Jeffrey Dahmer: Περίεργος, μα υπεράνω πάσης υποψίας

by Φεβρωνία Κουτελίδα

Η γένεση της λέξης κανίβαλος χάνεται κάπου στους αιώνες, μέσα σε αυτόχθονες φυλές στις οποίες το κρέας του ίδιου είδους ήταν καθημερινότητα στη διατροφή τους. “Γενναίος” λέγεται ότι σημαίνει σε μια γλώσσα που κανείς δεν ξέρει. Ο Τζέφρι Ντάμερ έμεινε γνωστός ως κανίβαλος, ωστόσο δεν είχε φάει ποτέ κανένα από τα θύματά του, παρά μόνο τα διαμέλιζε. Τα προσωνύμια που μπορούν να του αποδοθούν είναι αυτά του νεκρόφιλου, του βιαστή, του δολοφόνου και ίσως του τρελού επιστήμονα. Ένας όμορφος νεαρός με αθώο πρόσωπο, όμως με κενό βλέμμα, λες και ήταν δύο τρύπες από τις οποίες έβλεπες την άβυσσο. Ταινίες έχουν γυριστεί που δείχνουν τη βιογραφία του και θα προταθούν παρακάτω. Όμως πρώτα θα τη διηγηθεί ο ίδιος…

Όλα τα γεγονότα και τα πρόσωπα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αποτελούν μέρος του παρελθόντος. Οποιαδήποτε εξιστόρηση και ανάπτυξη πλοκής είναι προϊόν μυθοπλασίας.

Ιστορία 5η: Εγώ, ο Τζέφρι Ντάμερ – a.k.a. Ο Κανίβαλος του Μιλγουόκι

Τον τελευταίο καιρό, ο Τζέφρι Ντάμερ είχε αποκτήσει μια ασχολία στη φυλακή που του άρεσε και τον καταλάγιαζε από την ψυχρή και εχθρική του καθημερινότητα. Δεν ήταν συμπαθής στους συγκρατούμενούς του, και πολλές φορές ένιωθε άβολα μαζί τους. Του είχαν δώσει κιόλας στοιχεία έμπρακτα ότι δεν ήταν αποδεκτός. Τη σημερινή μέρα καθώς έκανε αυτή την ασχολία, η οποία ήταν ο απλός καθαρισμός των αντρικών αποδυτηρίων, οι υπεύθυνοι τον έβαλαν με δύο συγκρατούμενούς του. Ο ένας από αυτούς, ο Σκάρβερ, δεν του έδειξε ποτέ σημάδι ότι θα τον δεχόταν στο φιλικό του περιβάλλον και μάλιστα θα μπορούσε άνετα να τον βλάψει. Το ήξεραν και οι δύο ότι ποτέ δεν θα συμφιλιωθούν και το ήξεραν και οι υπεύθυνοι.

Είχε το κακό προαίσθημα ότι κάτι τρομερό και μακάβριο θα του συμβεί τις επόμενες στιγμές. Γι’ αυτό, σαν να μην έβλεπε άλλο τον μέλλον του να σαπίζει στην υγρασία και τη βρωμιά της φυλακής, άρχισε να μιλάει για την ιστορία του χωρίς την συγκατάθεση των άλλων δύο φυλακισμένων. Απευθυνόταν κυρίως στον Άντερσον, γιατί υπήρχε η πιθανότητα να τον ακούσει περισσότερο.

Jeffrey Dahmer κατά την δίκη του
O Τζέφρι Ντάμερ στη διάρκεια της δίκης του

“Ξέρεις, Άντερσον, θα ήθελα να σου πω την ιστορία μου. Σε αυτήν τη θέση που βρίσκομαι ξέρω κι εγώ κι εσύ ότι δεν υπάρχει γυρισμός και δεν υπάρχει τίποτα για μένα που να αξίζει. Έκανα τις μετάνοιές μου, όμως δεν έχω νιώσει ούτε λίγο στο πετσί μου τη συγχώρεση από κανέναν. Τώρα θέλω να μιλήσω. Ίσως και να είχαν ενδιαφέρον αυτά που έκανα, ίσως να ενδιαφέρουν κι εσένα”.

“Καλύτερα να το βουλώσεις και να καθαρίσεις”, του απάντησε ο Άντερσον. Ο Σκάρβερ, όμως, έκατσε σιωπηλός και ήρεμος σαν να αδιαφόρησε ή σαν να περίμενε να ακούσει όντως κάτι. Συνέχισε χωρίς φόβο το ρίσκο που είχε ξεκινήσει.

“Είμαι από το Ουίνσκόνσιν, σε περίπτωση που δεν το ξέρατε, και γεννήθηκα στις 21 Μαΐου του 1960. Πιστεύω πως ήμουνα ένα πολύ χαρούμενο παιδί και μου άρεσε να παίζω με τα συνομήλικά μου παιδιά. Οι γονείς μου, μου είπαν πως μετά από μια χειρουργική επέμβαση, που έκανα όταν ήμουνα τεσσάρων χρονών, άρχισα να γίνομαι πιο απόμακρος. Ίσως να επηρέασε κάπως τον εγκέφαλό μου. Όμως δεν τους πίστεψα ποτέ, γιατί άρχισα να αντιλαμβάνομαι από μικρός τα προβλήματα που είχαμε ως οικογένεια. Μου είπαν πως έγινα ακόμα πιο συγκρατημένος όταν γεννήθηκε ο αδερφός μου. Δεν λέγανε όμως ότι εγώ ήμουνα αυτός που τον φρόντιζε περισσότερο.

Η μητέρα μου πάντα ήθελε να τραβάει την προσοχή του πατέρα μου όσο ήταν σπίτι και λόγω της δουλειάς του έλλειπε αρκετό καιρό. Έτσι, όσο θυμάμαι όλα τα μέλη της οικογένειας στο σπίτι, υπήρχαν πάντα δράματα και τσακωμοί. Αυτή η γυναίκα τσακώνονταν ακόμα και με τους γείτονες για να νιώσει ότι έχει την ελάχιστη προσοχή. Δεν της έχω κρατήσει κακία, γιατί ξέρω ότι πήρα τα δικά της βήματα τρέλας και προφανώς δεν είμαι εγώ το κατάλληλο άτομο για να την κρίνει”.

“Ελπίζω να μην φέρεις τα οικογενειακά σου προβλήματα ως δικαιολογία γι’ αυτά που έκανες”, τον διέκοψε ο Άντερσον.

“Δεν λέω τίποτα με σκοπό ν’ απολογηθώ. Η δίκη μου πέρασε και βιώνω την τιμωρία μου”.

Θα συνεχίσω με την περίοδο της εφηβείας, όπου άρχισα να καταλαβαίνω τα γούστα μου. Δεν μπορούσα να τα εκφράσω χωρίς ντροπή. Ήδη με θεωρούσαν περίεργο, ακοινώνητο και αποκομμένο. Προσπάθησα να το φτιάξω αυτό. Βρήκα έναν τρόπο να γίνομαι αστείος, κάνοντας νευρικές κινήσεις με το σώμα μου, αλλά μετά από κάποια στιγμή τα υπόλοιπα παιδιά απλά νόμιζαν ότι είχα πρόβλημα, κι έτσι έγινα πάλι αντιπαθητικός.

Ο Ντάμερ στην εφηβεία του, όπου στο σχολείο ήταν γνωστός για τις περίεργες πλάκες του.

Στα κρυφά μου χόμπυ ήταν και συλλογή νεκρών ζώων, τα οποία διαμελούσα για να δω την ανατομία τους και πως είναι το εσωτερικό τους. Τότε, όταν ήμουνα 14 χρονών, οι νεκροί μου τράβηξαν περισσότερο το αρρωστημένο ενδιαφέρον. Τα νεκρά ζώα ήταν καλά, αλλά δεν μου αρκούσαν. Έπρεπε να επεξεργαστώ πτώματα αντρών. Οι γυναίκες δεν με συγκίνησαν ποτέ”.

Ο Άντερσον απέκτησε μια έκφραση αηδίας, σαν να σκέφτηκε πρότερα ότι θα ακολουθήσει μια ιστορία αηδιαστική ακόμα και για τους χειρότερους εγκληματίες που βρισκόντουσαν στη φυλακή εκείνη. Ο Σκάρβερ συνέχισε να παραμένει ανέκφραστος.

“Το πρώτο θύμα είναι αυτό που κάποιος θυμάται περισσότερο. Είναι η πρώτη ουσιαστική επαφή με τον θάνατο που προκάλεσες εσύ ο ίδιος. Είναι τότε που ξέρεις ότι όλα αλλάζουν και παίρνεις την απόφαση. Είτε συνεχίζεις αυτό που έκανες με μέθοδο και μυστικότητα, είτε το βάζεις στα πόδια γεμάτος τύψεις. Κι εγώ διάλεξα την πρώτη επιλογή.

Το πρώτο θύμα μου, λοιπόν, ήρθε όταν τελείωσα το σχολείο. Ένας άντρας που ταξίδευε με οτοστόπ. Τον πήρα στο αυτοκίνητο και τον πήγα στο σπίτι των γονιών μου. Οι σκέψεις μου για το τι μπορούσα να του κάνω φούντωναν όλο και περισσότερο στη διαδρομή. Και ήθελα όντως να τα κάνω όλα αυτά που σκεφτόμουν. Εκείνος εμπιστευόταν εύκολα κι εγώ φαινόμουν ένα μικρό και αγαθό έφηβο αγόρι. Είχα δύναμη όμως, γιατί έκανα βάρη, κι έτσι δεν είχα τον φόβο της αποτυχίας. Βρήκα κάποια κοινά μας σημεία και του έπιασα την κουβέντα. Του έβαλα να πιει κι εκείνος, παρασυρμένος από τη στιγμή και από την ασφάλεια που ένιωθε, υπέκυψε.

Του έδωσα να πιει όλο και περισσότερο, με αποτέλεσμα να μεθύσει. Προσπάθησε να φύγει, αλλά τον χτύπησα στο κεφάλι, έπεσε κάτω και τον στραγγάλισα με μία από τις μικρές μπάρες γυμναστικής. Διαμέλισα το πτώμα και έβαλα τα μέλη σε πλαστικές σακούλες. Η καλύτερή μου ιδέα εκείνη τη στιγμή ήταν να τα θάψω στον πίσω κήπο του σπιτιού, κι αυτό έκανα. Μετά από κάποια χρόνια τα ξέθαψα, τα θρυμμάτισα και τα διασκόρπισα σε μια μεγάλη χαράδρα.

Jeffrey Dahmer
Στην αποφοίτησή του.

Την γλίτωσα χωρίς μπελάδες από εκεί. Δεν είναι άδικο που μερικοί άνθρωποι πεθαίνουν ή εξαφανίζονται και κανείς δεν ενδιαφέρεται πραγματικά να τους ψάξει; Σαν να μην έχει ουσία η ύπαρξή τους ή ο μόνος ρόλος που γεννήθηκαν να παίξουν να ήταν αυτός του θύματος.

Μόλις γλυκάθηκα από το γεγονός όμως, συνειδητοποίησα ότι το χόμπυ μου ήταν πολύ επικίνδυνο. Δεν ήμουνα ευχαριστημένος, ωστόσο και ήθελα κι άλλο. Δεν μου έφτανε αυτό που έκανα… Δίσταζα ακόμη, κι όλη αυτή η τρομοκρατία για το τι μπορεί να συμβεί εάν πραγματοποιήσω τις φαντασιώσεις μου, με στοίχειωνε. Έτσι, ο έρωτάς μου έγινε το ποτό κι άρχισα να καταστρέφω τη ζωή μου με άλλο τρόπο. Με απέβαλλαν από το πανεπιστήμιο και ο πατέρας μου ήθελε οπωσδήποτε να πάω στον στρατό. Πράγμα που έγινε εν τέλει.

Με μετέφεραν στη Γερμανία και, παρόλο που όλοι οι κανόνες και οι καταστάσεις ήταν αυστηροί, εγώ συνέχισα να πίνω και κάπου στο ’81 με απέλυσαν. Οι Γερμανοί έκαναν και έρευνες αργότερα για να δουν αν ήμουνα ένοχος για κάποια θύματα που έτυχε να υπάρξουν την περίοδο που υπηρετούσα κι εγώ εκεί. Τα χέρια μου όμως ήταν καθαρά όλο αυτό το διάστημα.

Jeffrey Dahmer
Καθώς υπηρετούσε στον στρατό.

Παρεμπιπτόντως, αυτός ο τοίχος έχει πολύ γλίτσα. Θα ρίξω παραπάνω χλωρίνη…

Η αλήθεια είναι πως δεν ήμουνα και τόσο αθώος. Υπήρχαν φορές που πίναμε με τους άλλους συναδέλφους. Έτυχε να βρεθώ μόνος με δύο στρατιώτες που είχαν μεθύσει πολύ και αυτό με διέγειρε. Οι κινήσεις τους και τα αντανακλαστικά τους ήταν πολύ αργά για να με σταματήσουν, κι έτσι τους εκμεταλλεύτηκα. Βέβαια, δεν είχαν πιει αρκετά ώστε να μην θυμούνται τίποτα κι έτσι με ανέφεραν στους ανώτερους την επόμενη μέρα. Ήταν η κυριότερη αιτία που με έδιωξαν”.

Ο Σκάρβερ γέλασε μόνος του και ο Ντάμερ είδε ότι όντως τον ακούει. Δεν ήξερε όμως πώς να εκλάβει αυτό το γέλιο, οπότε συνέχισε.

“Αφότου με απέλυσαν, γύρισα στο Οχάιο. Ήμουνα ένας διαφορετικός άνθρωπος -και όχι με την καλή έννοια. Ο νόμος και η γνώμη των δικών μου ατόμων με τρομοκρατούσε όλο και λιγότερο. Με συνέλαβαν δύο φορές μέσα σ’ ένα χρόνο για απρεπή συμπεριφορά. Η δεύτερη ήταν πιο ριψοκίνδυνη… Κάπου στο ’86 καθόμουν σ’ ένα πάρκο και είδα δύο αγόρια να πλησιάζουν από μακρυά. Το να τους μιλήσω φυσιολογικά δεν μου πρόσφερε καμία ικανοποίηση. Γι’ αυτό άρχισα να με χαϊδεύω κι όσο πλησίαζαν αυτό γινόταν ακόμα πιο έντονο. Δεν με ενδιέφερε αν θα με έβλεπαν, και νομίζω πως ήθελαν να με δουν. Φυσικά σε εκείνους δεν άρεσε και με κατήγγειλαν. Ο δικαστής μού έδωσε μια δοκιμαστική ποινή ενός έτους κατά την οποία ήμουνα πολύ ήσυχος και χαμηλών τόνων, όμως εγώ απλά σκεφτόμουν τι θα κάνω μετά.

Έπρεπε να φτιάξω ένα προφίλ που θα με ικανοποιούσε. Ήξερα ότι μου άρεσαν οι άντρες, αλλά όχι ζωντανοί. Μου άρεσε να έρχομαι σε επαφή μαζί τους ή ακόμα απλά να βλέπω τα άψυχα σώματά τους. Ίσως να μπορούσα να τα μετατρέψω και σε ζόμπι. Όμως έπρεπε να είμαι ελεύθερος για να μπορέσω να πειραματιστώ, οπότε απλά περίμενα.

Και η ώρα μου ήρθε και έπρεπε να βασιλέψω. Κανένας οίκτος, καμία οπισθοχώριση. Θα ζούσα όσα ήθελα να ζήσω μέχρι τέλους. Τα έβαλα όλα σε μια σειρά. Διάλεγα άτομα που θεωρούντουσαν παρακμιακά, αυτά που δεν θα τα αναζητούσε εύκολα κάποιος. Και αυτά τα άτομα ήταν ακόμη πιο βατό να τα δελεάσω. Θα πουλούσαν το σώμα τους για λίγα χρήματα κι εγώ δεν ήμουνα και άσχημος. Οπότε ερχόντουσαν στο σπίτι μου και τους νάρκωνα με οποιονδήποτε τρόπο. Ένα ακόμη στοιχείο πάνω τους που προτιμούσα ήταν να είναι Αφροαμερικανοί”.

“Και ποιο ήταν ακριβώς το πρόβλημά σου με τους Αφροαμερικανούς;” τον διέκοψε ο Σκάρβερ.

“Δεν είχα κάποιο θέμα μαζί τους. Ίσως στο μυαλό μου έμεινε ότι έχουν μεγαλύτερα προσόντα απ’ ότι ένας λευκός. Δεν ήταν οι Αφροαμερικανοί το θέμα, τέλος πάντων.

Μου άρεσε να τους σκοτώνω στραγγαλίζοντάς τους και μετά να κάνω ό,τι θέλω με το σώμα τους. Είναι γεγονός ότι από τη στιγμή που είναι νεκροί, δεν έχουν αντίληψη, οπότε δεν θεωρείται βιασμός. Ήταν απλά ένα αντικείμενο ικανοποίησης για μένα. Κάτι που δεν θα μου έφερνε αντίρρηση. Όταν τελείωνα τους διαμέλιζα και έβγαζα πολαρόιντ φωτογραφίες τα μέλη τους. Κρατούσα αναμνήσεις με τον καθένα από αυτούς.

Έκανα πολλούς διαμελισμούς στο υπόγειο της γιαγιάς μου, όπου ζούσα για κάποιο διάστημα. Είχα και γνώσεις χημείας για να αντιμετωπίσω την αποσύνθεση, και το αστείο είναι ότι αυτές τις γνώσεις τις πήρα από τον πατέρα μου από τη φάση που πέρασα με τα ζώα. Υποθέτω πως πίστευε πραγματικά σε μένα κι ότι θα γινόμουν σπουδαίος άντρας.

Κατά το διάστημα που έμενα με την γιαγιά μου έπρεπε να λείπω ώρες από το σπίτι για να μην φανώ ύποπτος, και το πρόβλημα με το ποτό δεν το έκοψα ποτέ. Μετά από κάποιο καιρό με βαρέθηκε εμένα και τη συμπεριφορά μου, κι έτσι με έδιωξε. Έπρεπε να γίνω ανεξάρτητος τώρα πια. Να αποκτήσω δικό μου διαμέρισμα, ώστε να είμαι πιο ελεύθερος.

Τα πράγματα δυσκόλευαν όμως και δύο φορές πήγαν να με πιάσουν. Τη μία ήταν όταν με κατηγόρησαν για κακοποίηση ανηλίκου -και σας ορκίζομαι ότι φαινόταν πολύ μεγαλύτερος. Στη δίκη φάνηκε πως έχω κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα και την γλίτωσα μ’ ένα χρόνο φυλάκιση, κατά τον οποίο έκανα και ψυχοθεραπείες. Τελικά, έμεινα μέσα μόνο 10 μήνες και μετά ήμουνα αθώος πάλι.

Η άλλη ήταν όταν μια γειτόνισσα κάλεσε την αστυνομία. Ένας τύπος κατάφερε να μου ξεφύγει και έτρεχε γυμνός στον δρόμο. Ήταν ναρκωμένος και όταν τους οδήγησε σε μένα έπεισα τους αστυνομικούς ότι είχαμε απλά έναν καβγά ως ζευγάρι. Όφειλαν να ψάξουν το σπίτι, αλλά δεν έψαξαν καλά. Εάν άνοιγαν λίγα παραπάνω συρτάρια, θα είχα τελειώσει εκεί το ταξίδι μου. Για την ακρίβεια, υπήρχε ένα πτώμα μέσα στο σπίτι όταν έκαναν τον έλεγχο. Είτε ήταν ηλίθιοι είτε εγώ ήμουν πολύ καλός ψεύτης.

Η δυσοσμία όμως γινόταν όλο και πιο έντονη από τα πτώματα και οι γείτονες είχαν καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Κάλεσαν κι άλλες φορές την αστυνομία, όμως ήμουν πλέον εξπέρ στο να τους ξεγλιστράω. Μπορούσα να τους κρύβομαι με άνεση πλέον. Επέκτεινα και τους πειραματισμούς μου. Η επιθυμία μου να δημιουργήσω ζόμπι δεν σταμάτησε. Άρχισα να κάνω λοβοτομές και να τρυπάω τα κρανία τους για να ρίξω μέσα βραστό νερό και υδροχλωρικό οξύ. Τίποτα δεν γινόταν, όμως, και με στεναχωρούσε. Όταν μου άρεσε πολύ κάποιο στοιχείο στο σώμα τους το κρατούσα. Μου άρεσε να βαλσαμώνω τα γενετικά τους όργανα, ακριβώς όπως κάνουν κάποιοι κυνηγοί με τα κεφάλια των ελαφιών.

Τελικά με συνέλαβαν το ’91 και τότε ήταν που ήρθε το πραγματικό μου τέλος. Όταν ένας 32χρονος κατάφερε να μου ξεφύγει και να φέρει την αστυνομία σπίτι. Τους μαρτύρησε όλα όσα του έκανα και τότε έψαξαν εξονυχιστικά το σπίτι μου”.

Ο Σκάρβερ άρχισε να κάνει νευρικές κινήσεις, αλλά κανένας από τους δύο συγκρατούμενούς του δεν το παρατήρησε.

“Βρέθηκαν όλα. Οι φωτογραφίες, τα σουβενίρ από τα μέλη των σωμάτων. Ήμουνα καταδικασμένος και όλα με ενοχοποιούσαν. Όλες μου λεπίδες, τα μαχαίρια και τα πριόνια κατασχέθηκαν. Ήταν το τέλος μου. Με καταλαβαίνετε κι εσείς τι θέλω να πω με αυτό. Και τα παραδέχτηκα όλα. Και τους 17 φόνους.

Και τώρα είμαι εδώ. Μου θυμίζει λίγο τα σχολικά μου χρόνια, μόνο που υπάρχει περισσότερη βία. Προσπάθησαν ήδη να με σκοτώσουν μια φορά με λεπίδα, αλλά είμαι ακόμα ζωντανός έχοντας αυτό το μικρό σημάδι στο λαιμό. Και οι μετάνοιες που έδειξα δεν με φέρανε σε καλύτερη θέση”.

Jeffrey Dahmer
Συρτάρι με τις φωτογραφίες πόλαρόιντ στο διαμέρισμα του Ντάμερ
Jeffrey Dahmer - Fevronia Koutelida
Ένα από τα κρανία των θυμάτων του όπου φαίνονται τα αποτελέσματα των πειραματισμών του

“Νιώθεις καλύτερα τώρα που είπες τις αμαρτίες σου;” τον ρώτησε ο Σκάρβερ. Σπίθες εμφανιζόντουσαν στα μάτια του και είχε την όψη αγριμιού.

“Πρέπει να τελειώνουμε”, είπε ο Άντερσον. “Έρχονται οι φύλακες όπου να ‘ναι”.

“Έχω να σας πω κάτι κι εγώ”, συνέχισε ο Σκάρβερ. “Δεν σε συμπάθησα ποτέ, Ντάμερ. Έχεις πρόβλημα με άτομα σαν εμάς, όπως και όλοι οι άλλοι σε αυτή την χώρα. Νομίζεις πως με το χλωμό δέρμα είσαι ανώτερος και πως θα την σκαπουλάρεις ό,τι κι αν γίνει, δεν είναι έτσι όμως”.

Μετά από αυτό έβγαλε μια μεταλλική μπάρα από τη στολή του. Επιτέθηκε με μίσος στον Ντάμερ και τον Άντερσον.

In the end…

Ο Κρίστοφερ Σκάρβερ κατάφερε να ξυλοκοπήσει μέχρι θανάτου και τους δύο φυλακισμένους με μια μεταλλική μπάρα που έκλεψε από τα βάρη του γυμναστηρίου της φυλακής. Σε μια συνέντευξή του το 2015 ανέφερε πως όλοι ήξεραν ότι απεχθανόταν τον Ντάμερ και ότι έγινε επίτηδες η προσωπική συνεύρεσή τους.

Μετά τον θάνατό του, κάποιοι επιχειρηματίες του Μιλγουόκι συγκέντρωσαν κάποια χρήματα για να αγοράσουν τα αντικείμενα του Τζέφρι Ντάμερ, ώστε να μην γίνουν αντικείμενο γελοιοποίησης από τα ΜΜΕ.

Συνέντευξη του Τζέφρι Ντάμερ μαζί με τον πατέρα του όσο βρισκόταν στη φυλακή.

Ταινίες με τη βιογραφία του Τζέφρι Ντάμερ είναι οι εξής:

  • My friend Dahmer (2017)
  • Dahmer (2002)
  • Raising Jeffrey Dahmer (2006)

Πηγές

  • history.com
  • biography.com
  • crimemuseum.org
  • wikipedia.com
  • listverse.com

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά