“Γράφω, γιατί φέρνω μέσα μου μια δεύτερη όραση,
που αποτελεί τη δύναμη και, ταυτόχρονα,
τη δυστυχία των συγγραφέων”

Guy De Maupassant

Ο λόγος για τον E. A. Poe, που όπως έχει καταγραφεί, είναι ο λογοτέχνης που οι κριτικοί αγαπούν να μισούν ή μισούν να αγαπούν. Πρωτοποριακός, τολμηρός, μυστηριώδης, ρομαντικός και πλήθος άλλων επιθέτων, που χαρακτηρίζουν τον συγγραφέα αλλά και το έργο του, επιβεβαιώνουν πως η λογοτεχνική του δημιουργία δεν προορίζεται να ικανοποιήσει όσους ασπάζονται ευλαβικά την “κοινή λογική” (Leitch, 2010).

Διαβάζουμε το διάσημο διήγημα, με τίτλο: Ελεωνόρα, που δημοσιεύτηκε το 1842 στο λογοτεχνικό περιοδικό The Gift. Στεκόμαστε και αναλύουμε κάποια σημεία σε έναν φιλολογικό-λαογραφικό-ψυχογραφικό-ερμηνευτικό διάλογο, με πυρήνα τα ρομαντικά χαρακτηριστικά του έργου. Η φύση που συγκρίνεται με το αγαπημένο πρόσωπο, η απειλή του θανάτου, η ψυχική παρέκκλιση, το υπερφυσικό, το θείο κ.ο.κ. Γνωρίζοντας το έργο του σκοτεινού συγγραφέα, καθώς η πλοκή εξελίσσεται, περιμένουμε να δούμε τις αναμενόμενες μακάβριες εικόνες, κάποιο εκδικητικό φάντασμα, κάποια ριψοκίνδυνη κίνηση των ηρώων που θα τους κοστίσει τη ζωή τους… Θα συμβεί όντως αυτό;

Illustration for “Eleonora” by Byam Shaw (1909)

Το διήγημά μας ξεκινάει με ένα από τα αγαπημένα θέματα του Poe:

“Ο κόσμος με έλεγε τρελό όμως το ερώτημα δεν έχει απαντηθεί ακόμη, εάν η τρέλα είναι ή δεν είναι μια ανώτερη ευφυΐα…”

Η κατάσταση της τρέλας απασχολεί τον συγγραφέα, και αυτό είναι εμφανές σε έργα του όπως: Η Πτώση του Οίκου των Άσερ, Βερενίκη κ.ο.κ. Μόλις λίγο καιρό αφού είχε σταματήσει ο θεσμός της επίσκεψης σε φρενοκομεία, με την είσοδο του ενός penny, όπου το κοινό παρακολουθούσε για κάποια ώρα τους φρενοβλαβείς και τους μανιακούς, ως έναν τρόπο νοσηρής “κυριακάτικης” διασκέδασης και αποφόρτισης από την καθημερινότητά τους, ο Ε. Α. Poe τολμά να προβεί στην υπεράσπιση και στη συμπερίληψή τους στο έργο του. Δεν είναι λίγες οι αναφορές που θέλουν μάλιστα και τον ίδιο, να έπασχε κατά τη διάρκεια της ζωής του από κάποια ψυχική ασθένεια. Aπό την ψυχική παρέκκλιση, στη συνέχεια, γίνεται μια σύνδεση με το λεγόμενο daydreaming:

“Αυτοί που κατά τη διάρκεια της ημέρας ονειρεύονται, αντιλαμβάνονται πιο πολλά πράγματα που διαφεύγουνε από εκείνους που ονειρεύονται μόνο τη νύχτα”.

Η σημασία των ονείρων στην οποία αναφέρεται εδώ ο συγγραφέας, είναι ένα θέμα που έχει διερευνηθεί ενδελεχώς και από τον πατέρα της ψυχανάλυσης S. Freud, που υποστήριξε πως τα όνειρα είναι “νοητικά φαινόμενα” και η ανάλυση των ονείρων βοηθάει στο να κατανοήσουμε πτυχές της προσωπικότητάς μας. Ακόμα καταγράφει, πως αυτός που ονειρεύεται πιθανότατα γνωρίζει την σημασία του ονείρου του: “Μόνο που δεν το γνωρίζει ότι ξέρει και γι’ αυτό νομίζει ότι δεν ξέρει” (Freud, 1980:8).

Ο ήρωας του διηγήματος στη συνέχεια, περιγράφει τη νεότητά του, την οποία περνά με την εξαδέλφη του Ελεωνόρα. Μαζί περιτριγυρίζουν στη φύση, όπως περιγράφεται “…ολομόναχοι, χωρίς να ξέρουμε τίποτε από τον κόσμο έξω από την κοιλάδα”. Στο σημείο αυτό παρατηρούμε την ταύτιση της ευτυχισμένης απλοϊκής ζωής στην ύπαιθρο, ως μια άλλη Εδέμ, ενώ ο έξω κόσμος, προς το παρόν, φαντάζει αδιάφορος. Οι εκτενείς περιγραφές της φύσης και η ωδή προς την ομορφιά και τον πλούτο της, αποτυγχάνουν μόνο όταν συγκρίνονται με την αγαπημένη του:

“…κυλούσε ένας βαθύς ποταμός, που άστραφτε πιο πολύ από το κάθε τι, εκτός από τα μάτια της Ελεωνόρας.
…εδώ και εκεί, σε συστάδες πάνω σε αυτή τη χλόη, σαν ερημικοί τόποι ονείρων, ξεπετάγονταν ψηλά, φανταστικά δέντρα…η επιφάνειά τους ήταν στιγματισμένη με την ζωηρή παιχνιδιάρικη λάμψη του εβένου και του ασημιού, και δεν υπήρχε τίποτε πιο απαλό από αυτούς, εκτός από τις παρειές της Ελεωνόρας…
Τα χρυσαφένια και ασημένια ψάρια, γέμισαν σμάρι τον ποταμό, και από τον βυθό του αναδύθηκε, λίγο λίγο, ένα μουρμουρητό που δυνάμωνε και ξέσπασε, τέλος σε ένα μελωδικό νανούρισμα, πιο θεϊκό κι από τη γλυκόλαλη άρπα, πιο ουράνιο από κάθε τι, εκτός από τη φωνή της Ελεωνόρας”.

Η φύση, ο έρωτας και η απαράμιλλη ομορφιά της νεαρής κοπέλας αποτελούν κατ’ εξοχήν ρομαντικά θέματα. H γλυκόλαλη άρπα που αναφέρεται μάλιστα, μπορεί να αποτελεί αναφορά στο ποίημα του καθιερωμένου ρομαντικού ποιητή, S. T. Coleridge: The Eolian Harp (1795),όπου ο δημιουργός εξυμνεί τον έρωτα, με ταυτόχρονες αναφορές στην πραότητα και την τελειότητα της φύσης.

Αγαπημένο μέρος των ηρώων του διηγήματος λοιπόν,είναι το ποτάμι της περιοχής, το οποίο περιγράφεται ήσυχο και φαινομενικά ακίνητο:

Τον λέγαμε Ο Ποταμός της Σιωπής γιατί το ρεύμα του έμοιαζε να μας επιβάλλει τη σιωπή. Κανένα μουρμουρητό δεν υψωνόταν από την κοίτη του…”

Η περιγραφή αυτή, πέρα από την εκλεκτική συγγένεια με τον στίχο του παραπάνω ποιήματος του S. T. Coleridge: “The stilly murmur of the distant Sea Tells us of silence” , μας οδηγεί να αναλογιστούμε την συμβολική χρήση του υγρού στοιχείου τόσο στην λογοτεχνία και την ποίηση όσο και σε μύθους, θρύλους και λαϊκές παραδόσεις. Το νερό συχνά συνδέεται με το συναίσθημα. Μπορεί να είναι γαλήνιο και ήρεμο, μπορεί να είναι απρόβλεπτο και ταραγμένο. Το νερό ξεδιψάει τον άνθρωπο αλλά μπορεί επίσης και να τον πνίξει. Στο διήγημά μας, το νερό συνδέεται με την ομιλία, ή μάλλον την απώλεια της ομιλίας και μας ανάγει συνειρμικά και σε ένα έθιμο καλής τύχης, της κεντρικής Ελλάδας γνωστό ως “το τάισμα της βρύσης”. Κατά την παραμονή των Χριστουγέννων, οι κοπέλες του τόπου άλειφαν τις βρύσες με βούτυρο και μέλι, και μετέφεραν νερό από αυτές στα σπίτια τους χωρίς όμως να μιλήσουν καθόλου. Άλλες δοξασίες και παραδόσεις υπαγορεύουν επίσης την ανάγκη σεβασμού προς το νερό, καθώς πιστευόταν πως σε κάθε πηγή μένει μια νεράιδα, και όποιος ήθελε να περάσει τη νύχτα από εκείνο το μέρος δεν έπρεπε να μιλήσει καθόλου για να μην του πάρει τη φωνή, εφόσον το νερό “κοιμόταν” και εκείνη το προστάτευε. Ακόμα, αν κάποιος ξυπνήσει την νύχτα και θέλει να πιει νερό από ένα μπουκάλι, λέγεται πως θα πρέπει να το ανακινήσει και μετά να πιει, καθώς η οποιαδήποτε ταραχή του ήρεμου νερού μπορεί να επιφέρει μεγάλο κακό.

Παρότι οι ήρωες του διηγήματος δεν διέπραξαν καμία τέτοια “ύβρη”, η πλατωνική, αγνή αγάπη που αναπτύσσουν και οι ευτυχισμένες στιγμές που ζουν, έμελλε να διακοπούν καθώς: “το δάχτυλο του Θανάτου είχε αγγίξει τον κόρφο της” νεαρής κοπέλας. Οι μελετητές του έργου του E.A.Poe συνηγορούν στο ότι το παρόν διήγημα είναι αυτοβιογραφικό. Ο συγγραφέας εμπνέεται από τη ζοφερή πραγματικότητά του, καθώς το 1842 η αγαπημένη του νεαρή σύζυγος Virginia Poe, ξεκινά να κάνει αιμοπτύσεις και της απομένουν μόνο πέντε χρόνια ζωής. Ο ήρωας υπόσχεται στην κοπέλα, που ψυχορραγούσε, πως δεν θα αγαπήσει ούτε και θα παντρευτεί άλλη στη θέση της και εκείνη συγκινημένη με τη σειρά της υπόσχεται, έχουσα πλήρη αντίληψη της κατάστασής της, πως αν της επιτραπεί θα του έδινε σημάδια της παρουσίας της και θα αποτελούσε το πνεύμα-φύλακά του.

Μετά τον θάνατο της Ελεωνόρας, ο ήρωας περιδιαβαίνει την αγαπημένη τους κοιλάδα, περιγράφοντας όμως πως τα λουλούδια της είχαν μαραθεί ή είχαν σταματήσει να φυτρώνουν, το χρώμα της χλόης είχε ξεθωριάσει, τα πουλιά που κοσμούσαν με το τραγούδι και την ύπαρξή τους το ειδυλλιακό τοπίο πέταξαν μακριά, ενώ ακόμα και τα ψάρια του ποταμού σταμάτησαν να περνούν από το μέρος εκείνο. Η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, που καθρεπτίζεται στον μαρασμό της φύσης, είναι ένα ακόμα γνώριμο μοτίβο στη διεθνή γραμματολογία. Ο μύθος της Δήμητρας και της Περσεφόνης αποτελεί ένα διαδεδομένο παράδειγμα. Η παραμονή της στον κάτω κόσμο, σύμφωνα με κάποιες εκδοχές, σηματοδοτεί την απουσία της βλάστησης και της αφθονίας, και η επιστροφή της στη “χώρα των ζωντανών” την άνθιση της φύσης. Όπως έχει διατυπωθεί, ο θάνατος, ως “θεός του ρομαντισμού συγχέεται με την οικουμενική φύση, όπου όλα χάνονται και όλα αναδημιουργούνται.” (Μεντζίνη, 2005:32).

Στη συνέχεια του διηγήματος, ο ήρωάς μας, βγαίνοντας από τη μοναχική κοιλάδα και πηγαίνοντας στην πόλη, ερωτεύεται μια νέα γυναίκα. Στην γοτθική κουλτούρα, όπως έχει καταγραφεί οι δημιουργοί συχνά εμπνέονται τόσο από την μεσαιωνική αισθητική αλλά και από μεσαιωνικά μοτίβα και θέματα. Ένα από αυτά στην περίπτωσή μας, φαίνεται να είναι ο διαχωρισμός ανάμεσα στον λεγόμενο amorpurus & amormixtus. Όπως βλέπουμε στο έργο των Goliardi (12ος-13ος αιώνας), ενός συνόλου μεσαιωνικών αυτόνομων συγγραφέων, που εξέφραζαν μια πλευρά του μεσαίωνα ελεύθερη, κοσμική και ξέγνοιαστη, υπάρχει ο αγνός (purus) έρωτας, που δεν φτάνει στην ολοκλήρωση και ασπάζεται τις αρχές των ιπποτών, και ο σαρκικός, ολοκληρωμένος έρωτας (mixtus) (Πριόβολου, 2009:14-15,162). Στο έργο που μελετάμε η αντίθεση αυτή εκφράζεται τόσο από την ιδιοσυγκρασία της Ελεωνόρας: “ήταν μια κόρη άμαθη και αθώα…καμιά δολερή σκέψη δεν κρυβόταν στη φλόγα του έρωτα που ζωντάνεψε στην καρδιά της” όσο και στα λόγια του κεντρικού ήρωα, που περιγράφει τον αυθόρμητο και παράφορο έρωτά του, για μια καινούρια γυναίκα που συναντάει στην αυλή του βασιλιά που υπηρετούσε, μετά το θάνατο της Ελεωνόρας:

“Στάθηκα έντρομος από τις φλογισμένες σκέψεις που με άρπαζαν, από τους φοβερούς πειρασμούς που με συγκλόνιζαν`… η ομορφιά της έκανε την άπιστη καρδιά μου να της παραδοθεί αμέσως-και χωρίς αντίσταση, να υποκλιθώ μπροστά στο σκαμνάκι των ποδιών της, ξεχειλίζοντας με την πιο φλογερή, την πιο άθλια δουλική λατρεία…Αλήθεια τι ήταν το πάθος μου για το μικρό κορίτσι της κοιλάδας, μπροστά στο διάπυρο πάθος και στο ντελίριο, και στην ζωογόνα λατρευτική έκσταση…”

Ο ήρωας παντρεύεται λοιπόν την Ερμενγάρδη έχοντας θάρρος και αψηφώντας την πιθανή κατάρα της πρώτης και παλιάς του αγαπημένης Ελεωνόρας. Εκείνη αντιθέτως εμφανίζεται σε όραμα, με γλυκιά φωνή, δίνοντας του την ευχή της για τον γάμο τους και απαλλάσσοντάς τον από τον παλιό όρκο του:

“Κοιμήσου εν ειρήνη-γιατί το Πνεύμα της Αγάπης κυβερνά και βασιλεύει, και, βάζοντας στην παθιασμένη καρδιά σου εκείνη που λέγεται Ερμενγάρδη, έχεις απελευθερωθεί από τους όρκους σου στην Ελεωνόρα, για λόγους που θα μάθεις στους ουρανούς.”

Στην ιστορία αυτή βλέπουμε ένα ευτυχισμένο τέλος, μια νηφάλια στάση και πράξη στην διαδοχή συντρόφων ή τον τελευταίο αποχαιρετισμό, που δεν συνάδει με την αναπαράσταση των ερωτικών σχέσεων στα περισσότερα μυθιστορήματα, που ενσωματώνουν στοιχεία τρόμου. Στην Jane Eyre (1847) της Ε. Bronte, βλέπουμε την εκδικητική, πάσχουσα, σύζυγο του E. Rochester να τρομοκρατεί την πιθανή αντίζηλό της και στο Wuthering Heights (1847)της E. Bronte, διαβάζουμε τα τρομερά λόγια της Catherine προς τον Heathcliff καθώς πεθαίνει:

“Δε σε λυπάμαι, όχι! Με σκότωσες κι αυτό εσένα σε ζωντάνεψε… Δεν με ενδιαφέρει αν υπέφερες. Δε με νοιάζουν τα βάσανά σου. Γιατί να μην υποφέρεις όπως κι εγώ;”

Μερικά χρόνια αργότερα, στο διήγημα της V. Hunt The Prayer (1895), η ηρωίδα στην προσπάθειά της να επαναφέρει στη ζωή τον αγαπημένο της σύζυγο, τον μετατρέπει σε ζωντανό-νεκρό, με ολέθρια αποτελέσματα για τη συνέχεια της πλοκής. Ακόμα και σε άλλα έργα του E. A. Poe, όπως τα διηγήματα Λιγεία και Μορέλα, θα δούμε τόσο την απειλή προς τη νέα σύντροφο του ήρωα, όσο και την σκοτεινή μετενσάρκωση της νεκρής γυναίκας.

Στο παρόν διήγημα ωστόσο, ο τρόμος και η αγωνία συμπυκνώνεται περισσότερο στις τύψεις, την ηθική και συναισθηματική αναζήτηση, που μας προκαλεί η στάση του ήρωα, αλλά και τον φόβο της κατάρας και της εκδίκησης, παρά στην πραγματική εξέλιξη της ιστορίας, και αυτή είναι η πρωτοτυπία του. Όπως θα σχολιάσει η μεταφράστρια του έργου, Σ. Γεροδήμου (2019:133) είναι:” σαν να θέλει να δηλώσει ο συγγραφέας πως, μετά το θάνατο της αγαπημένης, ένας άνθρωπος έχει το δικαίωμα να ξαναγαπήσει, να ξαναπαντρευτεί χωρίς ενοχές”.

Νωρίτερα στο διήγημα, ο E. A. Poe βάζει τον ήρωά του να ορκίζεται παθιασμένα στον Θεό πως δεν θα προδώσει τη μνήμη της αγαπημένης του, και αν το έκανε ζήτησε να υποστεί: “μια τιμωρία τόσο τρομερή, που η υπερβολή της μου απαγορεύει να μιλήσω γι’ αυτήν” κάνοντάς μας να αναρωτιόμαστε, τι μπορεί να επιφύλασσε αυτή η τιμωρία. Μοιράζεται λοιπόν με την αγαπημένη του Ελεωνόρα αυτό τον όρκο και εκείνη τον αποδέχεται. Ο αφηγητής-ήρωας εδώ σχολιάζει για την στάση αυτή της κοπέλας:

“γιατί δεν ήταν παρά ένα παιδί, επειδή έκανε το κρεβάτι του θανάτου της να φαντάζει πιο υποφερτό”.

Η δήλωση αυτή ενέχει ένα τόνο αιτιολόγησης και αυστηρότητας, σε ένα πνεύμα ρεαλισμού.

Βλέπουμε, πως ο ήρωας αφηγείται αφού η ιστορία έχει εκτυλιχτεί και πλέον με ώριμη ματιά και αποστασιοποιημένος από τα συναισθήματα, που τον υπερχείλιζαν τότε και συμπυκνώνονται στη ρήση του Σοφοκλή: όποιος πάσχει από έρωτα τρελαίνεται, φαίνεται να πιστεύει πλέον πως ήταν ελεύθερος να αγαπήσει ξανά, και να προσπαθήσει να ευτυχήσει, παραπέμποντάς μας στο Αριστοτελικό ρητό: αυτός που ζει μόνος του, είναι είτε θηρίο, είτε Θεός

Βιβλιογραφία

Bronte, E., (2005). Aνεμοδαρμένα Ύψη, (Εισαγωγή-Μετάφραση: Α.Μπερλής), Αθήνα:Άγρα.
Μεντζίνη, Μ., (2005). Οι πόλεις των νεκρών, διμηνιαίο περιοδικό Τεχνικά χρονικά, Μάρτιος-Απρίλιος, δεύτερο τεύχος.
Leitch, V., B., Cain, W., Finke, L., Johnson, B., McGowan, J., (2010). The Norton Anthology, Theory and Criticism, Second Edition,New York-London: W.W. Norton & Company.
Poe, E., A., (2019). Τέσσερις Ερωτικές Ιστορίες μυστηρίου & φαντασίας, Μετάφραση, Σημειώσεις, Επίμετρο: Σ. Γεροδήμου, Αθήνα: Ερατώ.
Πριοβόλου, Σ., (2009). Carmina Burana-Veris et Amoris, Aθήνα: Παπαζήσης.
Foucault, M., (2004). H ιστορία της Τρέλας, Μετάφραση: Φ. Αμπατζοπούλου, Αθήνα: Ηριδανός.
Freud, S., (1980 ). H τεχνική της ερμηνείας των ονείρων, Αθήνα: Δαμιανός.

Βιογραφικό της συγγραφέως

Βασιλική Γ. Παπά (Φιλόλογος/Αρθρογράφος)
Απόφοιτη της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στην Δημοσιογραφία,τον Πολιτισμό & την Κοινωνιολογία και τη Λαογραφία. Καθώς έγραφε την διατριβή της για τον Μύθο και το Παραμύθι στο έργο του γλύπτη Γ.Χαλεπά, που δημοσιεύτηκε το 2017, αγάπησε ακόμα περισσότερο τη λογοτεχνία, αλλά και τις εκλεκτικές της συγγένειες με τις υπόλοιπες τέχνες. Όταν δεν σπουδάζει,αρθρογραφεί και όταν δεν αρθρογραφεί διαβάζει για πολλοστή φορά το WutheringHeights, τηJaneEyre, και γοτθικές και ρομαντικές ιστορίες, με ιδιαίτερη προτίμηση στην γυναικεία γραφή. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα συμπυκνώνονται στην συγκριτική μελέτη μεταξύ μοτίβων, θεμάτων, μύθων και ηρώων, διεθνών και ελληνικών έργων, γραπτών και μη, και στην σχέση ψυχολογίας-κοινωνικής λαογραφίας-λογοτεχνίας.Στον ελεύθερό της χρόνο θα τη βρει κανείς να ταξιδεύει και να φωτογραφίζει μυστηριώδη τοπία!

Cover art: Illustration for “Eleonora” by Byam Shaw (1909)

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά