Beer-o-Quest: 13. Ο Δράκος (Β’ Μέρος)

by Χρήστος Κεσκίνης

I

Ο Βάρβαρος πλησίασε στον καταρράκτη και κοίταξε κάτω. Όλοι ήταν ήδη εκεί και περίμεναν τους υποψηφίους. Αλλά αυτός είχε μάτια μόνο για την κοκκινομάλλα που κοίταζε προς το μέρος του με αγωνία. Πέταξε τα κουφάρια των λύκων. Άφησε τα άδεια βαρέλια να πέσουν στο ποτάμι. Θα τα μάζευε αργότερα. Άλλωστε το μόνο που χρειαζόταν για να αποδείξει πως πέρασε τη δοκιμασία το φορούσε! Και κανένας δεν μπορούσε να το αμφισβητήσει κοιτώντας τον. Το αίμα της αρκούδας και των λύκων είχε ξεραθεί πάνω του δίνοντάς του τρομακτική όψη. Σκέφτηκε πως θα χρειαζόταν οπωσδήποτε πλύσιμο πριν ξανασμίξει με την αγαπημένη του. Κρυφογέλασε, όταν θυμήθηκε την δοκιμασία που ακολουθούσε. Θα έκανε σύντομα το μπάνιο του.
Πήρε φόρα και, χωρίς να το σκεφτεί, πήδηξε στο κενό. ‘Ένα δυνατό γυναικείο ουρλιαχτό αντήχησε σε όλο το δάσος. Ήταν η Βαλέρια, που δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι η επόμενη δοκιμασία ήταν η πτώση από τον καταρράκτη. Ο Βάρβαρος έπεσε στο νερό με ταχύτητα και ορμή, καταβρέχοντας τους συντρόφους του.
«Ηλίθιε επιδειξία!» είπε ο Μάγος καθώς έστυβε τον μανδύα του. Ο Νάνος έκανε το ίδιο με την γενειάδα του κοιτώντας τον Βάρβαρο αγριωπά. Δευτερόλεπτα αργότερα γελούσε τρανταχτά. Μόνο το Ξωτικό κοιτούσε ατάραχο. Το νερό είχε περάσει γύρω του και χωρίς καν να τον πειράξει.
«Χρήσιμο να ελέγχεις το νερό με αυτόν τον ψηλό» είπε στην Βαλέρια υψώνοντας τους ώμους του αδιάφορα. «Τα κάνει συχνά μούσκεμα! Αν θες μπορώ να σου μάθω μερικά κόλπα» συνέχισε κλείνοντάς της το μάτι.
«Κοντά τα χέρια σου, αυταρά!» φώναξε ο Βάρβαρος μόλις βγήκε από το νερό. «Δε θα ήθελα να σου τα κόψω τώρα που συνήθισα την όψη σου!»
«Ω, έλα τώρα! Ξέρεις πως πρέπει πρώτα να με πιάσεις!» απάντησε το Ξωτικό γελώντας, φρόντισε όμως να απομακρυνθεί μερικά βήματα από την κοκκινομάλλα.
«Αρκετοί είναι ήδη αυτοί που εγκατέλειψαν» είπε εκείνη στον αγαπημένο της. «Είσαι ο πρώτος που έφερε το τομάρι μιας αρκούδας!»
«Και όχι μόνο. Έφερα και τσάντες λύκων για εσένα» απάντησε αυτός φιλώντας την τρυφερά και παθιασμένα ταυτόχρονα. «Τώρα φέρτε μου άλλα δύο βαρέλια. Η μάχη με δίψασε!»
«Πρέπει να παραδεχτούμε πως είσαι εντυπωσιακός ως τώρα» δήλωσε ο γέρο-βάρβαρος, που όλοι είχαν καταλάβει πως ήταν υπεύθυνος για την τέλεση των αγώνων. «Μα τώρα είναι ίσως η δυσκολότερη δοκιμασία: πρέπει να πας στην Σπηλιά του Δράκου στον βορρά και να φέρεις ένα μικρό δείγμα από τον θησαυρό. Αλλά προσοχή, αν αυτός σε καταλάβει, θα σου απαγορεύσουμε την είσοδο στο χωριό. Δεν θα θέλαμε να ξυπνήσουμε την οργή του. Σε μια τέτοια περίπτωση, είσαι μόνος σου! Αφού όμως τελείωσες πρώτος την προηγούμενη δοκιμασία, θα σε αφήσω να διαλέξεις το όπλο σου».
Ο Βάρβαρος κοίταξε με νόημα τον Νάνο και, πριν καν διαλέξει το όπλο του, άρπαξε ένα μπουκάλι μπύρας εξαφανίζοντάς το βιαστικά στο σακίδιό του…

ΙΙ

Μετά από λίγο, ο Βάρβαρος, αφού είχε πιει τα δύο βαρέλια μπύρα, τα αντικατέστησε με δύο γεμάτα, άρπαξε το τεράστιο σπαθί του, αποχαιρέτησε τους συντρόφους του και την Βαλέρια και έφυγε για τον βορρά και τον δράκο που τον περίμενε στην σπηλιά του. Θα φρόντιζε να μην τον ξυπνήσει και να φύγει από εκεί το συντομότερο δυνατό. Πόσο δύσκολο να ήταν;
Όταν έφτασε εκεί, είχε ήδη νυχτώσει. Μπήκε ακροπατώντας στην σπηλιά και ξεθηκάρωσε το σπαθί του. Στο κέντρο της κοιμόταν ο τεράστιος δράκος. Πλησίασε προσεκτικά και αθόρυβα. Το σαυροειδές ροχάλιζε τραντάζοντας σχεδόν την γη γύρω του. Είχε σκοπό να αρπάξει τον πιο κοντινό θησαυρό, μα εκείνη την στιγμή είδε ένα πανέμορφο τσεκούρι. Βρισκόταν στο πίσω μέρος της σπηλιάς, αρκετά μακριά του, αλλά θεώρησε μικρό το ρίσκο για ένα τέτοιο όπλο. Άλλωστε, ο Νάνος συνέχεια καυχιόταν για τον δράκο που είχε σφάξει μόνος του. Ίσως έπρεπε να κάνει το ίδιο για να τον κάνει να σταματήσει! Στο κάτω-κάτω, το ερπετό κοιμόταν του καλού καιρού. Ήξερε πως θα του αρκούσε μόνο ένα χτύπημα για να το στείλει για παντοτινό ύπνο.
Πέρασε από δίπλα του έχοντας το βλέμμα του καρφωμένο στο τσεκούρι. Δεν πρόσεξε το μάτι του δράκου που άνοιξε και τον κάρφωσε με μίσος! Ούτε και την ουρά του που υψώθηκε αθόρυβα και απειλητικά.
Ο Βάρβαρος κοίταξε το τσεκούρι στα χέρια του. Ήταν τσεκούρι καβαλάρη. Ποτέ δεν του άρεσε να πολεμάει έφιππος, μα αυτό το όπλο θα το κρατούσε πάση θυσία. Άλλωστε το ύψος του, του επέτρεπε να το χειρίζεται και πατώντας στο έδαφος. Πίσω του η σκιές μεγάλωσαν…

ΙΙΙ

Πρώτη τον είδε η Βαλέρια. Ήταν τεράστιος και πλησίαζε με ταχύτητα το χωριό.
«Ω…Θεοί! Ραγκ, τι έκανες;» ψιθύρισε καθώς έτρεχε να ειδοποιήσει τους υπόλοιπους.
Λίγα λεπτά αργότερα, όλο το χωριό ήταν πάνοπλο και έτοιμο για μάχη. Ο δράκος ερχόταν. Πολλοί ήταν αυτοί που έβριζαν τον γερο-βάρβαρο και τις ηλίθιες δοκιμασίες του. Άλλοι προσεύχονταν σε θεούς που αρνιόταν να τους ακούσουν. Και φυσικά οι τρεις σύντροφοι του Ράγκαρντσον σχεδόν χαμογελούσαν χαϊδεύοντας ο καθένας τα όπλα του. Ήξεραν πως ο φίλος τους έμπλεκε συνεχώς σε κάθε είδους περιπέτειες. Όμως δεν τον έβλεπαν να τρέχει να ξεφύγει από τον δράκο και ανησυχούσαν. Άραγε, τι ήταν αυτό που έκανε τον δράκο να εξαγριωθεί και να έρθει ως το χωριό;
Η επίθεση που περίμεναν όλοι, δεν ήρθε ποτέ! Ο δράκος προσγειώθηκε λίγο έξω από τα χαμηλά τείχη του χωριού. Στην πλάτη του δέσποζε ο χαμογελαστός Βάρβαρος.
«Σας έλειψα;» ρώτησε πίνοντας από το βαρέλι μπύρας. «Δε σας πειράζει που έφερα έναν φίλο για το δείπνο. Υποσχέθηκε να είναι φρόνιμος, αν του δώσουμε αρκετή μπύρα!»
Όλοι είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό. Μα περισσότερο από όλους είχε εκπλαγεί ο Μάγος. Μετά από αιώνες αποτυχημένων προσπαθειών, αυτός που επιτέλους κατάφερε να εξημερώσει δράκο, ήταν ένας βάρβαρος. Και μάλιστα χρησιμοποιώντας την μπύρα σαν δόλωμα.
«Μα … Πώς;» κατάφερε τελικά να ρωτήσει.
«Ε… Δε ήταν τόσο δύσκολο…» απάντησε ο Βάρβαρος. «Είχα την προσοχή μου στραμμένη στο τσεκούρι που κρατάω και μου επιτέθηκε πισώπλατα, μα κατάφερα να αποφύγω το χτύπημα της ουράς του, μα έχασα την ισορροπία μου. Ήμουν άοπλος και όταν ήρθε από πάνω μου, θυμήθηκα τον Νάνο και το πώς… αντιμετώπισε έναν δράκο στο παρελθόν» συμπλήρωσε αποφεύγοντας να πει το αποτέλεσμα της μάχης. Δεν ήθελε να στρέψει τον δράκο εναντίων των φίλων του. «Προσπάθησα να σπάσω το μπουκάλι της μπύρας, μα ο… Φλούφι ήταν πολύ γρήγορος. Το άρπαξε από το χέρι μου και το κατάπιε. Παραλίγο να μου κόψει μαζί και το χέρι. Αυτό ήταν. Από εκείνη την ώρα το μόνο που μου ζητάει είναι μπύρα! Α! Και να μην του ξαναπειράξουμε τον θησαυρό! Έκανε τόσο κόπο να τον μαζέψει.»
«Όλη αυτή η φλυαρία με έκανε να διψάσω» είπε ο Νάνος και έβγαλε μια μπύρα από τον σάκο του. Την ήπιε λαίμαργα κοιτώντας όμως συνεχώς τον δράκο. Η αρχέγονη έχθρα του λαού του δεν τον άφηνε να εμπιστευτεί τον νέο σύντροφο του φίλου του.

VI

Το ίδιο βράδυ, ο Βάρβαρος συνέχιζε να διηγείται την ιστορία της εξημέρωσης του δράκου. Όλοι, ακόμη και οι αντίπαλοι του στις δοκιμασίες, συμφώνησαν πως αυτός ήταν ο νέος αρχηγός της φυλής τους. Ποιος θα μπορούσε να τον αμφισβητήσει άλλωστε; Ο νεαρός Βάρβαρος πάντως ξεκαθάρισε πως θα άφηνε την επίβλεψη του λαού του στον θείο του, που θα είχε και την βοήθεια του δράκου, ο οποίος δεν ήθελε να απομακρυνθεί περισσότερο από τον θησαυρό του. Ο ίδιος ο Ράγκαρντσον θα επέστρεφε με τους συντρόφους του στην πόλη του Αυτοκράτορα. Είχαν άλλωστε αναλάβει την φύλαξή της. Και αυτό δεν ήταν το μόνο που τον κρατούσε εκεί. Είχε παρατηρήσει την κοιλιά της αγαπημένης του να φουσκώνει και ήταν σίγουρος πως σύντομα δεν θα ήταν εύκολο για αυτήν να ταξιδεύει μαζί του στα δάση.
Ο Βάρβαρος σήκωσε ξανά το ποτήρι του κάνοντας μία πρόποση:
«Στην οικογένεια…»

Συνεχίζεται…

Το “Beer-o-Quest” κυκλοφόρησε σε βιβλίο! Βρείτε το εδώ:

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά