“Mummy Brown”: ζωγραφίζοντας με τους νεκρούς

by Σταμάτης Οικονόμου

Πώς θα σας φαινόταν αν διαβάζατε μια διαφήμιση στην εφημερίδα όπου αναζητούσαν προς αγορά… μούμιες; Το 1904, η λονδρέζικη εταιρεία C. Roberson & Co ανάρτησε αγγελία στην Daily Mail λέγοντας ότι:

«Χρειαζόμαστε μια μούμια για να δημιουργήσουμε χρώμα. Σίγουρα μια μούμια 2.000 ετών ενός Αιγύπτου μονάρχη θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να διακοσμήσει μια καλαίσθητη τοιχογραφία… χωρίς να προσβάλλει το φάντασμα του εκλιπόντος ή των απογόνων του ».

Woodcock 1996

Το Κεφάλι του Νεκρού (Caput Mortuum), επίσης γνωστό ως Mummy Brown, ήταν ένα χρώμα που χρησιμοποιούταν ευρέως από τους Προραφαηλίτες ζωγράφους. Ήταν ένα καλλιτεχνικό κίνημα που αποσκοπούσε στο να ανανεώσει τη ζωγραφική μέσω της μίμησης Ιταλών ζωγράφων, προγενέστερων του Ραφαήλ. Πίστευαν πως η τέχνη θα έπρεπε να αποτυπώνει τον κόσμο όπως πραγματικά είναι, και γι’ αυτόν το λόγο ένα γήινο χρώμα σαν το Καφέ της Αιγύπτου ήταν ιδανικό για τον σκοπό τους.

“Εσωτερικό μιας Κουζίνας” – Μάρτιν Ντρόλινγκ. Πηγή: Wikipedia
Ένας νυσταγμένος έμπορος μουμιών με το ακόμα πιο κουρασμένο του εμπόρευμα. (Felix Bonfils 1875). Πηγή: Wikipedia Commons

Το όνομα όμως του χρώματος είναι ίσως πιο κυριολεκτικό απ’ όσο θα έπρεπε, καθότι τα συστατικά πέρα από τα συνήθη -όπως πίσσα και ρετσίνι- για τη δημιουργία χρωμάτων, περιλάμβαναν αλεσμένους αρχαίους Αιγύπτιους ευγενείς ή/και τα κατοικίδια αυτών.  Ναι, καλά διαβάσατε. Το κύριο συστατικό ήταν σκόνη από αιγυπτιακές μούμιες.

Για την τελική παραγωγή του χρώματος, τα υπολείμματα των μουμιών αναμιγνύονταν με πίσσα και μύρο, σύμφωνα με το Journal of Art in Society. Το αποτέλεσμα ήταν μια γοητευτική, διαφανής καφέ απόχρωση, κάτι ανάμεσα σε απλό ή σκουρόχρωμο ελαιόμαυρο. Παρόλο που προέρχεται από την Αρχαία Αίγυπτο έγινε πολύ δημοφιλές στην Ευρώπη μεταξύ 16ου και 19ου αιώνα.

Εμπόριο Μούμιας

Αλλά πώς κατέληξαν οι μούμιες να έχουν τέτοια χρήση; Τον 16ο αιώνα διάνθιζε το εμπόριο μούμιας μεταξύ Αιγύπτου κι Ευρώπης. Αυτό συνέβαινε για δύο λόγους: πρώτον, κάποιοι ευγενείς προσέθεταν κομμάτια ή και ολόκληρες μούμιες στις ιδιωτικές τους συλλογές, και δεύτερον, για φαρμακευτικούς λόγους.

Από την αρχαία Ελλάδα ακόμα χρησιμοποιούσαν την πίσσα ως γιατροσόφι. Εικάζεται πως επειδή οι μούμιες με το πέρασμα του χρόνου και λόγω των υλικών βαλσάμωσης, αποκτούσαν έντονο σκούρο χρώμα, θα ήταν ένα άριστο υποκατάστατο για την ολοένα και σπανιότερη πίσσα. Έτσι, έφτιαχναν ένα σωρό σκευάσματα από αυτό για κάθε είδους πάθηση: από χτυπήματα και ζαλάδες μέχρι ποδάγρα και δυσεντερία. Αντίστοιχα, άρχισε να χρησιμοποιείται και στην παρασκευή χρωμάτων σαν κολλώδης ουσία, συν του ό,τι κάποιοι πίστευα πως με αυτόν τον τρόπο θα προσέδιδαν μυστηριακές ικανότητες στο έργο τους.

Εξέταση μια Μούμιας – Μια ιέρεια του Άμμων, Paul Dominique Philippoteaux c 1891. Πηγή: Peter Nahum at The Leicester Gallery, London

Δημοτικότητα και παρακμή

Η δημοτικότητα αυτής της χρωστικής ουσίαςέχει αποτυπωθεί και στο ποίημα του του Τζορτζ Κέιτ (George Keate) «Επιστολή προς την Αγγελική Κάουφμαν» (Epistle to Angelica Kauffman, 1781), στο οποίο ο ποιητής επαινεί τον καλλιτέχνη για πάνω από 32 σελίδες που επέτρεψε στη μούμια να ζήσει για πάντα μέσα από τους πίνακες της. Στο άρθρο «“Body Colour: The Misuse of Mummy,», ο συντηρητής και ιστορικός Sally Woodcock σχολιάζει:

«Είναι πιθανό ότι [το Mummy brown] συνέχισε να είναι δημοφιλές για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα επειδή ήταν εύκολο στη χρήση, έδωσε ένα αρχικά ευχάριστο αποτέλεσμα και οι καλλιτέχνες δεν μπόρεσαν ν’ αντισταθούν στη γοητεία της ζωγραφικής μέσω ενός υλικού τέτοιας αρχαιότητας».

(Woodcock 1996).

Κάποιες φορές, μάλιστα, η ζήτηση για το χρώμα ήταν τόσο μεγάλη ώστε υπερέβαινε τη διαθεσιμότητα σε μούμιες, οδηγώντας διάφορους προμηθευτές στη χρήση σύγχρονων πτωμάτων από εγκληματίες ή σκλάβους. Το ίδιο το χρώμα, παρά την ιδιαίτερη απόχρωση και ιστορία του, ήταν μάλλον «ασταθές», καθότι διαφορετικά κομμάτια της μούμιας παρήγαγαν διαφορετικό αποτέλεσμα και λεγόταν μάλιστα πως τα πιο «σαρκώδη» ήταν τα ιδανικά. Αν και ήταν επιρρεπές στο ξεθώριασμα, αρκετοί ζωγράφοι, συμπεριλαμβανομένων των Eugène Delacroix, Martin Drolling και Edward Burnes, το χρησιμοποίησαν στα έργα τους. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν γνώριζαν όλοι οι καλλιτέχνες που χρησιμοποίησαν τη Mummy Brown χρωστική ότι χρησιμοποιούσαν ένα χρώμα αποτελούμενο από ανθρώπους που είχαν ζήσει και είχαν πεθάνει χιλιάδες χρόνια πριν από αυτούς. Μερικοί από αυτούς τους καλλιτέχνες ταράχτηκαν πολύ όταν ενημερώθηκαν για την προέλευση της χρωστικής ουσίας και έκοψαν γρήγορα οποιαδήποτε χρήση του χρώματος.

Σωληνάριο χρωστικής mummy brown αγορασμένο από τον C. Roberson στις αρχές του 1900.
Forbes Pigment Collection, Harvard Art Museums, Straus.17. Photo: R. Leopoldina Torres.

Σταδιακά, κατά τον 19ο αιώνα, λόγω της δυσκολίας στο ν’ αποκτηθούν φρέσκες μούμιες, της αστάθειας του υλικού αλλά και της κακής δημοσιότητας, το χρώμα άρχισε να σβήνει. Επίσημα, όμως, η παραγωγή του Mummy Brown από τον C. Roberson διακόπηκε το 1964. Ο διευθύνων σύμβουλος, Geoffrey Roberson-Park, είπε τότε στο περιοδικό Time ότι είχαν τελειώσει τις μούμιες:

«Μπορεί να έχουν ξεμείνει εδώ κι εκεί μερικά περίεργα άνω ή κάτω άκρα, αλλά δεν αρκούν για να παράγουμε άλλο το χρώμα».

Time 1964

Υπάρχουν και σήμερα μοντέρνα συνθετικά χρώματα που φέρουν την ίδια ονομασία, αλλά όπως φαίνεται το Καφέ της Μούμιας πλέον έχει θέση μονάχα στις ιστορίες τρόμου.

Πηγές

rlttravelsblog.wordpress.com
artinsociety.com
thevintagenews.com
en.wikipedia.org

Cover art: Mummy in sarcophagus Painting by Vladimir Chebakov

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά