7 υπoτιμημένα βιβλία του Stephen King που αξίζουν περισσότερη αγάπη

by Μαρκέλλα Ευθυμίου Βελαέτη

Ποιο είναι το καλύτερο βιβλίο του Stephen King;” “Ποια βιβλία του έχουν τις καλύτερες κριτικές;” “Τα παλιά του έργα αξίζουν περισσότερο;” και πολλές άλλες παρόμοιες ερωτήσεις κυκλοφορούν παντού σε sites, διαδικτυακές ομάδες από ανθρώπους που θέλουν να ξεκινήσουν να διαβάζουν King ή να επιλέξουν το επόμενο μυθιστόρημα για να συνεχίσουν.

Κάπου εκεί στην χιλιοστή φορά που έπεσα επάνω σε μια τέτοια απορία στα άδυτα του σκοτεινού ίντερνετ όπου όλα είναι πιθανά και όλα είναι περίεργα, σκέφτηκα κάτι. Γιατί άραγε όλοι όσοι προτείνουν έργα του King κινούνται γύρω από τα ίδια και τα ίδια; Σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητώ την αρτιότητα και την ομορφιά του Misery, της Λάμψης, του Νεκρωταφίου Ζώων, του Σκοτεινού Μισού, του Θόλου και πολλών άλλων κλασικών βιβλίων του συγγραφέα, αλλά γιατί κανένας ή σχεδόν κανένας δεν μιλάει για τα άλλα; Ξέρεις ποια λέω… Εκείνα τα βιβλιαράκια με τίτλους που κάτι σου θυμίζουν και, εάν τα διαβάσεις, είναι βιβλιάρες, αλλά δεν είσαι και σίγουρος αν έχεις ακούσει κάποιον να τα συζητάει ποτέ, ή ακούς πολλούς να τα κρίνουν με βαριές λέξεις όπως “αδιάφορα”, “κακά”, ή εκείνα που κάποτε διάβασες, πίστευες πως είσαι ο μόνος που τα εκτίμησε και επί χρόνια απορείς πού είναι οι υπόλοιποι που τα αγάπησαν! Γι’ αυτά ακριβώς μιλάω…

Photo credit: Μαρκέλλα Ευθυμίου Βελαέτη

“Το παιχνίδι του Τζέραλντ”, εκδόσεις Λιβάνη, 1993

Περίληψη (από το οπισθόφυλλο):
“Ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι μεταξύ δύο συζύγων. Το παιχνίδι του Τζέραλντ. Αυτή τη φορά, όμως, η Τζέσι δεν ήθελε να παίξει. Δεμένη με χειροπέδες στις κολόνες του κρεβατιού, ενώ εκείνος κυριαρχούσε πάνω της, αυτή αισθάνθηκε οργισμένη και ταπεινωμένη. Έτσι τον κλότσησε δυνατά. Τώρα αυτός κειτόταν νεκρός στο πάτωμα. Και η Τζέσι μόνη κι αβοήθητη, εγκλωβισμένη μέσα σ’ ένα δωμάτιο, μακριά από οπουδήποτε, χωρίς να μπορεί κάποιος να ακούσει τις κραυγές της. Μόνη, εκτός από τις φωνές στο κεφάλι της, που είχαν αρχίσει να φλυαρούν, να φιλονικούν, να σαρκάζουν… “

Όταν διάβασα για πρώτη φορά το συγκεκριμένο βιβλίο, θυμάμαι χαρακτηριστικά να νιώθω τα κάγκελα του κρεβατιού μου να με κυκλώνουν απειλητικά και τις σκέψεις μου να μεταμορφώνονται σε μικρούς, αηδιαστικούς στην όψη ανθρώπους, οι οποίοι προσπαθούσαν να με κάνουν να πιστέψω πως δεν είμαι καλά. Όλα αυτά μετά από 397 σελίδες. 397 σελίδες στις οποίες ο King αποδεικνύει περίτρανα πως δεν φέρει άδικα τον τίτλο του “καλύτερου σύγχρονου παραμυθά της Αμερικής”. Το “παιχνίδι του Τζέραλντ” είναι ένας ύμνος στα παιδικά βιώματα τα οποία καραδοκούν, ώστε να μας στοιχειώσουν, ανεξάρτητα από την ηλικία στην οποία βρισκόμαστε πλέον. Είναι ένα μυθιστόρημα -τρομαχτικό σε ψυχολογικό επίπεδο- για τη σκλαβιά της ψυχής από συγκεκριμένους ανθρώπους που επιλέξαμε στη ζωή μας για τους λάθος λόγους και, συνάμα, για την απελευθέρωσή της. Είναι ένα βιβλίο για το πώς το μυαλό μπορεί να γίνει ο καλύτερος φίλος μας ή ο χειρότερος εχθρός μας…

“Joyland”, εκδόσεις Bell, 2013

Περίληψη (από το οπισθόφυλλο):
“Ο Ντέβιν Τζόουνς, φοιτητής του κολεγίου, είχε πιάσει δουλειά για το καλοκαίρι στο λούνα παρκ Τζόιλαντ, ελπίζοντας να πάψει πια να σκέφτεται το κορίτσι που του ράγισε την καρδιά. Αλλά εκεί μέσα βρέθηκε αντιμέτωπος με κάποια πράγματα πολύ πιο φοβερά: τη σκιά ενός διεστραμμένου δολοφόνου, τη μοίρα ενός ετοιμοθάνατου παιδιού και κάποιες δύσκολες αλήθειες για τη ζωή -κι αυτό που ακολουθεί- που θα άλλαζαν τον κόσμο του για πάντα…
Η ζωή δεν είναι πάντα ένα στημένο παιχνίδι.
Μερικές φορές τα έπαθλα είναι αληθινά.
Μερικές φορές είναι πολύτιμα.”


Το “Joyland” είναι ένα άκρως συναισθηματικό έργο του Stephen King, με αρκετή δόση χιούμορ αλλά και θλίψης. Πραγματεύεται με μεγάλη ευαισθησία, αλλά ταυτόχρονα με σκληρότητα, την έννοια της απώλειας, είτε αυτή έχει να κάνει με μία εφηβική σχέση, είτε με τον θάνατο ενός φίλου, είτε με την αλλαγή περιβάλλοντος και τον αποχωρισμό της παλιάς μας ζωής. Το βιβλίο αυτό είναι μια συγκινητική ωδή στην ενηλικίωση και το σκληρό πρόσωπο που παίρνει συχνά η ζωή απέναντι σε ανθρώπους μικρούς ή μεγάλους σε ηλικία, είτε το αξίζουν είτε όχι. Με μεγάλη ευκολία μπορώ να πω πως είναι ένα από τα πιο γλυκόπικρα βιβλία του King, το οποίο κάθε φορά που το φέρνω στο μυαλό μου νιώθω ένα δάκρυ μαζί μ’ ένα χαμόγελο να με πλησιάζουν για να με αγκαλιάσουν και να μου πουν πως “η αγάπη αφήνει σημάδια”…

“Μπλέιζ”, εκδόσεις Bell, 2008 (ως Richard Backman)

Περίληψη (από το οπισθόφυλλο):
“Το μυαλό του Μπλέιζ έπαψε να παίρνει πολλές στροφές απ’ όταν ήταν μικρός και ο μέθυσος πατέρας του τον πέταξε κάτω από τη σκάλα -κι όχι μόνο μια φορά. Ύστερα τον έκλεισαν σ’ ένα φρικτό ίδρυμα. Κι όταν επιτέλους γλίτωσε κι από ‘κει, προσκολλήθηκε στον Τζορτζ, έναν πωρωμένο κακοποιό που πίστευε ότι τα ξέρει όλα.
Αλλά όταν μια μέρα ο φίλος του ο Τζορτζ σκοτώνεται σ’ έναν καβγά, ο Μπλέιζ μένει πάλι ολομόναχος στον κόσμο. Πάλι καλά που ο Τζορτζ, έστω και νεκρός, μπορεί ακόμα να του μιλάει και να τον συμβουλεύει. Κι ο Μπλέιζ τον ακούει το φίλο του. Και ξέρει πως με τη δική του βοήθεια θα καταφέρει ν’ αρπάξει το μωρό των πάμπλουτων Τζέραρντ και να κάνει την τύχη του.”


To “Μπλέιζ” είναι το μόνο βιβλίο του King που δεν έχω ακούσει πραγματικά ποτέ κανέναν να μιλάει για αυτό, ούτε με καλά αλλά ούτε και με άσχημα λόγια. Παραμένει “θαμμένο”, ενώ δεν θα έπρεπε!
Δεν έχει στοιχεία τρόμου με την κλασική έννοια, αλλά περιλαμβάνει αρκετή βία και πολλές δόσεις απογοήτευσης για την ανθρώπινη κοινωνία. Ο King για ακόμα μία φορά μιλά για την ενδοοικογενειακή βία και τις συνέπειές της στην εξέλιξη ενός ανθρώπου, ψυχικά και σωματικά, και το κάνει με τον πιο σκληρό και ρεαλιστικό τρόπο.

Ο Μπλέιζ είναι ένας χαρακτήρας που συμπαθείς εξαρχής, ασχέτως του ό,τι, σ’ ένα γενικό πλαίσιο, θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας από τους “κακούς” του King. Τελειώνοντας το βιβλίο, ο συγγραφέας σε κάνει να καταλάβεις πολύ εύκολα το πώς οι πράξεις μας δεν καθορίζουν τον χαρακτήρα μας και τα συναισθήματά μας. Διαβάζοντας το ένα κεφάλαιο μετά το άλλο, αρχίζεις να βλέπεις πως ο Μπλέιζ έχει μια ευαίσθητη ψυχή η οποία δεν πήρε ποτέ την αγάπη που της αναλογούσε, όσο κι αν η ίδια έδινε αγάπη με κάθε ευκαιρία. Μέχρι το τέλος έχεις ξεχάσει πως ο Μπλέιζ είναι εγκληματίας και θλίβεσαι με το πόσο άδικη είναι η ζωή…

“Ρόουζ Μάντερ”, εκδόσεις Bell, 2008

Περίληψη (από το οπισθόφυλλο):
“Όλα άρχισαν με μια μικρή σταγόνα αίμα στο σεντόνι. Μια μικρή ρωγμή στον κόσμο της οδύνης…
Η Ρόουζ έζησε δεκατέσσερα χρόνια μέσα στην τρέλα του άντρα της. Δεκατέσσερα χρόνια ταπείνωσης, βαναυσότητας και ενοχής. Τώρα, στη θέα της αιμάτινης κηλίδας, ξυπνά από το λήθαργό της και αποφασίζει να φύγει μακριά από τον Νόρμαν. Για πάντα… Μόνη, σε μια ξένη πόλη, στο ξεκίνημα της καινούργιας της ζωής θ’ ανακαλύψει έναν πίνακα που, ξεχασμένος στα σκονισμένα ράφια ενός ενεχυροδανειστηρίου, την καλεί να τον αποκτήσει. Η Ρόουζ δεν γνωρίζει ακόμη τίποτε για τη γυναίκα του πίνακα με τον πορφυρό χιτώνα που τη σαγηνεύει, ξέρει μόνο πως το όνομά της είναι Ρόουζ Μάντερ. Και δεν μπορεί να ξέρει με ποιον τρόπο μια παλιά ελαιογραφία θ’ αλλάξει τη ζωή της.
Την ίδια στιγμή ο Νόρμαν αρχίζει να την καταδιώκει. Οπλισμένος με τη δύναμη της παραφροσύνης, ανελέητος και αποτρόπαιος σαν μυθικό τέρας, ο δήμιός της δεν νικιέται πια με ανθρώπινα μέτρα. Για να ξορκίσει τον εφιάλτη, η Ρόουζ θα διαβεί το κατώφλι του συνειδητού κόσμου. Θα μπει στον κόσμο των πιο μύχιων φόβων, της πιο σκοτεινής οργής, τον κόσμο του ταραγμένου νου και του θανάτου. Αλλά εκεί την περιμένει η Ρόουζ Μάντερ. Κι εκεί θα συναντήσει τον εαυτό της όπως δεν τον είδε ποτέ μέχρι τώρα. “


Όταν μιλάω για το “Ρόουζ Μάντερ” πάντα με πιάνει ένα σφίξιμο στο στομάχι. Είναι μία από τις πιο δυνατές αλλά και βίαιες ιστορίες που έχει γράψει ο King, όμως με μια γερή δόση υπερφυσικού στοιχείου. Για άλλη μία φορά η ενδοοικογενειακή βία πρωταγωνιστεί και σε κάνει ασυναίσθητα να στρέψεις το βλέμμα σου μακριά από το βιβλίο, σφίγγοντας όσο πιο δυνατά μπορείς τα μάτια σου μέχρι να εξαφανιστεί κάθε εικόνα που έχεις δημιουργήσει. Βαθιά συγκινητικό, γεμάτο άγχος και τρόμο για το τι μπορεί να συμβεί στην επόμενη σελίδα, το “Ρόουζ Μάντερ” είναι ένα “βαρύ” μυθιστόρημα με μία από τις πιο καλογραμμένες χαρακτήρες που έχει δημιουργήσει ποτέ ο King.

Το γυναικείο φύλο, η σκληρότητα των θέσεων εξουσίας αλλά και η αδυναμία της ψυχής, που πολλές φορές υπερισχύει της θέλησης για αλλαγή, είναι μερικά από τα πομπώδη σημεία του βιβλίου στα οποία ο King παίρνει ξεκάθαρη θέση και υποδόρια προτρέπει την κάθε γυναίκα να ορθώσει το ανάστημά της απέναντι στην υποδούλωσή της από το ανδρικό φύλο.

Ανάμεσα σε όλα όσα πραγματεύεται με εκπληκτική μαεστρία, ένα στοιχείο που κυριαρχεί και σε συνεπαίρνει είναι η εξαιρετική μεταφορά μυθολογικών αναφορών που απλά σε κάνουν να ξεχνάς πόση ώρα έχει περάσει κρατώντας το βιβλίο στα χέρια σου! Όσοι αναγνώστες έχουν ήδη διαβάσει τη σειρά του “Μαύρου Πύργου”, θα αντιληφθούν αρκετές γνώριμες πινελιές ν’ απλώνονται διακριτικά αλλά και αριστοτεχνικά μέσα στο “Ρόουζ Μάντερ” και το μυστήριο το οποίο καλύπτει τον πίνακα που κοσμεί το δωμάτιο της πρωταγωνίστριας.

Συνοψίζοντας, το εν λόγω βιβλίο θεωρώ πως αποτελεί ένα άκρως σημαντικό λιθαράκι του King στη λογοτεχνία του φανταστικού που θα στοιχειώσει την ψυχή σας για αρκετά χρόνια αφότου το διαβάσετε και θα σας κάνει να αρχίσετε να δίνετε περισσότερη σημασία στην κάθε γυναικεία κραυγή που ακούγεται μέσα από ένα αστικό διαμέρισμα και που από φόβο την αγνοείτε…

“Το κινητό”, εκδόσεις Bell, 2008

Περίληψη (από το οπισθόφυλλο):
“Είναι 1η Οκτωβρίου. Ο Θεός βρίσκεται στον Παράδεισό Του, το χρηματιστήριο ανεβαίνει, τα περισσότερα αεροπλάνα είναι στην ώρα τους. Και ο Κλέιτον Ρίντελ από το Μέιν, περπατάει χαρούμενος στους δρόμους της Βοστώνης. Επιτέλους, έχει βρει εκδότη για το κόμικ του. Ετοιμάζεται να γυρίσει σπίτι με δώρα για τη γυναίκα και το γιο του. Όλα τώρα θα πάνε καλύτερα. Ο Κλέι το νιώθει.
Αλλά κάνει λάθος. Τα πάντα αλλάζουν αστραπιαία, όταν αρχίζει ο Παλμός…
Ο Παλμός εξαγριώνει. Στο άκουσμά του ξεχνάς τον πολιτισμένο σου εαυτό. Τα πιο κτηνώδη, καταστροφικά ένστικτά σου έρχονται στην επιφάνεια. Ο Παλμός μεταδίδεται από τα κινητά. Όλα τα κινητά…
Από τη μια στιγμή στην άλλη, ο Κλέιτον και μερικοί ακόμη επιζώντες βουλιάζουν σε μια από τις πιο σκοτεινές και πρωτόγονες εποχές του πολιτισμού. Γύρω τους όλεθρος, σφαγή και κοπάδια ανθρώπων που έχουν επιστρέψει στην κατάσταση του θηρίου…”


Μια σχεδόν δυστοπική ιστορία μέσα από την οποία ο King θίγει τη σύγχρονη προσκόλληση των ανθρώπων στην τεχνολογία, και ιδιαίτερα στα κινητά τηλέφωνα. Αν και το βιβλίο αυτό γράφτηκε αρκετά χρόνια πριν, όπου συγκριτικά με το σήμερα η κατάσταση μεταξύ συσκευών και ανθρώπων δεν φαινόταν υπερβολικά ανησυχητική, είναι ολοφάνερο πως ο συγγραφέας είχε αναγνωρίσει και είχε διαβάσει εύστοχα τα προειδοποιητικά σημάδια…

Άνθρωποι επηρεασμένοι από τον Παλμό εναντιώνονται στους ελάχιστους επιζώντες, και ο πολιτισμός αρχίζει σιγά σιγά να φθίνει κάνοντας τους ανθρώπους να ξεχάσουν τις αρχές, τα ήθη και τα συναισθήματά τους. Όλες οι σελίδες του βιβλίου είναι ποτισμένες με αγωνία και φόβο για το πόσο χειρότερα μπορούν να γίνουν τα πράγματα όσο προχωράει η ιστορία.

Κατά τη γνώμη μου, το συγκεκριμένο βιβλίο του King αξίζει αρκετή παραπάνω αναγνώριση μόνο και μόνο για τον ρεαλιστικό τρόπο με τον οποίο θίγεται η αλλοτρίωση του ανθρώπου από την υπερβολική χρήση της τεχνολογίας. Γραμμένο αλληγορικά και μέσα από την σφαίρα του φανταστικού προβληματίζει και συγχρόνως δημιουργεί το εξής αγωνιώδες ερώτημα: “Πόσο αυτή η μυθοπλασία απέχει από την πραγματικότητα που έρχεται κατά πάνω μας τα επόμενα χρόνια;”

“Καρδιές στην Ατλαντίδα (και άλλα διηγήματα)”, εκδόσεις Κλειδάριθμος, 2018

Περίληψη (από το οπισθόφυλλο):
“Ο εντεκάχρονος Μπόμπι ανακαλύπτει έναν κόσμο κακίας, όπου οι ενήλικες συχνά δεν είναι σωτήρες, αλλά η καρδιά του τρόμου.
Μια ομάδα σπουδαστών ανακαλύπτει τη δυνατότητα της δυναμικής διαμαρτυρίας και έρχεται αντιμέτωπη με τη δική της συλλογική καρδιά του σκότους.
Δύο άντρες πασχίζουν να γεμίσουν το κενό μετά τον Πόλεμο του Βιετνάμ σε μια Αμερική που μοιάζει άδεια και στοιχειωμένη, όσο και η ίδια τους η ζωή.
Ο Μπόμπι επιστρέφει, μεσήλικας πλέον, στη γενέτειρά του, όπου ίσως τον περιμένουν ένα τελευταίο μυστικό, η ελπίδα της εξιλέωσης και ο πόθος της καρδιάς του.”


Οι “Καρδιές στην Ατλαντίδα” θεωρώ πως είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία του King μέχρι και σήμερα. Μιλάμε, λοιπόν, για πέντε διαφορετικές ιστορίες, οι οποίες όμως συνδέονται μεταξύ τους και διαδέχονται η μία την άλλη χρονολογικά, έχοντας όλες κοινό παρονομαστή τον πόλεμο στο Βιετνάμ.

Οι χαρακτήρες οι οποίοι ζουν στα διηγήματα αυτά είναι δημιουργημένοι με πολλή προσοχή, καταφέρνοντας με μεγάλη επιτυχία να δείξουν τι σημαίνει ο όρος “ηλικία”και ποια είναι η διαφορά ενός παιδιού με έναν ηλικιωμένο όταν μιλάμε για την ψυχική τους κατάσταση.

Ο King δείχνει για άλλη μια φορά τους προβληματισμούς αλλά και την πικρία του για την Αμερικανική νοοτροπία, μέσα από τα γεγονότα και τις συνέπειες του πολέμου στο Βιετνάμ. Όπως και στο “22/11/63” έτσι και στο εν λόγω βιβλίο, η περιγραφή της δεκαετίας του 1960 έχει γίνει αριστοτεχνικά και ως προς το αίσθημα της εποχής αλλά και ως προς τα γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα. Διαβάζοντας τις “Καρδιές στην Ατλαντίδα”, από ένα σημείο και μετά, ξεχνάς τελείως την εποχή σου και βρίσκεις τον εαυτό σου να περιπλανιέται στην Αμερική του 1960 παρέα με τους πρωταγωνιστές, τα προβλήματα αλλά και τις χαρούμενες στιγμές τους. Νιώθεις ότι ζεις κι εσύ εκεί, μαζί τους!

Για ακόμα μία φορά, οι αναγνώστες του “Μαύρου Πύργου” θα εντοπίσουν αρκετές γνώριμες αναφορές μέσα στο συγκεκριμένο βιβλίο, που όμως είναι δοσμένες με τόση προσοχή ώστε κανένας αναγνώστης να μην χάσει τη μαγεία του έργου, είτε έχει διαβάσει την προαναφερθείσα σειρά είτε όχι.

Τέλος, μιλάμε για ένα βιβλίο που με την κάθε ιστορία του μπορεί να προκαλέσει θλίψη, αγωνία, συγκίνηση, προβληματισμό, φόβο, νοσταλγία και σίγουρα ένα στραβό χαμόγελο κατανόησης αλλά και ενόχλησης για την ανθρώπινη ψυχή μέσα από φράσεις και γεγονότα τα οποία είμαι σίγουρη πως λίγο ή πολύ όλοι έχουμε ζήσει κάποια στιγμή, με κάποιον τρόπο.

“Εξύψωση”, εκδόσεις Κλειδάριθμος, 2018

Περίληψη (από το οπισθόφυλλο):
“Το Καστλ Ροκ είναι μικρή πόλη και τα νέα κυκλοφορούν γρήγορα. Έτσι, ο Σκοτ Κάρι εξομολογείται την αλλόκοτη κατάστασή του μόνο στον φίλο του, τον συνταξιούχο γιατρό Μπομπ Έλις: χάνει διαρκώς βάρος αλλά η ζυγαριά δείχνει το ίδιο, είτε φοράει τα ρούχα του είτε όχι.

Ο Σκοτ βρίσκεται επίσης σε διαμάχη με τις δύο νέες του γειτόνισσες, την Ντίρντρι και τη σύζυγό της Μίσι. Καθώς το ζευγάρι ετοιμάζεται να ανοίξει ένα νέο εστιατόριο, κάτι το οποίο οι κάτοικοι του Καστλ Ροκ δεν εγκρίνουν καθόλου, ο Σκοτ συνειδητοποιεί τις προκαταλήψεις που αντιμετωπίζουν -όπως και ο ίδιος άλλωστε, για το δικό του πρόβλημα- και αποφασίζει να τις υποστηρίξει.

Η μυστηριώδης πάθηση του Σκοτ, σε συνδυασμό με απρόσμενες συμμαχίες, ωθούν τους κατοίκους που έως τώρα δηλητηρίαζαν με τη συμπεριφορά τους τη ζωή των άλλων -αλλά και τη δική τους- να αποκαλύψουν τον καλύτερο εαυτό τους. “

Μία από τις πιο πρόσφατες δουλειές του Stephen King είναι η νουβέλα “Εξύψωση”. Έχω δει αρκετό κόσμο να μιλάει αρνητικά ή αδιάφορα γι’ αυτήν, και απογοητεύομαι. Η “Εξύψωση” δεν εμπεριέχει τρόμο, όπως πολλοί περιμένουν όταν διαβάζουν στο εξώφυλλο το όνομα του Stephen King, έχει όμως μια θαυμάσια πινελιά υπερφυσικού στοιχείου που σχετίζεται με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο πρωταγωνιστής.

Θα μπορούσα να πω πως το συγκεκριμένο βιβλίο ανήκει στην κατηγορία βιβλίων του King που περισσότερο έχει σκοπό να θίξει κοινωνικά ζητήματα και τη μετάβαση της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης από το ένα σημείο στο άλλο, και το κάνει εξαιρετικά!

Μέσα στις λίγες σελίδες της “Εξύψωσης” βλέπουμε τη στάση της κοινωνίας απέναντι στα ομοφυλόφιλα ζευγάρια, τις προκαταλήψεις που κυριαρχούν απέναντι σε διαφορετικά άτομα ή ομάδες ατόμων, και πως όλα αυτά, εξαιτίας συγκεκριμένων συγκυριών, μπορούν όχι απλά ν’ αλλάξουν αλλά ν’ αλλάξουν κι εμάς. Σκληρό εκεί που πρέπει, με μια δόση πίκρας αλλά και απόγνωσης ανά στιγμές, το έργο του King έρχεται να ταράξει τη συνείδησή σου, τις “βολεμένες” απόψεις σου αλλά και να σε πάρει από το χέρι και να σε οδηγήσει ένα βήμα πιο κοντά στην ενσυναίσθηση.

Επίλογος

Φτάνοντας, λοιπόν, στο τέλος της παρουσίασης κάποιων από τα, σχετικά, υποτιμημένα βιβλία του Stephen King, θέλω να αναφέρω πως είναι κρίμα ν’ αφήνουμε στην άκρη ή να θεωρούμε αδιάφορα κάποια έργα του μόνο και μόνο επειδή δεν σέρνουν μαζί τους τη σημαία του “τρόμου”. Ο King, εξάλλου, δεν μας τρομάζει μόνο παρουσιάζοντάς μας βρικόλακες, παιδάκια που επιστρέφουν από τον τάφο και ζοφερούς κλόουν. Ο King προσπαθεί πολλές φορές να μας ταράξει και να μας ταρακουνήσει πετώντας μπροστά μας ωμά την πτώση την ανθρώπινης κοινωνίας, των σχέσεων και τη φθορά των συναισθημάτων, των ευαισθησιών και της ενσυναίσθησής μας. Και, ίσως, όλα αυτά να εμπεριέχουν περισσότερο τρόμο μέσα τους. Και ίσως γι’ αυτό να χρειάζονται περισσότερη αγάπη από όλους μας.

Ίσως το να δακρύσεις με τη ζωή, τον θάνατο, την απώλεια, την απόγνωση, την περιθωριοποίηση και την απόρριψη να είναι πολύ πιο σημαντικό από το να κοιτάζεις όλη νύχτα κάτω από το κρεβάτι σου για χέρια, δαίμονες και τέρατα…

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά