Beer-o-Quest: 9. Τροβαδούρος

by Χρήστος Κεσκίνης

Τροβαδούρος

Ι

Ο Βάρβαρος ξύπνησε από ένα θόρυβο στο διπλανό δωμάτιο. Είχε κοιμηθεί στην αγκαλιά της Βαλέριας, μετά από μια βραδιά γλεντιού και την κατανάλωση τόσης μπύρας που έκανε ακόμη και το δικό του τεράστιο σώμα να τρεκλίζει.  Δεν είδε πουθενά τη Βαλέρια, μα  αυτό δεν τον παραξένεψε. Μετά την χθεσινή γιορτή, θα πρέπει να σηκώθηκε πολύ νωρίς για να καθαρίσουν την ταβέρνα.

Παρά τον πονοκέφαλο, σηκώθηκε, έριξε παγωμένο νερό στο πρόσωπό του και βγήκε στον διάδρομο. Δίπλα ήταν το δωμάτιο του τροβαδούρου Φιλίπ και είδε πως η πόρτα ήταν ανοιχτή. Δεν μπήκε μέσα, μα έριξε μία ματιά. Το κρεβάτι ήταν ακατάστατο και ο Βάρβαρος χαμογέλασε. Πιθανότατα ο τροβαδούρος είχε παρέα το βράδυ. Κάποια ελευθέρων ηθών ή μία πλούσια παντρεμένη , που είχε γοητευτεί από τις μελωδίες του και την πριγκιπική συμπεριφορά του.  Όσο δεν ήταν η δική του Βαλέρια, δεν τον ένοιαζε. Ας έκανε ότι ήθελε.  Απλά του φάνηκε παράξενο που είχε φύγει τόσο νωρίς το πρωί – ο ήλιος ακόμη δεν είχε σηκωθεί στον ορίζοντα – και κυρίως πως δεν είχε κλείσει την πόρτα πίσω του. Σήκωσε τους ώμους του αδιάφορα και κατέβηκε. Αφού είχε ξυπνήσει τόσο νωρίς, θα πήγαινε μια βόλτα στο δάσος.

Όταν επέστρεψε, είχε σχεδόν μεσημεριάσει. Κάθισε στην ταβέρνα για να φάει. Μέχρι να του φέρει η Βαλέρια το φαγητό, είχε ήδη πιει δύο μεγάλα ποτήρια μπύρας. Ήταν μία ζεστή ημέρα και είχε περιπλανηθεί αρκετά στο δάσος. Εκείνη τη ν ώρα συνειδητοποίησε πως ο Φιλίπ δεν ήταν στην ταβέρνα όπως κάθε μεσημέρι. Το γεγονός αυτό του θύμισε το πρωινό ακατάστατο κρεβάτι του και την ορθάνοιχτη πόρτα του δωματίου του. Όταν η Βαλέρια του έφερε το φαγητό του, την ρώτησε  αν είχε δει τον Φιλίπ όλη μέρα.

«Αυτός ο αχαΐρευτος δεν ήρθε καν να μας βοηθήσει το πρωί. Είμαι σίγουρη πως τρέχει πίσω από καμιά κοντή φούστα» του είπε εκείνη με νεύρα. Είχε κουραστεί αρκετά και ο Βάρβαρος αποφάσισε να την αφήσει στην ησυχία της. Όσο σκληρός πολεμιστής και αν είσαι, ξέρεις πως δεν πρέπει να εκνευρίζεις μία γυναίκα!

ΙΙ

Το ίδιο βράδυ, ο Νάνος, ο βάρβαρος  και το Ξωτικό συναντήθηκαν στην ταβέρνα. Ο Μάγος είχε ξεκινήσει τις ετοιμασίες για την δική του σχολή μαγείας στην πόλη και πλέον  δεν τους έβλεπε συχνά. Όταν ο Βάρβαρος δεν είδε και πάλι τον Φιλίπ στη γνωστή του γωνία κατάλαβα πως τα πράγματα ήταν σοβαρότερα από όσο είχε πιστέψει. Όταν το είπε στους συντρόφους του, εκείνοι τον κοίταξαν χαμογελώντας και του είπαν να χαλαρώσει:

«Πάντως δεν είναι με την Βαλέρια!» είπε ο Νάνος και ξέσπασε σε γέλια.

«Δεν είναι αστείο κοντοπίθαρε! Νομίζω πως κάτι έπαθε ο τροβαδούρος».

«Μάλλον θα κρύβεται από κάποιον πλούσιο που έμαθε πως τον έχει κάνει τάρανδο με αυτόν η γυναίκα του!» απάντησε ατάραχο το Ξωτικό. «Όλοι μας ξέρουμε πως καμιά τους δεν του αντιστέκεται. Τώρα το έμαθε και κάποιος απατημένος σύζυγος…»

«Ίσως, μα δεν μπορώ να τον αφήσω στην μοίρα του, όσο και αν μαλώνω μαζί του. Άλλωστε, πρέπει να παραδεχτώ πως η αγριοφωνάρα του μου αρέσει όταν είμαι μεθυσμένος. Την έχω συνηθίσει.»

Και λέγοντας αυτά ο Βάρβαρος βγήκε από την ταβέρνα για να ψάξει τον τροβαδούρο. Πρώτα έψαξε το δωμάτιό του μήπως και βρει κάποιο στοιχείο. Το πρώτο που ανακάλυψε ήταν πως ο Φιλίπ πράγματι ήταν με γυναίκα το προηγούμενο βράδυ. Ο Βάρβαρος βρήκε γυναικεία ρούχα και καλλυντικά πάνω στο κρεβάτι και το τραπεζάκι.  Αυτό που χθες πίστευε πως ήταν απλά ένα ακατάστατο δωμάτιο, τώρα έδειχνε με ένα πεδίο μονομαχίας. Φαίνεται πως κάποιος είχε πιάσει τον τροβαδούρο στο ύπνο και τον είχε… απαγάγει! Ο Βάρβαρος είδε το αγαπημένη του λαούτο παρατημένο σε μία γωνία. Ο Φιλίπ δεν θα πήγαινε πουθενά χωρίς αυτό. Το έβαλε στην πλάτη του και συνέχισε να ψάχνει για κάποια ένδειξη που μπορεί να ήταν ο τροβαδούρος.

Λίγο πριν απογοητευτεί και επιστρέψει στην ταβέρνα, ένα πεσμένο χαρτί  τράβηξε το ενδιαφέρον του. Όταν το σήκωσε, αντίκρισε το όνομα ενός από τους πιο διάσημους εμπόρους της αυτοκρατορίας. Ίσως να ήταν απλά μια σύμπτωση, μα ο Βάρβαρος σκέφτηκε πως έπρεπε να το ερευνήσει.

Πράγματι, μία ώρα μετά ο Βάρβαρος ήταν έξω από το σπίτι του έμπορα. Ήταν επιβλητικό και τεράστιο, μα ο Βάρβαρος δεν πτοήθηκε. Σκαρφάλωσε με ευκολία το τοίχος της αυλής και σαν αίλουρος προσγειώθηκε από την μέσα πλευρά. Παρά το μέγεθός του κινούνταν γρήγορα και αθόρυβα. Το σκοτάδι μιας αφέγγαρης νύχτας  ήταν σύμμαχός του. Πλησίασε στο παράθυρο του σπιτιού που φωτίζονταν ελαφρά. Άκουσε από μέσα φωνές. Κάποιος, ο Βάρβαρος πίστευε πως ήταν ο έμπορος, έδινε διαταγές σε μια ομάδα ατόμων. Ο Βάρβαρος είδε πως όλοι τους ήταν κακόφημοι παράνομοι και προφανώς καταζητούμενοι. Ίσως τελικά να μην είχε άδικο το ένστικτό του. Προσπάθησε να ακούσει τι έλεγαν…

«…Γι’ αυτό, πρέπει να σκοτώσετε και να εξαφανίσετε τον τροβαδούρο. Αν βρεθεί εδώ, θα καταστραφώ …»

Ο Βάρβαρος δεν χρειάστηκε να ακούσει τίποτα άλλο. Πλησίασε και χτύπησε την πόρτα δυνατά. Όταν ο κύριος του σπιτιού του άνοιξε και έκανε πως χασμουριέται νυσταγμένος, ο Βάρβαρος έσπρωξε την πόρτα και μπήκε με το ζόρι μέσα. Οι κακοποιοί που είχε δει πριν είχαν εξαφανιστεί. Ο Βάρβαρος ρώτησε τον έμπορο πού ήταν ο τροβαδούρος. Αυτός έκανε τον ανήξερο και στην συνέχεια απείλησε τον Βάρβαρο. Αυτός δεν έδωσε σημασία, αν και ήξερε πως ο έμπορος είχε υψηλές γνωριμίες. Βγήκε από το σπίτι λέγοντας απλά πως θα επιστρέψει…

Ήξερε πως έπρεπε να δράσει γρήγορα, μα δεν ήξερε τι να κάνει. Σκέφτηκε πως έπρεπε να πάει στο μαγαζί του εμπόρου. Σίγουρα εκεί θα τον είχαν κλεισμένο.

ΙΙΙ

Εκεί τον περίμεναν το Ξωτικό και ο Νάνος!

«Είναι εκεί μέσα», είπε το Ξωτικό. «Σε ακολουθούσαμε από την αρχή. Είχε δίκιο. Η ταβέρνα  είναι πολύ ήσυχη χωρίς τα τραγούδια του. Όταν μπήκες στο σπίτι του έμπορου, είδαμε γνωστές φάτσες να βγαίνουν από την πίσω πόρτα. Σκεφτήκαμε ότι καλό θα ήταν να τις ακολουθήσουμε. Μπήκαν πριν ένα λεπτό»

«Πάμε αμέσως… Πρέπει να προλάβουμε…» φώναξε ο Βάρβαρος πέφτοντας πάνω στην πόρτα με τον όγκο του. Αυτή δεν άντεξε και άνοιξε αμέσως. Η οργή του Βάρβαρου είχε καταφέρει να σπάσει τους μεντεσέδες της με ένα μόνο χτύπημα. Οι κακοποιοί βρισκόταν στο πίσω μέρος του μαγαζιού. Ανάμεσά τους ο δεμένος Φιλίπ βογκούσε και προσπαθούσε να ουρλιάξει για βοήθεια, παρά το φίμωτρο  στο στόμα του. Αίμα είχε ήδη ποτίσει τα ρούχα του και το πάτωμα. Ο Βάρβαρος όρμησε στους κακοποιούς  με γυμνά χέρια οργισμένος. Εκείνη την ώρα δε σκεφτόταν τίποτα εκτός από το να προλάβει να σώσει τον τροβαδούρο.  Ο Νάνος και το Ξωτικό έβγαλαν τα όπλα τους και όρμησαν και αυτά στην μάχη. Το Ξωτικό με την βαλλίστρα του  μοίραζε θάνατο σε κάθε βολή του. Ο Νάνος διασκέδαζε με το να αποφεύγει τα χτυπήματα των κακοποιών.

«Πού μάθατε να πολεμάτε; Ακόμη και οι γυναίκες-Νάνοι πολεμούν καλύτερα από εσάς! Ακόμη και χωρίς το τσεκούρι μου μπορώ να σας κάνω να σκοτωθείτε μόνοι σας.» και σαν επιβεβαίωση των λόγων του, ένας αντίπαλός του αστοχώντας στην προσπάθεια να τον χτυπήσει,  έκοψε τον καρπό ενός άλλου. Ένα δυνατό γέλιο γέμισε την ατμόσφαιρα, μαζί με ένα δυνατό ουρλιαχτό. Ο Βάρβαρος άρπαξε στα χέρια του δύο από τους αντιπάλους του και χτυπώντας τους μεταξύ τους, τους ξάπλωσε αναίσθητους. Πάρα τα χτυπήματά που του είχαν προκαλέσει, η ορμή του δεν έδειχνε να έχει μειωθεί στο ελάχιστο.

Σύντομα όλοι οι κακοποιοί ήταν νεκροί ή αναίσθητοι. Ο Νάνος έλυσε τον τροβαδούρο και τον βοήθησε να σηκωθεί. Έδειχνε πως παρά τα χτυπήματα που είχε δεχτεί, είχε γλιτώσει με μερικές γρατσουνιές και αρκετούς μώλωπες. Φαινόταν πως η περιπέτειά τους είχε εξελιχθεί θετικά, μα εκείνη την ώρα ο Βάρβαρος παραπάτησε και έπεσε μπροστά.

Ένα μαχαίρι προεξείχε από την πλάτη του. Πάνω στην μάχη, κάποιος είχε καταφέρει να τον χτυπήσει σοβαρά.

«Δηλητήριο», είπε το Ξωτικό βγάζοντας το μαχαίρι και προσπαθώντας να σταματήσει την αιμορραγία.

«Αφήστε τον σε εμένα» πρότεινε ο Φιλίπ. Άρπαξε από την πλάτη του Βάρβαρου το λαούτο του και άρχισε να παίζει. Η πιο γλυκιά μελωδία που είχαν ακούσει ποτέ Νάνο και Ξωτικό γέμισε την ατμόσφαιρα. Οι δύο σύντροφοι είδαν τον Βάρβαρο να ξυπνάει και να σηκώνεται, λες και τίποτα δεν είχε προηγηθεί. Εκεί που πριν είχε πληγές, αυτές έκλειναν μπροστά στα μάτια τους.  Το ίδιο γινόταν και στις δικές τους πληγές.  Όταν η μελωδία σταμάτησε, κανένας τους δεν είχε ούτε γρατζουνιά.

«Μα… Πώς:» ρώτησε έκπληκτος ο Νάνος.

«Ένας Βάρδος! Πίστευα πως δεν υπήρχαν πλέον» είπε το Ξωτικό. «Πίστευα πως όταν οι ορδές των γκόμπλιν έκαψαν την σχολή τους και σκότωσαν όσους ήταν μέσα, δεν έμεινε κανένας τους!»

«Σχεδόν», απάντησε ο Φιλίπ. «Είμαι ο τελευταίος! Ήμουν μακριά από την σχολή όταν αυτή κάηκε με όλους όσους ήταν μέσα. Οι μόνοι από εμάς που σωθήκαμε ήμασταν σε αποστολές εκτός. Μόνο εγώ  επέστρεψα και τότε ήταν ήδη αργά! Κρύφτηκα σε αυτήν τη πόλη και ζούσα κάνοντας το μόνο πράγμα που ήξερα: τραγουδούσα!»

Οι τρεις σύντροφοι οδήγησαν τους ζωντανούς κακοποιούς στην φρουρά όπου εξήγησαν όλα όσα είχαν συμβεί. Ο έμπορος οδηγήθηκε την επόμενη μέρα σε ένα μεγάλο κελί, όπου κανένας υψηλός φίλος του δεν μπορούσε να τον βοηθήσει.  Όσο για τον Φιλίπ, συνέχισε να τραγουδάει στην ταβέρνα, αν και πλέον αποφάσισε να μην ξελογιάζει παντρεμένες γυναίκες. Κανένας δεν αποκάλυψε το μυστικό του, μα ο ίδιος μετά από λίγο καιρό πήγε στην σχολή του Μάγου και έθεσε τον εαυτό του στην υπηρεσία του.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά