουρανό. Η μεγαλόπρεπη λάμψη του απογεύματος άρχισε να σβήνει και έδωσε τη θέση της σ’ ένα διάφανο δειλινό. Τα ρόδινα χρώματα που κάλυψαν τον κόσμο μεταμορφώθηκαν στην βελούδινη φωταύγεια ενός μενεξεδένιου σούρουπου. Θα ‘λεγε κανείς ότι το σύμπαν αποχαιρετούσε τον πλανήτη μας μ’ ένα τελευταίο μακρόσυρτο φιλί. Η Αφροδίτη άρχισε να φεγγοβολάει σαν μοναχική διαμαντόπετρα δίπλα στη Σελήνη που κρεμάστηκε μπροστά μας λαμπερή και ασημένια.

Μακριά απ’ το γοητευτικό εκείνο ζευγάρι, πάνω απ’ τη μέση του ορίζοντα, φεγγοβολούσε ένα κόκκινο αστέρι. Άφηνε πίσω του μια αέρινη ουρά που ανέβαινε κατακόρυφα προς το ζενίθ. Η λάμψη του ήταν έντονη και άγρια, οργισμένη θα’ λεγε κανείς. Ήταν η Νέμεσις, ο κομήτης που σε λίγο θα συντρίβονταν στον Ατλαντικό Ωκεανό.

Τον ατένισα και άθελα μου αναρίγησα, κυριευμένος από ένα σπασμό ανεξέλεγκτου τρόμου. Οι πρόγονοί μας που φοβόταν τους κομήτες και τους θεωρούσαν κομιστές ολέθριων καταστροφών είχαν δίκιο τελικά. Έχοντας αφουγκραστεί κάποιες πανάρχαιες γενετικές μνήμες είχαν ψυχανεμιστεί την αλήθεια, ότι κάποια μέρα, ένα απ’ αυτά τα ουράνια βουνά από σκόνη και πάγο θα έπεφτε πάνω στη Γη και θα προκαλούσε το τέλος του ανθρώπου, όπως ακριβώς είχαν πεθάνει οι δεινόσαυροι και ένας θεός ξέρει πόσες άλλες μορφές ζωής από τότε που γεννήθηκε ο κόσμος

Τώρα κατέβαινε με απατηλή βραδύτητα προς τον ορίζοντα, ακολουθώντας την φαινομενική τροχιά του ήλιου. Τον κοίταζα με κομμένη την ανάσα. Υπέθεσα ότι δισεκατομμύρια συνάνθρωποί μου που ζούσαν στο ίδιο ημισφαίριο του πλανήτη μας, έκαναν κατά πάσα πιθανότητα ακριβώς το ίδιο πράγμα.

Η Ρωξάνη, που ένιωσε τον αρχέγονο τρόμο που έκανε το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου, σφίχτηκε πάνω μου, η καρδούλα της άρχισε να χτυπάει απαλά και καθησυχαστικά πάνω στη δική μου και η ζεστασιά του κορμιού της απλώθηκε μέσα μου σαν βάλσαμο. Και τότε ένιωσα τη φρίκη α υποχωρεί και να λιώνει κάτω απ’ το τελευταίο εκείνο άγγιγμα της ακάματης αγάπης της.

Την κοίταξα στα μάτια. Εκείνη μου ανταπέδωσε το βλέμμα ενθαρρυντικά και νιαούρισε απαλά μέσα στο νεογέννητο σκοτάδι που είχε απλωθεί γύρω μας. Η γούνα της αναρίγησε κάτω απ’ τα δάχτυλά μου και μετά έκλεισε τα μάτια της γεμάτη θάρρος γι’ αυτό που πλησίαζε.

Έκλεισα και εγώ τα μάτια μου γαληνεμένος. Έγειρα στην πολυθρόνα, αγκάλιασα τη Ρωξάνη μου ακόμα πιο σφιχτά και ένιωσα τα μουστάκια της να γαργαλούν γλυκά το μάγουλό μου. Ξαφνικά δεν φοβόμουν καθόλου. Απλά περίμενα τη στιγμή που ο κομήτης θ’ άγγιζε τον ορίζοντα και θα ξυπνούσε μια περίλαμπρη αυγή η οποία θ’ αναδύονταν από τη δύση, σκορπίζοντας ένα φως που θα γινόταν όλο και πιο δυνατό, που θα διαπερνούσε τα κλειστά μου βλέφαρα και θα πλημμύριζε το είναι μου με την εξαγνιστική της δύναμη, όλο και πιο πολύ, όλο και πιο εκτυφλωτικά, έως ότου τίποτα δεν θα είχε πια καμία σημασία.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά