Beer-o Quest: 2. Άδεια Βαρέλια

by Χρήστος Κεσκίνης

Chapter Ι

«Πόσες φορές θα σου το πω: Δεν υπάρχουν καθόλου μπύρες! Χθες ήπιες και τις τελευταίες σταγόνες και με την παγωνιά δεν ξέρω πότε θα έρθει το επόμενο καραβάνι», είπε για πολλοστή φορά ο ηλικιωμένος ταβερνιάρης στον Βάρβαρο.

«Όπως την τελευταία φορά που κρατούσες τις μπύρες για τον αυτοκράτορα; Θες να σου θυμίσω τι είχε πάθει τότε το μαγαζί σου;»

«Μάγε σε παρακαλώ, παρ’ τον από εδώ. Σας λέω την αλήθεια. Υπάρχει αρκετό κρασί, αλλά σας παρακαλώ πολύ να πίνετε με μέτρο, καθώς όπως σας είπα δεν ξέρω πότε θα έχουμε νέα παραλαβή».

«Σιγά να μην πιούμε αυτό το νερόπλυμα που σερβίρεις για κρασί. Θα φέρω από το δικό μου μέχρι να σου φέρουν».

«Εγώ πάλι θα πάω να φέρω μπύρα, ακόμη και αν χρειαστεί να πολεμήσω με τον ίδιο τον Νιορντ, που φαίνεται πως θέλει να μην γιορτάσουμε την νίκη μας», είπε ο Βάρβαρος φεύγοντας νευριασμένος.

«Αυτός γιορτάζει δύο βδομάδες τη νίκη σας!» είπε ο ταβερνιάρης, αρκετά χαμηλόφωνα όμως για να κρατήσει το κεφάλι στους ώμους του. «Μεγάλη νίκη, δεν λέω, αλλά ακόμη και την αποθήκη του αυτοκράτορα να είχα θα την είχε αδειάσει».

Ο Βάρβαρος, βγαίνοντας από την ταβέρνα, σχεδόν έπεσε πάνω στην Βαλέρια. Πρόλαβε όμως να την κρατήσει όρθια με την αστραπιαία κίνηση των χεριών του, που του έδινε το πλεονέκτημα στη μάχη.

«Ήμουν αφηρημένος», της είπε. «Δεν σε είδα».

«Δεν πειράζει. Εγώ φταίω που βγαίνω με τέτοιο καιρό έξω. Αλλά αφού δεν έπεσα, είμαι καλά. Όμως εσύ πού πας; Ακόμη είναι πολύ νωρίς για ύπνο. Πίστευα πως θα μου κάνεις παρέα σήμερα».

«Πάω να βρω μπύρα γιατί εδώ τελείωσε. Θα κυνηγήσω στο δάσος και θα πάω μέχρι την επόμενη πόλη. Υπόσχομαι αύριο θα είμαι όλος δικός σου», της απάντησε και της έκλεισε το μάτι. «Ως τότε μακριά από τον Φιλλίπ!»

«Σταμάτα…  Αφού σου είπα πως δεν είναι ο τύπος μου. Προτιμώ ψηλούς, μυώδες βάρβαρους . Μήπως ξέρεις κανέναν;» ρώτησε και τον αγκάλιασε. Τους τελευταίους μήνες είχαν δεθεί πολύ και όλοι πλέον ήξεραν ότι ήταν ζευγάρι. Φιλήθηκαν και, αν και το φιλί κράτησε μόνο μερικά δευτερόλεπτα, τους ζέστανε για τα καλά.

«Αν μπορέσεις να βρεις και κανένα αγριογούρουνο, θα σου κάνω την σπεσιαλιτέ μου μεθαύριο.  Πιστεύω θα σου αρέσει».

«Τότε θα βρω σίγουρα!» είπε χαμογελώντας ο Βάρβαρος και την αποχαιρέτησε με ένα ακόμη στιγμιαίο φιλί. «Μπες μέσα πριν παγώσεις. Θα είμαι πίσω αύριο πριν πέσει ο ήλιος».

Chapter II

Το Ξωτικό πρόφτασε τον Βάρβαρο λίγο αφού μπήκε στο δάσος. «Δεν μπορώ να σε αφήσω μόνο σου. Είσαι μικρός και άπειρος ακόμη»! Από τότε που ο Βάρβαρος είχε πει ότι ήταν ο μικρότερος της περίεργης παρέας, όλοι τον πείραζαν για την ηλικία του, αλλά ήξερε ότι το έκαναν με στοργή και δεν τον πείραζε. Άλλωστε είχε περάσει πολλά μαζί τους και ήξερε ότι μπορούσε να τους θεωρεί φίλους του.

«Λοιπόν, πού πάμε;»

«Δεν το έχω σκεφτεί ακόμη. Έλεγα να κυνηγήσω λίγο και όταν φτάσω στην επόμενη πόλη, ελπίζω να έχουν μερικά βαρέλια μπύρα για να φέρω σε αυτήν την άθλια πόλη. Χαίρομαι που αποφάσισες να έρθεις μαζί μου. Έτσι θα κουβαλήσουμε ακόμη περισσότερα.» είπε ο Βάρβαρος και ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια.

«Αν όντως θέλεις να κυνηγήσεις, άσε τα γέλια και έλα να ακολουθήσουμε αυτά τα ίχνη. Δείχνουν φρέσκα» απάντησε το Ξωτικό χαμογελώντας και αυτό.

«Αγριογούρουνο! Κάποιος  μ’ αγαπάει εκεί πάνω σήμερα!»

«Και κάποια θα σε αγαπήσει εκεί πίσω αύριο, αν αφήσεις τα λόγια και έρθεις μαζί μου. Με τόση φασαρία κανένα αγριογούρουνο δεν θα σε περιμένει…»

Παρά την γκρίνια του Ξωτικού, σύντομα το αγριογούρουνο βρισκόταν νεκρό στα χέρια τους. Από τη στιγμή που το εντόπισαν, ήταν εύκολο να το σκοτώσει κάποιος με τα δικά τους ταλέντα.

«Και τι θα το κάνουμε τώρα;» αναρωτήθηκε ο Βάρβαρος χτυπώντας με την παλάμη του το κούτελό του. «Η αλήθεια είναι πως δεν το είχα σκεφτεί μέχρι τώρα!»

«Μη φοβάσαι όσο είσαι μαζί μου. Σε λιγότερο από μία ώρα θα βρίσκεται στο δωμάτιο μας! Εγώ και ο Μάγος έχουμε έναν μαγικό δεσμό και μπορούμε να ανταλλάξουμε πληροφορίες από μακρινή απόσταση. Θα του πω που ακριβώς είναι και θα έρθει ο Νάνος να το πάρει. Αλλά καλό είναι να το κρύψουμε. Η μυρωδιά του μπορεί να προσελκύσει λύκους ή ακόμη χειρότερα άγρια θηρία και να μην βρει τίποτα εδώ».

Λίγο αργότερα και ενώ είχαν κρύψει το πτώμα του αγριογούρουνου οι δύο σύντροφοι ξεκίνησαν για την επόμενη πόλη.

Εκεί, αγόρασαν όση μπύρα μπορούσαν να σηκώσουν οι δυο τους και φόρτωσαν μια άμαξα. Θα την έσερναν εναλλάξ, μια και κανένας δεν τους δάνειζε άλογα σε ένα τόσο άσχημο καιρό, αλλά αυτό δεν τους πείραζε καθόλου.  Είχαν πιει αρκετή μπύρα εκείνο το βράδυ και αυτό τους είχε κάνει να είναι αρκετά πιο εύθυμοι και ανανεωμένοι.

«Λέω να περιμένουμε το πρωί», πρότεινε το Ξωτικό. «Το κρύο είναι βαρύ και πιθανότατα να βρούμε πολύ χειρότερο καιρό στα βουνά. Μη ξεχνάς πως ο κεντρικός δρόμος είναι κλειστός και πρέπει να πάμε από το δάσος».

«Έτσι όμως θα χάσουμε ακόμη μία μέρα. Εγώ λέω να ξεκινήσουμε αμέσως. Έτσι και αλλιώς, ξέρουμε το δάσος τόσο καλά που δεν νομίζω να έχουμε πρόβλημα».

«Φοβάμαι ότι θα κρύβει περισσότερες εκπλήξεις από το κρύο και την νύχτα, μα θα σε ακολουθήσω σε όποια απόφαση πάρεις», απάντησε το Ξωτικό, γνωρίζοντας ότι δύσκολα θα κατάφερνε ν’ αλλάξει γνώμη στον Βάρβαρο.

Chapter III

Πράγματι, λίγο μετά ένα περίεργο ζευγάρι έφευγε από την πόλη σέρνοντας ένα μεγάλο κάρο γεμάτο βαρέλια. Παρά τον όγκο του κάρου, ο ψηλόσωμος Βάρβαρος το έσερνε με ευκολία ενώ το Ξωτικό ακολουθούσε δίπλα του. Μόλις μπήκαν στο δάσος, το Ξωτικό άκουσε έναν δυνατό θόρυβο από μακριά.

«Δεν ήταν καλό αυτό. Φοβάμαι μήπως πέσουν χιόνια από το βουνό και κλείσουν το μονοπάτι. Είναι που είναι δύσκολα προσβάσιμο με τόσο χιόνι, αν πέσουν και τα χιόνια θα αποκλειστούμε εδώ».

Σύντομα όμως οι φόβοι του αποδείχτηκαν λανθασμένοι. Τα χιόνια δεν είχαν κλείσει το μονοπάτι, όμως το Ξωτικό δεν έδειχνε να ηρεμεί. Ίσα-ίσα που πίστευε πως κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Αυτή η κακοκαιρία δεν είναι φυσιολογική. Ούτε τα άγρια θηρία δεν βγαίνουν από τις φωλιές τους…»

Δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρότασή του και ένας δυνατός θόρυβος από δέντρα που έσπαγαν ακούστηκε από πίσω τους. Ο Βάρβαρος παράτησε το κάρο και άρπαξε το σπαθί του. Το ίδιο έκανε και το Ξωτικό. Έκπληκτοι και οι δύο είδαν έναν τεράστιο όγκο από πάγο να σπάει τα δέντρα στο πέρασμά του, σαν να είναι  κλαδάκια.

«Ένας παγογίγαντας!!! Νόμιζα πως έχουν εξαφανιστεί εδώ και αιώνες! Πρόσεξε!» ούρλιαξε το Ξωτικό προς τον Βάρβαρο, που είχε μαρμαρώσει από το θέαμα. Αμέσως ο Βάρβαρος πετάχτηκε στο πλάι για να αποφύγει τα δέντρα που έπεφταν. Χτύπησε τον γίγαντα στο πόδι, μα ένοιωσε το σπαθί του να παγώνει και να κολλάει εκεί. Το Ξωτικό πέταξε την δάδα που κρατούσε μα αυτή έσβησε μόλις πλησίασε τον τεράστιο παγωμένο όγκο. Ο Γίγαντας εκείνη την ώρα συνειδητοποίησε την παρουσία τους και ούρλιαξε προς το μέρος τους. Πάγος βγήκε από το στόμα του και έπεσε  με πάταγο στο έδαφος. Το Ξωτικό ξεκίνησε να ψέλνει ένα ξόρκι και ο Βάρβαρος άρπαξε μεγάλες πέτρες και τις πετούσε προς τον γίγαντα.

«Γρήγορα! Πέτα το ένα βαρέλι μπύρας. ΤΩΡΑ!» ούρλιαξε το Ξωτικό βλέποντας τον δισταγμό του Βαρβάρου. Όσο το βαρέλι ήταν στον αέρα, το Ξωτικό εξαπέλυσε το ξόρκι του. Το βαρέλι έσπασε και η μπύρα έγινε ένα αιχμηρό υγρό βέλος. Μόλις πλησίασε το πρόσωπο του γίγαντα πάγωσε και τον τρύπησε. Αυτός έφυγε ουρλιάζοντας προς το βουνό.

«Νομίζω ότι γλυτώσαμε», είπε το Ξωτικό ανακουφισμένο.

«Αλλά χάσαμε ένα βαρέλι μπύρας», απάντησε ο Βάρβαρος περίλυπος.

«Τώρα που ο γίγαντας έφυγε, πιστεύω πως μαζί του θα φύγει και ο παγετώνας. Έτσι θα μπορέσει να περάσει και το καραβάνι σύντομα, οπότε μην ανησυχείς. Αρκεί να μας φτάσει μέχρι την πόλη», συμπλήρωσε γελώντας το Ξωτικό βλέποντας τον Βάρβαρο να έχει βάλει τα κεφάλι του κάτω από την κάνουλα του βαρελιού και να πίνει μπύρα. «Πάμε τώρα νόμιζα πως βιαζόσουν».

Φτάνοντας στην πόλη, το δίδυμο αντίκρισε μία γεμάτη ταβέρνα να τους περιμένει.  Μόλις τους είδαν όλοι ξέσπασαν σε ζητωκραυγές. Κάθισαν στο  τραπέζι με τον Νάνο και τον Μάγο και έδωσαν το ένα βαρέλι στον ταβερνιάρη. Ο Μάγος χαμογέλασε, ξέροντας πως δεν είχαν μεταφέρει μόνο ένα βαρέλι. Ο Βάρβαρος, καταλαβαίνοντας, τον κοίταξε στα μάτια κάνοντάς του νόημα να σωπάσει. Από την κουζίνα η Βαλέρια έφερε από ένα μεγάλο πιάτο αγριογούρουνου στον καθένα, με το πιάτο του Βαρβάρου να είναι διπλάσιο σχεδόν από των υπολοίπων. Αυτός την άρπαξε από την μέση και την έβαλε να καθίσει στην αγκαλιά του, δίνοντάς της ένα παθιασμένο φιλί.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά