Beer-o-Quest: 12. Δοκιμασίες Μπύρας (Α’ Μέρος)

by Χρήστος Κεσκίνης

Ι

«Βάρβαρε, σε ψάχνουν στην κεντρική πύλη» είπε το Ξωτικό μπαίνοντας στο πανδοχείο. Ήξερε ότι ο νεαρός φίλος του θα ήταν εκεί, παρά το ότι ακόμη δεν είχε φτάσει μεσημέρι. Άλλωστε η αγαπημένη του δούλευε εκεί. Ακόμη και χωρίς την προσφορά μπύρας, ο Βάρβαρος  δε θα έχανε στιγμές μαζί της, αν μπορούσε να το αποφύγει.

«Άφησε κάποιο όνομα; Ποιος μπορεί να με ψάχνει;»  αναρωτήθηκε.

«Κάτι για νέος αρχηγός και κουραφέξαλα. Πάντως είναι τεράστιος σαν και του λόγου σου», απάντησε στις σκέψεις του το Ξωτικό.  «Θα στοιχημάτιζα πως είσαι μοναδικός στον κόσμο, μα αυτός έξω είναι σαν συγγενής σου και μάλιστα μεγαλύτερος από εσένα. Σε μέγεθος και σε χρόνια!».

Πράγματι, φτάνοντας στην είσοδο, αντίκρισαν έναν τεραστίων διαστάσεων ηλικιωμένο, που όμως  δεν έδειχνε με τίποτα να έχει νικηθεί από τα γηρατειά. Οι μύες του, σε συνδυασμό με τον τεράστιο πολεμικό πέλεκυ που προεξείχε από τη δερμάτινη θήκη στην πλάτη του, φανέρωνε έναν βετεράνο του πολέμου που όμως μπορούσε ακόμη να βάλει κάτω πολλούς μικρότερούς του. Ο Βάρβαρος χάθηκε στην αγκαλιά του άγνωστου.

«Θείε Ρέντστοουν! Τι ευχάριστη έκπληξη!  Ποια τα νέα από το χωριό;».

«Πρέπει αν μιλήσουμε» απάντησε εκείνος σοβαρά. «Αμέσως!».

Καθώς επέστρεφαν όλοι μαζί στο πανδοχείο, ο ηλικιωμένος εξήγησε στον νεότερο πως ο πατέρας του, αρχηγός της φυλής τους , πέθανε σε μια μεγάλη μάχη.

«Πρέπει να εκδικηθώ» είπε αμέσως ο Βάρβαρος.

«Εκδικήθηκα ήδη για τον θάνατό του!» απάντησε ο θείος του.

«Τότε; Τι θέλεις από εμένα;».

«Η φυλή μας σε χρειάζεται. Ακούγοντας πως έμεινε ακέφαλη μετά από χρόνια, πολλοί είναι οι μνηστήρες που εποφθαλμιούν στην θέση του αρχηγού. Ή ακόμη χειρότερα στην κατάκτησή της. Ξέρω πως έφυγες πολύ μικρός από την πατρίδα μας, μα ακόμη και ένας «πολιτισμένος»  σαν  εσένα είναι καλύτερος από όλους αυτούς!».

«Θα ξεκινήσουμε αύριο το πρωί. Μα τι πρέπει να κάνω για να κερδίσω την αρχηγεία;».

«Τίποτα σπουδαίο. Απλά να περάσεις μερικές  απλές δοκιμασίες μπύρας!».

ΙΙ

Την επόμενη μέρα, ο Βάρβαρος, ο θείος, το Ξωτικό, ο Νάνος και η Βαλέρια έφυγαν για το βαρβαρικό χωριό. Μαζί τους είχαν μερικά… κόλπα του Μάγου για να τους βοηθήσουν, αν τα έβρισκαν σκούρα. Όλοι τους, όμως, ήταν σίγουροι πως τίποτα δεν θα μπορούσε να σταματήσει  την μανία του Βαρβάρου. Παρά τα όσα άκουγαν για την φυλή του φίλου τους και το μέγεθος της ρώμης τους, οι σύντροφοί του ήξεραν πως ο Βάρβαρος είχε όλα όσα χρειαζόταν για να τα καταφέρει.

Φτάνοντας στο χωριό, το ίδιο βράδυ, αντίκρισαν ένα πλήθος αντρών να τους περιμένουν.

«Νομίζω πως εσύ είσαι ο τελευταίος  γιε του Ράγκαρ του Απρόβλεπτου! Αύριο μπορούμε να ξεκινήσουμε με τις δοκιμασίες» είπε ένας υπερήλικας που στηρίζονταν σε ένα μπαστούνι. Ο Νάνος παρατήρησε πως έμοιαζε με τον Μάγο στη συμπεριφορά, μα όχι και στην εμφάνιση. «Τώρα όμως εσύ και οι φίλοι σου καθίστε στο τραπέζι που σας ετοιμάσαμε. Ας φάμε και ας πιούμε σαν να είναι η τελευταία μας φορά. Για κάποιους από εμάς θα είναι!».

«Μέχρι την Βαλχάλλα!» φώναξαν όλοι οι παραβρισκόμενοι. Μαζί τους και ο Βάρβαρος φίλος του, παρατήρησε ο Νάνος χαμογελώντας.

Παρά τα όσα περίμεναν ο Νάνος, το Ξωτικό και η Βαλέρια, που έμεινε μακριά από τον αγαπημένο της για να μην τον αποπροσανατολίσει, έβλεπαν τον Βάρβαρο να τρώει πολύ, μα να πίνει μετρημένα και σιγά-σιγά τα καφάσια μπύρας που περνούσαν σχεδόν άθικτα από μπροστά του.  Σχεδόν σε τίποτα δεν θύμιζε τον σύντροφό τους, που ήταν πάντα έτοιμος να μεθύσει μαζί τους και να θυμώσει, αν το ποτήρι του δεν γέμιζε αμέσως, όταν το άδειαζε. Όταν ρώτησαν σχετικά τον θείο του, αυτός τους απάντησε αινιγματικά:

«Πράττει έξυπνα! Θα καταλάβετε αύριο».

ΙΙΙ

Ο Νάνος ξύπνησε με πονοκέφαλο, μα αυτό δεν τον εμπόδισε να φτάσει από τους πρώτους στο σημείο που θα άρχιζαν οι αγώνες δοκιμασίας. Με τίποτα δεν ήθελε να το χάσει. Άλλωστε είχε καταλάβει πως δεν θα έβλεπε πολλά από αυτούς, μια και καμία βοήθεια δεν θα έπρεπε να δώσει στον Βάρβαρο.

Εκεί τον περίμεναν το Ξωτικό και η Βαλέρια.

«Είναι ήδη εκεί και περιμένει τους υπόλοιπους. Μάλλον δεν κοιμήθηκε από την ανυπομονησία του!».

«ΑΣ ΑΡΧΙΣΟΥΝ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ» φώναξε ο γερο-βάρβαρος, όταν όλοι είχαν φτάσει. «Αυτή τη φορά, επειδή οι διαγωνιζόμενοι ξεπερνούν τους δέκα, θα υπάρχουν αγώνες δύναμης για να βγουν οι πρώτοι δέκα. Μετά θα ακολουθήσουν αγώνες δοκιμασίας, μέχρι τον τελικό νικητή. Κανένας αγωνιζόμενος δεν επιτρέπεται να φέρει οτιδήποτε εκτός από ένα μικρό μαχαίρι στην ζώνη του.»

Ο Βάρβαρος μπήκε στον χώρο πάλης μετρώντας τον αντίπαλό του. Παλιότερα θα είχε επιτεθεί πρώτος. Τώρα ήξερε πως έπρεπε να περιμένει. Μόλις εκείνος όρμησε πάνω του, τον ξάπλωσε εύκολα στο έδαφος και τον κράτησε εκεί με το βάρος του. Τα είχε καταφέρει. Πήγε στον χώρο των κριτών για να παραλάβει την πρώτη του δοκιμασία. Μαζί με τις οδηγίες του έδωσαν και ένα μεγάλο βαρέλι . Οι σύντροφοί του κοίταξαν τον θείο του με απορία.

«Μπύρα. Μέχρι το τέλος των δοκιμασιών θα πρέπει να έχει καταναλώσει δέκα τέτοια βαρέλια. Μόνο τότε θα βγει νικητής, ακόμη και αν κερδίσει όλες τις δοκιμασίες! Έτσι αποδίδουμε φόρο τιμής στον πρώτο αρχηγό της φυλής μας που αν και μεθυσμένος κατάφερε να βγει νικητής από μια μάχη με δράκο πριν από εκατοντάδες χρόνια!».

Ο Βάρβαρος κατέβασε με μία γουλιά σχεδόν όλο το βαρέλι και ζήτησε ένα ακόμη για τον δρόμο.  Το έδεσε στην πλάτη του και ξεκίνησε…

Πρώτη δοκιμασία: Κολύμπι αντίθετα στο ορμητικό ρεύμα του ποταμού. Ο Βάρβαρος έπεσε στα παγωμένα νερά χωρίς να διστάσει και άρχισε να κολυμπάει με δυνατές απλωτές. Ο Νάνος τον έβλεπε με θαυμασμό, παρόλο που όταν είδε το Ξωτικό να τον κοιτά, σήκωσε τους ώμους του δηλώνοντας πως θα το έκανε και ο ίδιος εύκολα.

Σχεδόν όλο το χωριό ακολουθούσε από απόσταση τους διαγωνιζόμενους παρακολουθώντας και κρίνοντας τις επιδόσεις τους. Ο Βάρβαρος ήταν ο πρώτος που έφτασε στον καταρράκτη. Τον ακολούθησαν άλλοι τέσσερις από κοντά. Όλοι οι υποψήφιοι πάντως τα κατάφεραν μέχρι εκεί.

Ο Βάρβαρος κατέβασε και το δεύτερο βαρελάκι μπύρας και ζήτησε άλλα δύο για να το αντικαταστήσει. Η συνέχεια θα ήταν πιο μοναχική. Άρχισε να σκαρφαλώνει στα βράχια με ταχύτητα και επιδεξιότητα αίλουρου. Από κοντά ξεκίνησαν και οι υπόλοιποι. Για κάποιον μεγαλωμένο στον Βορρά, αυτή η δεύτερη δοκιμασία ήταν σαν βόλτα στην εξοχή, παρά τα βρεγμένα τους κορμιά. Και την μπύρα…

Η δυσκολία θα ερχόταν αμέσως μετά, επάνω στο βουνό. Κάθε διαγωνιζόμενος έπρεπε να βρει μία αρκούδα και να παλέψει μαζί της. Αυτή η δοκιμασία δεν θα κρατούσε λιγότερο από όλη την υπόλοιπη ημέρα και έτσι οι θεατές επέστρεψαν στο χωριό και στην ζεστασιά της φωτιάς. Οι διαγωνιζόμενοι δεν θα είχαν αυτήν την πολυτέλεια, όπως είπε ο θείος στους συντρόφους του Βάρβαρου.

IV

Αργά το απόγευμα, ένας-ένας οι πρώτοι διαγωνιζόμενοι επέστρεφαν, με άδεια όμως χέρια. Κάποιοι ήταν τραυματισμένοι και  άλλοι σχεδόν ετοιμοθάνατοι. Κανένας από αυτούς δεν είχε δικαίωμα για την επόμενη δοκιμασία. Όσοι τα κατάφεραν, ή δεν ήθελαν να παραδεχτούν την ήττα τους, έπρεπε να κοιμηθούν στο βουνό με μοναδική ζεστασιά το τομάρι της αρκούδας, αν τα είχαν καταφέρει. Για τους υπόλοιπους ο παγωμένος αέρας…

Ο Βάρβαρος μπήκε στην σπηλιά λίγο μετά το μεσημέρι. Ήξερε πως εκεί κοιμόταν μια αρκούδα πριν περάσει καν το κατώφλι της. Προσπάθησε να  μην την ξυπνήσει, μα τα  τρία βαρελάκια που ήδη είχε καταναλώσει,  δεν τον βοηθούσαν. Καθώς πλησίαζε σκόνταψε και ο θόρυβος την ξύπνησε. Αμέσως, έσφιξε το μαχαίρι του και όρμησε. Πάλεψε μαζί της και παρά το ότι το μαχαίρι του έφυγε από το χέρι του στη μάχη, κατάφερε να την αγκαλιάσει και να σφίξει τον λαιμό της. Χαλάρωσε την λαβή του μόνο όταν άκουσε τον λαιμό της να σπάει. Μάζεψε το μαχαίρι του και έγδαρε το τομάρι της αρκούδας. Έπειτα ξάπλωσε εκεί που κοιμόταν εκείνη, αποκαμωμένος.

Με το φεγγάρι στο υψηλότερο σημείο του, ο Βάρβαρος ξύπνησε από βήματα που πλησίαζαν. Αγέλη…

Οι πεινασμένοι λύκοι είχαν μυριστεί το κρέας της αρκούδας και έρχονταν. Ο Βάρβαρος τους περίμενε με το τομάρι της στους ώμους και το μαχαίρι του στο χέρι. Οι λύκοι μπήκαν και γρύλιζαν μα δεν τον πλησίαζαν. Ο Βάρβαρος ούρλιαξε και πήδηξε προς το μέρος τους. Δεν χρειαζόταν το κρέας της αρκούδας, μα δεν θα το άφηνε στους λύκους. Όχι σήμερα. Ο πρώτος λύκος έπεσε νεκρός με ένα χτύπημα. Ο Βάρβαρος έκοψε το λαρύγγι του δεύτερου και γρήγορα γρύλισε στους υπόλοιπους που πισωπάτησαν.

«Η αρκούδα σε αυτήν την σπηλιά είναι ακόμη ζωντανή!» ούρλιαξε και άρπαξε τον πιο κοντινό λύκο διαλύοντας του τα σαγόνια που προσπάθησαν να τον δαγκώσουν.  Οι υπόλοιποι λύκοι οπισθοχώρησαν. Ο Βάρβαρος ήξερε πως θα επέστρεφαν, όταν θα έφευγε ο φόβος τους και θα μεγάλωνε η πείνα τους. Γι αυτό έγδαρε τα τομάρια των νεκρών λύκων και πήρε τον δρόμο για την επόμενη δοκιμασία.

Το βλέμμα του ήταν βλέμμα αγριμιού. Τα αίματα της αρκούδας και των λύκων τον έκαναν να μοιάζει με άνθρωπο κάποιας ερυθρόδερμης φυλής. Όλη αυτή η μάχη τον είχε κάνει να διψάσει. Κατέβασε όση μπύρα είχε απομείνει στο βαρελάκι που κουβαλούσε και ευχήθηκε να είχε πάρει ακόμη ένα μαζί του. Ο ήλιος ξεπρόβαλε στον ορίζοντα…

Συνεχίζεται…

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά