Η Ανάσα του Σκοταδιού – Συνέντευξη με τον Παναγιώτη Φάμελλο

by Περικλής Μποζινάκης

ptwshΟ Παναγιώτης Φάμελλος μού θυμίζει τον Lou Reed. «Α! Μα τι λες, άνθρωπε!», διαμαρτύρεται το πλήθος. «Μισό λεπτό», απαντάω εγώ. Δεν επιθυμώ να διαπράξω κανενός είδους ιεροσυλία. Ούτε φυσικά εννοώ ότι μου τον θυμίζει στη φάτσα ή στη μυθοπλασία του. Απλώς πιάνω το νήμα από την αρχή, για να σας περιγράψω τον τρόπο γραφής του ανθρώπου αυτού. Τι έκανε ο Reed; Έφτιαχνε τραγούδια – εικόνες, ασπρόμαυρες και απογυμνωμένες, για να αφηγηθεί ιστορίες από το ζοφερό αστικό τοπίο. Και το έκανε με τον πιο λακωνικό και ψύχραιμο τρόπο. Κάτι ανάλογο επιχειρεί και ο Φάμελλος, που όμως είναι συγγραφέας του Φανταστικού – με την ευρεία έννοια. Η συλλογή διηγημάτων ‘Μια Πτώση πριν το Τέλος’ είναι το πρώτο του βιβλίο, και η καλύτερη απόδειξη για όσα ισχυρίζομαι. Ο συγκεκριμένος συγγραφέας δεν προσπαθεί να τρομάξει τον αναγνώστη. Δεν ασχολείται με φτηνά συναισθήματα, αλλά με Αισθήματα και Ιδέες. Οι ιστορίες του, όσο τρομαχτικές κι αν είναι, δεν ανήκουν στην τυπική λογοτεχνία τρόμου. Εδώ, τα πάντα είναι πιθανά. Πρόκειται για ένα είδος ‘μαγικού ρεαλισμού’ φτιαγμένου από ζοφερά θραύσματα της Πόλης (αλλά και του Σύμπαντος) όπου όλοι κατοικούμε. Όταν είμαστε ξύπνιοι, αλλά και όταν ονειρευόμαστε. Χρησιμοποιεί και την επιστημονική φαντασία, για να κατασκευάσει λαβύρινθους απόγνωσης που θυμίζουν τους ερεβώδεις μύθους και τους αποτρόπαιους θεσμούς του Φραντς Κάφκα – αλλά και τα θεμελιώδη ηθικά διλλήματα του Ρέι Μπράντμπερι. Και το κάνει με τον πιο απλό και ‘καθημερινό’ τρόπο, σε σημείο που σε σοκάρει. Αφηγείται τα πιο αινιγματικά, τα πιο οδυνηρά και τα πιο απόκοσμα συμβάντα σα να περιγράφει τη ρουτίνα μιας ακόμη μέρας σε μια αδιάφορη καθημερινότητα. Αρνείται πεισματικά το ‘μπαρόκ’ που είναι τόσο εύκολο να διακωμωδηθεί. Η συλλογή περιλαμβάνει και δυο εξαιρετικά ποιήματα, που κλείνουν αντίστοιχα τις δύο ενότητές της. Δεν θα πω περισσότερα, ούτε θα αναδείξω κάποια διηγήματα σε σχέση με κάποια άλλα. Διαβάστε αυτό το ξεχωριστό και παράξενο βιβλίο. Θα νοιώσετε το σκοτάδι να ανασαίνει. Όσο για την συνέντευξη που ακολουθεί, δεν είναι βέβαια μια τυπική λίστα ερωτήσεων αλλά ένας διάλογος που σκοπό έχει να αποφλοιώσει την επιφάνεια και να αναδείξει τις ιδέες του συγγραφέα. Είναι πάγια θέση μου ότι αυτό μόνο έχει σημασία.

1) Πες μας. Δώσε μας στοιχεία γι’ αυτά που προηγήθηκαν της έκδοσης του πρώτου σου βιβλίου. Και όχι μόνο τα λογοτεχνικά. Εμείς που αγαπάμε και τη μουσική, ξέρουμε ότι έχεις κάνει και άλλα πράγματα, σε μερικά ‘θρυλικά’ μέρη της Αθήνας.

Κατ’ αρχήν Περικλή σ’ ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια. Είναι τιμή για μένα.

Μου αρέσει να περιγράφω τον εαυτό μου ως αναγνώστη, ακροατή και θεατή. Η συγκεκριμένη αξιολογική σειρά ενασχολήσεων έχει τη βάση της στο ότι μετά τα 30 μου άρχισα να μετατοπίζω το χρόνο μου όλο και περισσότερο προς το διάβασμα (και σταδιακά και προς τη συγγραφή) ενώ μέχρι τότε ήταν αφιερωμένος ως επί το πλείστον στη μουσική. Φανατικός ακροατής πολλών ειδών μουσικής και συγκροτημάτων αλλά κυρίως λάτρης της μετα πανκ, new wave και dark wave σκηνής της δεκαετίας του ’80 και της συνέχειάς της (καθώς και των προάγγελών της) στο χρόνο. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, από το 1991 μέχρι το 1996, είχα την τύχη να βάζω μουσική στο Rebound, ένα από τα ιστορικά κλαμπ της dark μουσικής της Αθήνας, μαζί με το Σπύρο Στεφανάτο και τον Κώστα Μπρέλλα, διανύοντας μία από τις ομορφότερες περιόδους και καταστάσεις της ζωής μου. Η μουσική ήταν κεφαλαιώδους σημασίας ασχολία, πάθος, λατρεία για όλους μας τότε, βρίσκοντας μέσα σ’ αυτή διέξοδο για τα θυελλώδη συναισθήματα και σκέψεις που μας συνέπαιρναν. Τα χρόνια πέρασαν και από ένα σημείο και μετά η σκέψη υπερίσχυσε του συναισθήματος και η μουσική ως αγαπημένη ενασχόληση υποχώρησε έναντι της λογοτεχνίας. Και μαζί με την ανάγνωση ήρθε και η ανάγκη έκφρασης μέσω της συγγραφής.

Αν μπορούσα να παρομοιάσω τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος με την εκβολή ενός ποταμού στη θάλασσα, ενός ποταμού που συγκεντρώνει και αποτελείται από μια σειρά εμπειρίες και παραστάσεις του εξωτερικού κόσμου φιλτραρισμένες και μεταμορφωμένες από τη σκέψη του συγγραφέα, τότε θα έλεγα πως τα διηγήματα αντιπροσωπεύουν μια σειρά από παραπόταμους – διανοητικά συμβάντα που εκκινούν από το κύριο ποτάμι που περιέγραψα παραπάνω αλλά αποκόπτονται από αυτό, από το κύριο σώμα της αφήγησης, αποκτούν τη δική τους υπόσταση και μπορεί να έχουν οποιαδήποτε κατάληξη. Με κάποια τέτοια διαδικασία γράφτηκαν και τα διηγήματα του «Μια πτώση πριν το τέλος» πριν συγκεντρωθούν σε ενιαίο σώμα και εκδοθούν από τις Παράξενες Μέρες.

2) Στην εισαγωγή επικαλέστηκα αυθαίρετα τον Φραντς Κάφκα και τον Ρέι Μπράντμπερι. Τους θεωρείς συγγραφικές σου επιρροές, ή οι αγαπημένοι σου μυθοπλάστες είναι άλλοι, που ενδεχομένως δεν μπορώ να φανταστώ;

Οι συγγραφικές μου επιρροές ποικίλουν και μεταβάλλονται με το πέρασμα του χρόνου αλλά δεν έπεσες καθόλου έξω όσον αφορά αυτούς που αναφέρεις, ιδίως σε ότι έχει να κάνει με την περίοδο συγγραφής των διηγημάτων της συγκεκριμένης συλλογής κατά την οποία τα έργα του Κάφκα, του Μπόρχες, του Λάβκραφτ, του Όργουελ, του Μπράντμπερι, του Μπάλαρντ, του Μωπασάν και πολλών άλλων εκπρόσωπων της «σκοτεινής» λογοτεχνίας αποτέλεσαν τις απαντήσεις κατά κάποιο τρόπο και την ανταπόκριση στην ανάγκη μου για μια λογοτεχνία που να εκφράζει την αγωνία, το ζόφο και τα αδιέξοδα της καθημερινότητας αλλά και του συνόλου της ανθρώπινης ύπαρξης. Και, για να επικεντρωθώ στους δύο λογοτεχνικούς κολοσσούς που ανάφερες, τη Δίκη του Κάφκα τη θεωρώ το σημαντικότερο λογοτεχνικό έργο που γράφτηκε ποτέ, ενώ το Φαρενάϊτ 451 του Μπράντμπερι ένα από τα μοτίβα – πυλώνες της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου της επιστημονικής και δυστοπικής φαντασίας. (Οι άλλοι είναι το «1984» του Όργουελ, ο «Θαυμαστός καινούριος κόσμος» του Χάξλεϋ, οι «Επικυρίαρχοι» του Άρθουρ Κλαρκ και ο «Πόλεμος των κόσμων» του Γουέλς).

Πράγματι, όπως παρατηρείς, ενώ οι Υπερφυσικοί Τρόμοι με καθηλώνουν σαν αναγνώστη, δεν μ’ ενδιαφέρουν σαν συγγραφέα. Αυτό που επιθυμώ να ερευνήσω γράφοντας είναι ο τρόμος του βίου, το χάος του μυαλού, ο πόνος της ψυχής, αλλά και ο αγώνας και η προσπάθεια για την υπέρβασή τους και όλα αυτά στις ανθρώπινες διαστάσεις. Έχω αρκετό υλικό γι’ αυτά στο φυσικό κόσμο, που μπορεί να πάρει οποιαδήποτε τροπή και εξέλιξη, δεν χρειάζεται να καταφύγω στο Υπερφυσικό για να τα θίξω. Η Αλληγορία φτάνει και περισσεύει. Εξ’ άλλου, όσον αφορά τη ‘μπαρόκ’ αισθητική, συχνά δελεάζομαι να χρησιμοποιήσω πομπώδη και βαρύγδουπη γλώσσα και εικόνες αλλά προσπαθώ να το συγκρατώ και να μην παρασύρομαι.

Τα τελευταία χρόνια, προσεγγίζοντας και το μοντερνισμό και μεταμοντερνισμό με τις τεχνικές και τα περιεχόμενα που πρόσφεραν και με τα οποία εκτόξευσαν τη λογοτεχνία σε δυσθεώρητα ύψη, έχω επηρεαστεί ακόμα περισσότερο στις μεθόδους μου.

3) Έχεις μεταφράσει ένα δοκίμιο του Λάβκραφτ για τις εκδόσεις Ars Nocturna. Ήταν δική σου επιλογή, ήταν δηλαδή κάτι που είχες σαν σκοπό να κάνεις, ή σου το πρότειναν;

Ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Ο μύθος γύρω από τον Χ. Φ. Λάβκραφτ, την προσωπικότητά του και το έργο του δεν γίνεται να μη σε σαγηνεύσει αν είσαι λάτρης της λογοτεχνίας τρόμου (όπως είπα και πριν δεν γράφω για υπερφυσικούς τρόμους αλλά λατρεύω να τους διαβάζω και εξάλλου ο Λάβκραφτ λάτρευε και χρησιμοποιούσε και τα δεδομένα της επιστήμης). Ψάχνοντας κι εγώ λοιπόν ότι έπεφτε στα χέρια μου γύρω από το σύμπαν που δημιούργησε αυτή η πολυσύνθετα χαρισματική και μυστηριώδης προσωπικότητα ανακάλυψα ένα δοκίμιό του στα αγγλικά, το Γάτες και Σκύλοι (Cats and Dogs), στο οποίο, μακριά από τα απειλητικά ή ονειρικά οικοδομήματα που συνήθως κατασκευάζει στα λογοτεχνικά του έργα, εδώ με πνευματώδη και εξεζητημένο τρόπο και γλώσσα υποστηρίζει και καταδεικνύει την ανωτερότητα των γατών και των γατόφιλων έναντι των σκυλιών και των κυνόφιλων. Κάθισα και το μετάφρασα για να το απολαύσω καλύτερα και μοιράστηκα την αναγνωστική μου αυτή εμπειρία με τα παιδιά της Ars Nocturna, τον Κώστα και τη Μαρία με τους οποίους μοιραζόμαστε πολλά κοινά, μεταξύ αυτών και την αγάπη μας για το συγγραφέα από το Providence. Εκείνοι το χάρηκαν εξίσου και μου πρότειναν να το εκδώσουν. Όπως είναι φυσικό δέχτηκα με ευχαρίστηση.

4) Στα κείμενα της συλλογής διακρίνω μια φευγαλέα, ίσως κρυμμένη, αλλά αποφασιστική πολιτική χροιά. Ισχύει;

Από τότε που σπούδαζα πολιτικές επιστήμες σκεφτόμουν πως τα πάντα είναι πολιτική, εννοώντας πως αν η πολιτική είναι οι προσπάθειες οργάνωσης και λειτουργίας της κοινωνίας και οι συγκρούσεις που αυτές οι προσπάθειες προκαλούν, αυτό υπεισέρχεται σε κάθε κομμάτι της ανθρώπινης δραστηριότητας, είτε συλλογικής είτε ακόμα και ατομικής. Κάθε ανθρώπινη δράση έχει την πολιτική της διάσταση και αφού η λογοτεχνία πραγματεύεται την ανθρώπινη δραστηριότητα δεν μπορεί παρά να έχει και πολιτική πλευρά και σημασία. Πέρα όμως από τα γενικά, στο βαθμό που στο «Μια πτώση πριν το τέλος» μ’ ενδιαφέρει να προσεγγίσω ανθρώπινες καταστάσεις ιδωμένες μέσα από μια λοξή, αλληγορική, παραμορφωτική οπτική για να αναδείξω τις κρυμμένες πτυχές τους, δεν μπορώ να μη λάβω υπ’ όψη μου τις κοινωνικοπολιτικές διαστάσεις αυτών των καταστάσεων. Όλοι ζούμε σε μια κοινωνία με τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις της είτε πρόκειται για τους πραγματικούς ανθρώπους είτε για τους χαρακτήρες ενός λογοτεχνικού έργου.

5) Θα χαρακτήριζες τα διηγήματά σου ‘δυστοπικά’; Το λέω γιατί εγώ θα τα χαρακτήριζα.

Όχι όλα ή τουλάχιστον όχι εξ’ ολοκλήρου. Ίσως μια απόλυτη δυστοπία να περιγράφεται στο τελευταίο της συλλογής τη «Φτερωτή Φυλή». Αν λέγοντας δυστοπία εννοούμε την περιγραφή ενός φανταστικού κόσμου απόλυτης δυστυχίας τότε τα περισσότερα διηγήματά μου δεν είναι δυστοπικά γιατί περιγράφουν έναν πραγματικό (και όχι φανταστικό) κόσμο δυστυχίας. Και όχι απόλυτης. Σε πολλά από αυτά π.χ. στους «Eισβολείς», ή στον «Oργανοπαίχτη» περιγράφεται και μια δυνατότητα ή προσπάθεια διαφυγής. Επίσης στο «Φθινοπωρινό απόγευμα» που επίσης περιγράφει μια δυστοπική κατάσταση, ο πρωταγωνιστής παίρνει την απόφαση να δραπετεύσει.

6) Διακρίνω επίσης μια ‘υπερρεαλιστική’ αισθητική. Θεωρείς ότι έχεις κάποια σχέση με το υπερρεαλισμό, στην ευρεία του έννοια;

Όλες οι καλλιτεχνικές πρωτοπορίες του 20ού αιώνα θεωρώ πως είναι οι ζωοδότες της σύγχρονης τέχνης στο βαθμό που ανανέωσαν και αναμόρφωσαν κάθε καλλιτεχνικό τομέα στον οποίο εφαρμόστηκαν δίνοντάς του τη δυνατότητα να εκφράσει το νέο, χαοτικό περιβάλλον της σύγχρονης εποχής, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά τις σαρωτικές αλλαγές των αρχών του 20ού αιώνα και κυρίως μετά τον πρώτο και το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ο υπερρεαλισμός πιο συγκεκριμένα, σπάζοντας κάθε κατεστημένη έκφραση και επιδιώκοντας να διευρύνει το ασυνείδητο και να απελευθερώσει τη φαντασία δεν μπορεί να μην τροφοδοτήσει και εμπνεύσει ένα συγγραφέα που ασχολείται με το φανταστικό σε οποιαδήποτε έκφανσή του. Διαβάζοντας ένα υπερρεαλιστικό κείμενο ή βλέποντας ένα πίνακα, οι διεργασίες που προκαλούνται στο μυαλό και τη σκέψη σου απελευθερώνουν ένα δυναμικό που σίγουρα θα ψάξει να βρει την έκφρασή του αν προσπαθείς κι εσύ να δημιουργήσεις κάτι καλλιτεχνικό. Σε πολλά από τα διηγήματα της συλλογής αυτό που προσπαθώ είναι να μεταλλάξω, να στρεβλώσω την πραγματικότητα για να αποστάξω, να αποκαλύψω αυτό που υπάρχει στο βάθος και σίγουρα μια υπερρεαλιστική προσέγγιση είναι ένα σημαντικό εργαλείο προς αυτή την κατεύθυνση.

7) Κάποια διηγήματά σου μου αφήνουν μια αίσθηση ‘στεγνώματος’, σε σημείο να ξεραίνεται το στόμα μου. Κάποια άλλα είναι τόσο οδυνηρά που νοιώθω την ανάγκη να προειδοποιήσω τους αναγνώστες. Σε απασχολεί αν κάποιοι σε κατατάξουν στην κάστα των ‘νοσηρών’ όπως λέει ο Λίγκοτι;

«Ζούμε σ’ ένα γαλήνιο νησί άγνοιας» λέει ο Λάβκραφτ (πάλι αυτός), «ανάμεσα στους μαύρους ωκεανούς του απείρου» αναφερόμενος στην ανθρωπότητα γενικά κι εγώ θα το παράλλαζα για κάθε άνθρωπο ξεχωριστά λέγοντας πως ζει σε μια επιφανειακή και εύθραυστη κρούστα «κανονικότητας» που εναγωνίως προσπαθεί να διατηρήσει ανέπαφη γιατί ξέρει πως αν κάπου ραγίσει, το μάγμα του τρόμου και της παράνοιας είναι έτοιμο να ξεχειλίσει και να τον καταπιεί. Δουλειά του συγγραφέα και γενικά του καλλιτέχνη είναι να έχει το θάρρος να χαράζει μόνος του τη ρωγμή για να (κρυφο)κοιτάζει μέσα στο χάος του υποσυνείδητου και του ασυνείδητου και να προσπαθεί να μεταφέρει προς τα έξω αναφορές για τα όσα βλέπει. Όσο κι αν “καίγεται” κι ο ίδιος από αυτά που αντικρίζει. Δεν στέκομαι σε όλα τα διηγήματά μου πρόσωπο με πρόσωπο αντιμέτωπος με αυτό το εσωτερικό καμίνι (που τροφοδοτείται από εξωτερικές, περιβαλλοντικές πηγές στο μεγαλύτερο μέρος του). Σε κάποια το κοιτάζω πλάγια, με τα μάτια μισόκλειστα ή μέσα από καθρέφτη. Χρησιμοποιώ τη μεταφορά, το συμβολισμό, την αλληγορία. Σε άλλα προσπαθώ να συγκεντρώσω το βλέμμα στην ευθεία. Τότε, ίσως, η μόνη διέξοδος είναι η καταφυγή στο σουρρεαλισμό.
Ο Λιγκότι είναι ένας συγγραφέας που θαυμάζω. Η γραφή του μου δημιουργεί μια αίσθηση υγρού, νοσηρού, αλλόκοτου νανουρίσματος που σε αποκοιμίζει για να ξυπνήσεις σ’ ένα κόσμο απροσδιόριστο, βγαλμένο από ταινία του David Lynch.

8) Οι ιστορίες ‘Η Βάφτιση’ και ‘Ενοχλήσεις’ είναι από τα πιο σοκαριστικά, από τα πιο ‘μαύρα’ διηγήματα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια. Μου θυμίζουν τις πιο ακραίες στιγμές του Τσακ Πόλανικ. Τα αφηγείσαι, και πολύ σωστά, με μια αξιοθαύμαστη ψυχραιμία, στα όρια του κυνισμού – κάτι που κάνει την αφήγηση ακόμη πιο οδυνηρή. Αυτή είναι μια τακτική που σου βγαίνει χωρίς να το σκεφτείς ιδιαίτερα, ή το αντίθετο;

Ο μόνος τρόπος για να ανταπεξέλθεις στην περιγραφή της επαφής με το χάος του υποσυνείδητου (Η Βάφτιση) ή του φρικτά συνειδητού – ασυνείδητου (Ενοχλήσεις) είναι να προσπαθήσεις να κρατήσεις έναν έλεγχο στα εκφραστικά σου μέσα (και ίσως και να αντεπιτεθείς χλευάζοντας αν μπορέσεις), όπως στις συνθήκες της πραγματικότητας δεν μπορείς να αφεθείς στις φυγόκεντρες δυνάμεις που σε καλούν να κατρακυλήσεις στην παράνοια όταν καλείσαι να αντιμετωπίσεις οριακές καταστάσεις, αν θέλεις να έχεις κάποιο αποτέλεσμα. Το προσπαθώ συνειδητά λοιπόν και από κάποιο σημείο και μετά γίνεται αυτόματα.
9 Κάτι άλλο που με ενθουσιάζει, είναι ότι οι χαρακτήρες σου είναι Έλληνες και κινούνται σε οικεία τοπία της Αθήνας και άλλων, ίσως απροσδιόριστων περιοχών. Αποτελεί απαράβατο κανόνα σου, ή θα τοποθετήσεις στο μέλλον κάποιες ιστορίες σε άλλα περιβάλλοντα;
Υπάρχει η Αθήνα και υπάρχει και “η πόλη” γενικά, σαν αρχέτυπο όλων των πόλεων και της ζωής σε αυτές. Εκεί κινούνται οι χαρακτήρες που μ’ ενδιαφέρουν γιατί εκεί κινούμαι κι εγώ και ένας απ’ τους κανόνες που μ’ αρέσει να ακολουθώ στη γραφή γιατί πιστεύω πως μπορεί να φέρει παραγωγικά αποτελέσματα είναι το: «γράφε γι’ αυτά που ξέρεις καλύτερα». Αν στο μέλλον μετακινηθώ σε άλλα περιβάλλοντα ίσως να μετακινηθούν και οι χαρακτήρες μου αν και αυτό θα χρειαστεί χρόνο, μέχρι να εγκλιματιστώ εγώ και να εγκλιματίσω και τη γραφή μου στους νέους χώρους.

10) Ο λυρισμός τώρα. Έχεις συμπεριλάβει και δύο ποιήματα (εξαιρετικά θα έλεγα) στο βιβλίο. Έχεις ασχοληθεί εκτεταμένα με την ποίηση;

Σ’ ευχαριστώ και πάλι, Περικλή. Αυτά τα δυο ποιήματα, αντίθετα από τα πεζά, έχουν γραφτεί μακριά από την πόλη και έχοντας κατακλυστεί από την αίσθηση της υπαίθρου και για να συνεχίσω το σκεπτικό της απάντησής μου στην προηγούμενη ερώτησή σου ίσως αυτά αποτελούν ένα δείγμα του τι μορφή θα μπορούσε να πάρει η γραφή μου σε άλλα περιβάλλοντα. Όχι, δεν έχω ασχοληθεί εκτεταμένα με την ποίηση γενικά, έχω όμως ασχοληθεί επαρκώς με κάποιους συγκεκριμένους ποιητές (Καρυωτάκης, Καβάφης, Ρίτσος, Σεφέρης, Μπωντλέρ, Ρεμπώ) και στιχουργούς (Curtis, Morrissey, Murphy) αν και δεν ξέρω κατά πόσο οι επιρροές αυτών αποτυπώνονται στα δύο πεζά ποιήματα που παραθέτω, ένα στο τέλος κάθε μέρους του βιβλίου.

11) Γράφεις κάτι τώρα;

Έχοντας ολοκληρώσει μια νουβέλα που περιμένει την έκδοσή της, γράφω κάτι που το οραματίζομαι ως πιο εκτεταμένο, μη σταματώντας παράλληλα τη συγγραφή διηγημάτων που είναι, θα έλεγα, μια διαρκής αναγκαιότητα για μένα.

12) Πες μας, έτσι για να κλείσουμε με λίστες, δέκα βιβλία που θεωρείς τα πιο αγαπημένα σου, όλων των εποχών.

Η κατάρτιση τέτοιων λιστών είναι πάντα μια δραστηριότητα που με εξιτάρει γιατί στην πάροδο του χρόνου οι προτιμήσεις και τα αξιολογικά κριτήρια μεταβάλλονται και τα αγαπημένα και πιο σημαντικά βιβλία μπαινοβγαίνουν από το Top Ten χωρίς βέβαια να χάνουν ποτέ τη θέση τους στην καρδιά και το μυαλό. Έτσι, στην παρούσα συγκυρία (και μετά την κοσμογονική αλλαγή που προκάλεσε στις λογοτεχνικές μου προτιμήσεις και αξιολογήσεις η ανάγνωση του “Περί φωτίσεως” του Ζοζέ Σαραμάγκου κάποια – λίγα – χρόνια πριν), η δεκαπεντάδα (αν μου επιτρέπεις τον πλεονασμό) των αγαπημένων αυτής της εποχής λόγω της ιδιαίτερης σημασίας του καθενός για μένα, θα διαμορφωνόταν κάπως έτσι:
1) Η δίκη – Φραντς Κάφκα (Διαχρονικά κορυφαίο όλων των εποχών για μένα. Από εδώ και πέρα για τα υπόλοιπα 11 η σειρά δεν είναι αξιολογική – όπως μου έρχονται στο μυαλό).
2) Περί φωτίσεως – Ζοζέ Σαραμάγκου
3) Ο γέρος / Άγρια φοινικόδεντρα – Γουίλιαμ Φώκνερ
4) Ο ξένος – Αλμπέρ Καμύ
5) Μέχρι το φάρο – Βιρτζίνια Γουλφ
6) Ταξίδι με ανοιχτή καρδιά: Τσεβενγκούρ – Αντρέι Πλατόνοφ
7) Πόλεμος και πόλεμος – Λάσλο Κρασναχορκάι
8) Αμερικάνικη λήθη – Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας
9) Το τούνελ / Περί ηρώων και τάφων / Αββαδών ο εξολοθρευτής (τριλογία) – Ερνέστο Σάμπατο
10) Η σκιά πέρα απ’ το χρόνο – Χ.Φ. Λάβκραφτ
11) Η έκλειψη – Τζων Μπάνβιλ
12) Οι φτηνοφαγάδες – Τόμας Μπέρνχαρντ
13) Άπαντα πεζά – Χ. Λ. Μπόρχες
14) Κάτω απ’ το ηφαίστειο – Μάλκολμ Λόουρυ
15) Ο μοναχικός – Ευγένιος Ιονέσκο

Σ’ ευχαριστώ πολύ Περικλή για τις ερωτήσεις σου.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά