Grotesque: Πειθαρχώντας την αίσθηση της αποστροφής

by Φράνση Παπουτσάκη

«Φτιάχνουμε παραμύθια διότι εμείς προτιμούμε να εποικίζουμε το τερατόμορφο κενό και το φρικιαστικό χάος»
Johann Ludwig Tieck

Προσεγγίζοντας την έννοια του Grotesque

Μέσα σε αυτό το κενό τήκεται το αλλόκοτο, μέχρι να ξεχυθεί σαν διαβρωτικό υγρό απειλώντας με ανατρεπτική αναίδεια την τέχνη, διαταράσσοντας την αρμονία της. Οι χαραγμένες από τις λαξευμένες πέτρες των πρωτόγονων φιγούρες που απεικόνιζαν απροσδιόριστα όντα στους θόλους των αρχέγονων σπηλαίων έμειναν αναλλοίωτες στον χρόνο για να μας δείξουν τη μορφή που έπαιρνε η φρίκη μπρος στα μάτια τους, φρίκη που έχει καταγραφεί στη συλλογική συνείδηση. Αυτή είναι ίσως η πιο γνήσια εκδοχή αυτού που έφτασε να αποκαλείται σήμερα γκροτέσκο, αν θεωρήσουμε πως ο αρχικός του ορισμός ήταν το ζωώδες ένστικτο.

Στα νέα ιταλικά και στα αρχαία λατινικά grotto σημαίνει σπηλιά και είναι ετυμολογικά η ρίζα του grottesco. Σκοτεινό, κρυπτοζωώδες ένστικτο, λοιπόν. Η όψη του μας προκαλεί αποστροφή ξυπνώντας τα αταβιστικά μας μυστικά όμως συνεχίζουμε να το κοιτάζουμε με ηδονικό σχεδόν τρόπο, όπως ο Διόνυσος χορεύει ρουφώντας τον χυμό από τα σταφύλια, ξυπνώντας μέσα μας τον ωμό ερωτισμό ώστε να μας απελευθερώσει από την οποιαδήποτε απαγόρευση που κάνει τη σάρκα να σαπίζει.

Το μεγαλείο του grotesque είναι ότι καταφέρνει να σου επιβάλλει να πειθαρχήσεις στην αίσθηση της αποστροφής που σου προκαλεί. Η δεύτερη μεγάλη του κατάκτηση είναι ότι κατορθώνει να ενυπάρχει σε κάθε μορφή τέχνης που ασχολείται με τον τρόμο και τη φρίκη, κι ενώ αποτελεί αυτόνομο και ατόφιο είδος, αναγνωρίσιμο με την πρώτη ματιά, ταυτοχρόνως φυτρώνει σαν ιδέα, σαν άγριο χόρτο εκεί που δεν το έχει σπείρει κανείς, κι αν ο δημιουργός προσπαθήσει να το ξεριζώσει είναι σαν να αφαιρεί από το έργο του το βασικότερο στοιχείο της συνταγής.

Αφίσα από την ταινία “The Golem: How He Came into the World” (1920)

Τα προσωπεία που χρησιμοποιούσαν στην αρχαία τραγωδία με την έκφραση του τραγέλαφου στο πρόσωπο είναι η ελληνική αποτύπωση του γκροτέσκο, ένα είδος πρώιμου gargouille  που χρησιμοποιήθηκε ώστε να ανάγει με τη χρήση του άσχημου το απαράμιλλο κάλλος. Το γκαργκόιλ είναι η προεξέχουσα υδρορροή των μεσαιωνικών κτιρίων. Απομακρύνει το νερό από τον τοίχο ώστε να μην διαβρωθεί από την υγρασία και η ρίζα της λέξης προέρχεται από το λατινικό  gargula, λέξη που δηλώνει τον ήχο που κάνει το γάργαρο νερό ή από το γαλλικό ρήμα gargariser που σημαίνει κάνω γαργάρα. Η συγγραφική μου ιδιότητα με ψυχαναγκάζει σχεδόν να κάνω την παρομοίωση: το άσχημο ξεπλένει το όμορφο και το αφήνει να ξεχυθεί ακόμη πιο ξεκάθαρο μπροστά από τους οφθαλμούς μας˙ για να εξυπηρετήσει το ζωώδες έχει πάντα τη μορφή κάποιου ζώου, υπαρκτού ή μη. Δεν μπορώ επίσης να αντισταθώ στην επονομασία της χίμαιρας ως γκαρκόιλ, αφού η λέξη σήμερα χρησιμοποιείται για να περιγράψει ετερόκλητων στοιχείων οργανισμούς, ενώ στην μυθολογία περιέγραφε ένα τέρας γεννημένο από τέρας συμβολίζοντας το ηφαιστειώδες έδαφος της Λυκίας, οπότε να ‘μαστε πάλι να μιλάμε για σπηλιές.

Στο θέατρο, το grotesque χρησιμοποιείται για να προκαλέσει στον θεατή αμηχανία μέσω της χονδροκοπιάς που κουβαλάει και θα διαφωνήσω με την άποψη που το θέλει να εξυπηρετεί μόνο την κωμικότητα, αντιπαραθέτοντας τη μορφή του Quasimodο (Notre-Dame de Paris, 1831-Victor Hugo) που προκαλεί τη χλεύη των ανθρώπων, στοχεύει όμως να εγείρει μέσα μας την τραγικότητα και να μας φέρει αντιμέτωπους με την αντίθεση της ψυχικής ευγένειας που κρύβει η σωματική παραμόρφωση, προβάλλοντας επάνω μας το συναίσθημα του οίκτου που μας ξεβολεύει από την τακτοποιημένη μας θέση.

Το Grotesque στο θέατρο

Η αληθινή όμως έκφραση του γκροτέσκο βρήκε σανίδι στο Γκραν Γκινιόλ θέατρο (Le Théâtre du Grand-Guignol), το μοναδικό θέατρο που φιλοξένησε έργα βίας και φρίκης δημιουργώντας ειδικό κοινό και γούστο για μια οπτική που υπήρχε μεν από πριν, αλλά δεν είχε τολμήσει κανείς να την αναγάγει σε τέχνη. Συχνά στις παραστάσεις, ο κόσμος λιποθυμούσε από το αποτρόπαιο live splatter θέαμα. Στο sequel του Ηannibal, βρισκόμουν μέσα σε κινηματογραφική αίθουσα μασουλώντας popcorn ενώ μια κοπέλα λιποθύμησε –προς μεγάλη μου απορία κι έκπληξη- την ώρα που ο Ray Liotta(Paul Krendler) μιλάει με ανοιχτό το κρανίο ενώ ο Lecter ετοιμάζεται να γευτεί τον εγκέφαλό του αλλά αυτή η σκηνή δεν εμπεριέχει ούτε ίχνος γκροτέσκο διότι φιλτράρεται από τον φακό του μεταμοντέρνου πολιτικού ορθολογισμού που αφαιρεί ουσιαστικά κάθε ίχνος αληθινής ανησυχίας για τον θεατή, ανησυχία που μπορεί κανείς να βρει στην ταινία The Theatre Bizzare (2011, πρωταγωνιστεί ανάμεσα σε άλλους ο Tom Savini… ο μηχανόβιος καβαλάρης του πρώτου -και καλύτερου- Dawn of the Dead-1978 και ο Sex machine του From Dusk Till Dawn).

Το Grotesque στον κινηματογράφο

Στον κινηματογράφο, το grotesque -κατά τη γνώμη μου- πηγάζει από τη γερμανόφωνη σχολή του chiaroscuro μέσα από τις ταινίες του Μurnau, του Wiene και του Wegener, όπως το Nosferatu, το The Cabinet of Doctor Caligari και το Golem. O στόχος του είναι αποκλειστικά η δημιουργία της αίσθησης ανυπέρβλητης φρίκης. Στον Faust του Μurnau, η κάμερα κινηματογραφεί το πτώμα ενός πεσμένου στο έδαφος άνδρα, ο οποίος έχει καταρρακωθεί από την πανούκλα, από τέτοια γωνία λήψης που κάνει τις σόλες των παπουτσιών του να φαίνονται τεράστιες, θυμίζοντας με βλάσφημα τρομακτικό τρόπο τον Χριστό του Mantegna, σκηνή που αναφέρω επειδή θεωρώ πως εκφράζει την έκταση και τη δύναμη του γκροτέσκο. Μιλώντας για ζωγραφική πρέπει οπωσδήποτε να αναφερθώ στον Albrecht Dürer και τον Leonardo Da Vinci, που δημιουργώντας κατά την περίοδο της Αναγέννησης προσπάθησαν να αναδείξουν την τελειότητα μέσα από το χάος, όπως ακριβώς στήνονται τα φυσικά γλυπτά των σταλαγμιτών και των σταλακτιτών στα σπήλαια της γης.

Οι πρωταγωνιστές της ταινίας Freaks (1932).

Τα στοιχεία που μετέπειτα ήρθαν να ενισχύσουν το grotesque και να το πλαισιώσουν ξεπήδησαν από το τσίρκο, σαν λιοντάρια μέσα από τη φωτιά, κάνοντάς το ακόμη πιο φρικαλέο με τη χρήση των χρωμάτων και της κλόουν φιγούρας που το απογείωσε, βγάζοντάς το από τη σκιά του ασπρόμαυρου όπου κινούνταν σαν φάντασμα. Ξεκινήσαμε από την Commedia dellarte, σταθήκαμε στην ταινία Freaks του 1933, για να περάσουμε από το La Strada του Federico Fellini – με την Giulietta Masina υποδυόμενη την Gelsomina και τον Antony Quinn στο ρόλο του Zampanò να μας αφηγούνται πόση χοντροκοπιά χωράει στην ζωή του δρόμου- στο American Horror Story 4 που προσπάθησε να αναπτύξει το Freaks με την βοήθεια της έγχρωμης κάμερας, καταλήγοντας στον Rob Zombie που με θέρμη και δέος έχει αγκαλιάσει το είδος, εκθειάζοντάς το με την πρόσφατη ταινία του 31 θα μπορούσε να αποτελέσει λήμμα σε κινηματογραφικό λεξικό για το πώς εκφράζεται το γκροτέσκο στον 21ο αιώνα (πρωταγωνιστεί η Μeg Foster που στοίχειωσε με τα μπλε μάτια της -ανάμεσα σε άλλες ταινίες και σειρές- το They Live (1988) κι επεισόδια του έγχρωμου Twilight Zone).

Στα νέα ιταλικά και στα αρχαία λατινικά grotto σημαίνει σπηλιά και είναι ετυμολογικά η ρίζα του grottesco. Σκοτεινό, κρυπτοζωώδες ένστικτο, λοιπόν.

Στιγμιότυπο από την ταινία του Rob Zombie “31” (2016).

Στο μυαλό μου ο Pier Paolo Pasolini είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τις ιστορίες του Boccaccio (ο οποίος ίσως χωρίς να το γνωρίζει εφηύρε μια όψιμη οπτική του λογοτεχνικού γκροτέσκο αφού τα πρότυπα των χαρακτήρων του ήταν εντελώς αντίθετα με τις μεσαιωνικές αξίες της αγνότητας, της ταπεινότητας και της Ιπποσύνης, τις οποίες καυτηρίασε με τον πιο κτηνώδη αλλά σε καμία περίπτωση χυδαίο ερωτισμό του Δεκαήμερον) και θα τον ευγνωμονώ αιωνίως για τα αποκρουστικά πρόσωπα των κομπάρσων που έβαλε να μας κοιτάζουν μέσα από το ασημένιο πανί αποδεικνύοντας πως και χωρίς δόντια στα στόματά τους είναι ικανά να μας κατασπαράξουν.

Συνδέοντας το θέατρο με τον κινηματογράφο, πρέπει να μιλήσουμε για το θεατρικό έργο Viy που έγραψε ο Nicolai Gogol το 1835, το οποίο έγινε ταινία για πρώτη φορά το 1967 στη Ρωσία κι αργότερα το 2006 με τον τίτλο Vedbma (στο Viy είναι επίσης βασισμένη η ταινία Black Sunday του Mario Bava ενώ αναφορά της γίνεται στην ταινία Piranha του 1978).

Το Grotesque στη λογοτεχνία

Στιγμιότυπο από την κλασσική ταινία τρόμου του σοβιετικού κινηματογράφου “Viy” (1967).

Περνώντας στη λογοτεχνία, συναντάμε το ζωώδες για πρώτη φορά στον πρόλογο που έγραψε ο Victor Hugo  για το θεατρικό του έργο Cromwell (1827) προσπαθώντας να φέρει σε αντίθεση το πρωτόγονο ανθρώπινο στοιχείο ώστε να έρθει και ο ίδιος σε αντίθεση με τις κλασικές φόρμες του ρομαντισμού και να γίνει ο επαναστάτης του ρεύματος.

Θέλω να σας παρουσιάσω ένα διήγημα του J.P Dixon με τίτλο «Η ιστορία του χειρουργού», από την ανθολογία Στάχτες της Ψυχής μας που περιλαμβάνει συγγραφείς όπως o Neil Gaiman, ο Graham Masterton, ο Jack Ketchum και ο Clive Barker, όπου περιγράφεται θεσπέσια και μακάβρια αυτό στο οποίο αναφέρθηκα πριν, δηλαδή, η ηδονική αίσθηση που δημιουργεί η φρίκη. Ο χειρουργός Τόμπιν μπαίνει μια νύχτα του 1889 σε μια παμπ του Λονδίνου όπου γνωρίζει μια κοπέλα, την Πωλέτ, που τον σαγηνεύει με την παράξενη δυσμορφία της. Η Πωλέτ πάσχει από ολική υπαισθησία και είναι performer του αντίστοιχου Γκραν Γκινιόλ θεάτρου της εποχής στην Αγγλία. To νούμερό της είναι να ακρωτηριάζεται πάνω στη σκηνή με μια γκιλοτίνα ενώ τα μέλη που της λείπουν στέκονται δίπλα της διατηρημένα μέσα σε γυάλες με υγρό. Τον πείθει να την ακρωτηριάζει λίγο λίγο αφαιρώντας σταδιακά τα μέλη του κορμιού της που εκείνη επιλέγει, προσπαθώντας να αποδείξει ότι η χαλύβδινη θέληση της ψυχής της για επιβίωση και ο πυρήνας της προσωπικότητάς της θα παραμείνουν αλώβητα ακόμη κι όταν θα έχει απομείνει από εκείνη μόνο ένα μικρό κομμάτι σάρκας γύρω από την καρδιά της.

Στιγμιότυπο από την ταινία “Det sjunde inseglet” (1957)

Άλλος σπουδαίος ζοφερός συγγραφέας που έκανε χρήση του γκροτέσκου και που όλοι έχουμε διαβάσει και απολαύσει στην οθόνη είναι ο Charles Dickens στο έργο του A Christmas Carol (1843), δημιουργώντας τα φαντάσματα με τα σαπισμένα σώματα και τα σαπισμένα ρούχα που βγαίνουν από τον τάφο τους και στοιχειώνουν τον Ebenezer Scrooge μια παγωμένη παραμονή Χριστουγέννων. Η ταινία που έχω δει και λατρέψει περισσότερο από όλες, κυρίως για την ξεκάθαρη διαύγεια της φωτογραφίας της, και θεωρώ δείγμα γκροτέσκο στον κινηματογράφο είναι “Η έβδομη σφραγίδα” (Det sjunde inseglet-1957) του Ingmar Bergman. Ο ιππότης Αντώνιος Μπλοκ (Μax Von Sidow) συναντιέται με τον Χάρο, ο οποίος του ζητά να τον ακολουθήσει. Ο ιππότης για να κερδίσει χρόνο και για να τον ξεγελάσει προτείνει στον Χάροντα να παίξουν μια παρτίδα σκάκι και αν την κερδίσει, να κερδίσει και τη ζωή του.

Αντιπαραθέτω τον ορισμό του γκροτέσκο στο σκάκι ακριβώς ως έχει: «στο σκάκι, το γκροτέσκο είναι θέμα για σκακιστικά προβλήματα ή σπουδή φινάλε, η οποία διαθέτει μια ιδιαίτερα απίθανη αρχική θέση, στην οποία ειδικά τα λευκά μάχονται με πολύ μικρή δύναμη ενάντια σε έναν πολύ μεγαλύτερο στρατό των μαύρων».

Αντί επιλόγου

Στη Χρυσή Οικία του Νέρωνα, που βρέθηκε θαμμένη μέσα στο χώμα κάτω από τους αμπελώνες του Όππιου Λόφου, ξεκίνησε η ονομασία αλλά και η διαδρομή του grottesco διότι στα τοιχώματά της ανακαλύφθηκαν ζωγραφισμένες εικόνες παράξενων πλασμάτων, τεράτων και υβριδίων, όπως η Χίμαιρα και η Σφίγγα, αλλά και απόκοσμων τοπίων. Στη σπηλιά κατέβαιναν με σχοινιά καλλιτέχνες όπως ο Michelangelο κι ο Pinturicio για να θαυμάσουν αυτή την αλλόκοτη διακόσμηση και να αφήσουν στους τοίχους την υπογραφή τους, μεταφέροντας στον επάνω κόσμο την νέα αισθητική που ανακάλυψαν στην κοιλιά της γης. Διασχίζοντας την Κρυπτοστοά -που ο Νέρωνας είχε χτίσει για να περπατάει συζητώντας στο σκοτάδι ενώ λιγοστές αχτίδες ήλιου το διαπερνούσαν από τα πλαϊνά κουφώματα- της κατεστραμμένης οικίας που οι άνθρωποι καταβύθισαν ώστε να ξεχαστεί μαζί με το όνομα του Νέρωνα από την ιστορία, αποκάλυψαν το γκροτέσκο στο φως της Τέχνης.

Cover pic: “Deterioration Of Mind Over Matter” by Otto Rapp

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά