Notre Dame, Mater Ignita: Η Κυρία μας η Φλεγόμενη

by Χριστίνα Λάσκη

Το άκουσα αργά χθες βράδυ, μέσα σε ένα σκοτεινό βιβλιοπωλείο, βγαίνοντας από μια τριήμερη απομόνωση. Ότι κάηκε, λέει, η Παναγία των Παρισίων.

Γέλασα στην αρχή με δυσπιστία, μετά αρνήθηκα να μου δείξουν φωτογραφίες. Μου κόπηκε η αναπνοή. Σηκώθηκα τα ξημερώματα και προσπάθησα να ξεκινήσω τη μέρα μου. Μα μπρος στα μάτια μου αιωρούταν η στάχτη, όπου κι αν περπατούσα. Έκλεινα τα μάτια και με στοίχειωναν λέξεις και εικόνες από κάτι χρόνια αλλοτινά, από τότε που κατοικούσα κι εγώ, για όχι αρκετό καιρό, σε εκείνη την Πόλη, την τόσο μεγαλειώδη που φάνταζε απόκοσμη. Χρόνια μετά, ίσως πέρσι, για λόγους που δεν εννοούσα, κάποιοι χειροκροτούσαν μια «λογοτεχνική διάκριση», μια μικρή ιστορία για ένα στοιχειωμένο βιολί, που τη χρωστούσα μόνο σε εκείνη την πόλη:

«Και ξεκινά, με μένα ελεύθερο στα χέρια του να κατεβαίνει τη Saint Michel. Και ναι, οι λευκοί θόλοι η Σορβόννη! Και το μεσαιωνικό Cluny και η Saint- Germain, και το ποτάμι, ααα, το ποτάμι, και μακριά, μακριά στο βάθος, η παλιά εκκλησία της Notre-Dame – ω θαύμα, το ετοιμόρροπο θηρίο ορθώνει ακόμα τα ακρωτηριασμένα gargoyle του στον ουρανό… Αγαπημένο Παρίσι! Μακάρι να είχα ακόμη μάτια, για να κλάψω από χαρά και φρίκη για αυτή την πόλη, με την ανυπόφορη  φασαρία από μέταλλο κι άσφαλτο, μα που το μάρμαρό της λάμπει ακόμα στον ήλιο! «Την γνωρίζεις, έτσι;» ακούω τον Αντουάν να ψιθυρίζει. Με ακουμπά στον ώμο του. «Έλα, φίλε μου. Έλα να παίξουμε σ’αυτή την σκληρή, μαγική πόλη.»

Σκληρή, μαγική πόλη, έλα να παίξουμε τη μουσική και τα λόγια μας άλλη μια φορά, για την αμόλυντη, πληγιασμένη κόρη σου, αυτή που καιόμενη έκαψε το μυαλό μας.

Σουρουπώνει. Βγαίνω πάλι από τη Σορβόννη, με τα μάρμαρα και τις λέξεις της να κουδουνίζουν στο κρανίο μου και παίρνω το δρόμο δεξιά. Χαιρετώ πάλι το μουσείο του Μεσαίωνα, που γυρίζει με ένα μυστικοπαθές μειδίαμα, περνώ το νοητό μου χέρι από το ρωμαϊκό λουτρό, περνώ την Saint Michel – ένας μπρούτζινος άγγελος χαμογελά στο στήθος μου –φτάνω στο Σηκουάνα, που φλοισβίζει λερός, «Θυμάσαι; Εγώ ξέρω, εγώ πέρασα και σ’ έπλυνα και εκεί». Την πρώτη φορά λύγισαν τα γόνατα μου τόσο έξαφνα, που έπρεπε να κρατηθώ από την πέτρινη κουπαστή της γέφυρας. Μπροστά, στο βάθος είχα πρωτοδεί την Παναγία των Παρισίων. Θολωμένα από τα υγρά μάτια μου και την αχλύ του θρύλου, αγέρωχη, αψηφώντας το χρόνο και το σίδερο – γύρω σμήνη, απαστράπτοντα από φλας, οι άνθρωποι. Σαν να αιωρούταν μισό μέτρο πάνω από τη γη. Μόνο όταν πάτησα το πόδι μου στο πρώτο φθαρμένο σκαλοπάτι ακούμπησε με βρόντο στο έδαφος κι έγινε αληθινή.

Γύρω μου φτερουγίζουν οι μικροί δαίμονες της οροφής της, γαργαλάνε με τις πέτρινές τους πατούσες τους ώμους μου, που γέρνουν μπρος την οθόνη που φλέγεται. Μου γελούν τα gargoyle, με τα καψαλισμένα τους αυτιά και τα ρημαγμένα τους στόματα, πετούνε τώρα οι φύλακες ελεύθεροι πάνω από τα καμπαναριά και με παρατούν μπροστά στην καπνισμένη της φιγούρα, μέσα στο συφερτό των ανθρώπων που φωνάζουν. Τα πόδια μου σηκώνονται από το χώμα και με πηγαίνουν, όπως την πρώτη φορά, όπως την τελευταία φορά, μέσα στα σκοτεινά, μυστικά, σπλάχνα της, τώρα από λιωμένο μέταλλο, τσουρουφλισμένο ξύλο και προσευχητάρια από στάχτη.

Δεν πιστεύω και πολύ στις εκκλησίες. Μόνο όταν είναι άδειες κρυφοκοιτάζει προς το μέρος μου ο Θεός, ή η Θεά, ή οι θεοί. Μόνο όταν είναι πολύ, πολύ σημαδεμένες από τον καιρό.

Mater Lacrimosa. Mater Dolorosa. Στα αγαλματένια μάτια της κυλούν δάκρυα γαλάζια και κόκκινα, από τα κεριά που λιώνουνε στο πρόσωπό της. Κι όμως ακόμα, απλώνει τα φλεγόμενα χέρια της πάνω απ’ την Οικουμένη. Αρχέγονη Μάγισσα μέσα στη νύχτα, ιέρεια της Αγάπης, χαμογελά με κατανόηση στην Πυρά.

Μπωντλαίρ. Έρχεσαι πάλι πλάι μου και μου υψώνεις τα μάτια με το κεφάλι χαμηλωμένο, μ’ εκείνο το αγριεμένο βλέμμα, που στοιχειώνει εξαίσια τ’ απογεύματα των φοιτητών με τα χοντρά γυαλιά και τα τρεμάμενα χέρια. Πίσω σου η κουστωδία των καταραμένων, Ρεμπώ… Βερλαίν, Απολλιναίρ… ακόμα κι ο Μπάιρον έρχεται, μουσκεμένος στον ιδρώτα, από την Ελλάδα και στέκεται πιο μακριά, διστακτικά. Δεν έχουν σημασία πια οι χρονολογίες, τις ποδοπατάτε μανιασμένοι κι χύνετε στη φλόγα ένα ποτήρι πράσινο αψέντι, λατρεύοντας την ανοησία των ανθρώπων. Και κοιτάτε, μ’ έκσταση τώρα, μες σ’ αυτό το πανάρχαιο, συνηθισμένο θέατρο,   l’Être aux ailes de gaze, terrasser l’énorme Satan. Πάρε, ποιητή, την Μαυρισμένη Γυναίκα, που της ψιθυρίζουν οι λησμονημένοι την αγωνία τους και τύλιξε κι αυτήν τώρα με τις γάζες σου.

O Γουάιλντ, σέρνοντας λίγο το πόδι, στον δεξιό διάδρομο, υψώνει το αδάμαστο χέρι του και χαϊδεύει μ’ ένα αλητήριο πάθος τον μαρμάρινο Αμνό. Ύστερα γέρνει το κεφάλι πάνω του και Εκείνος τον παίρνει στη μάλλινη ράχη του και τον πετά ως το χώμα του Père Lachaise, όπου χορεύουν αργά, με τα χέρια ψηλά και τα τραγούδια τους μπλεγμένα ο Σοπέν, η Πιάφ και ο Μόρισον.

Εκεί πίσω, στην Κυρία μας, όμως, στην Κυρία που πια στα οχτακοσιοστά γενέθλιά της γέρνει λίγο κι αυτή, στηρίζοντας με κόπο τα σκουριασμένα καμπαναριά της, ορθώνεται πελώριος, στο ύψος της, ο Ουγκώ, και τη στηρίζει. Και της ψιθυρίζει στο αυτί: μη μου φοβάσαι, εγώ θα τραγουδήσω και θα έρθουν οι άνθρωποι για να σε ξανανιώσουνε, καλή μου, μια ιστορία μόνο για σένα, άκου:

“Les saints étaient ses amis, et le bénissaient; les monstres étaient ses amis, et le gardaient.”

Οι άγιοι ήταν οι φίλοι του, και τον ευλόγησαν. Τα τέρατα ήταν οι φίλοι του, και τον προστάτευαν.

Victor Hugo, Η Παναγία των Παρισίων

«Ήθελα να σε δω ξανά, να σε αγγίξω, να δω ποια είσαι, να δω αν θα σε βρω ολόιδια με την εικόνα την ιδανική που είχε απομείνει μέσα μου και ίσως να θρυμματίσω το όνειρό μου με τη βοήθεια της πραγματικότητας.»

Δεν έχω ξανάρθει ακόμα με σάρκα και οστά από τότε, ήθελα να σε δω ξανά, τσακισμένη με τη βοήθεια της πραγματικότητας και να, εκπληρώνονται τα λόγια του παλιού βιβλίου.

Πήρε την πένα του και ήρθαν οι άνθρωποι και έρχεται πάλι χορεύοντας, γύρω μου, λυγερή η Εσμεράλδα και ο Κουασιμόδος, πάνω από το καμπαναριό, κρεμάει την καμπουριασμένη ασχήμια του πάνω στο σχοινί της καμπάνας και την χτυπά, και τα δαιμόνια και οι άγγελοι χύνονται να φέρουν τους ανθρώπους. Χτυπά, χτυπά η γριά καμπάνα, φωνάζει: ευλογία, ευλογία ελάτε, φωτιά, φωτιά ελάτε, δεν ακούτε, φωτιά.

Σε μια παλιά φωτογραφία, του Δεύτερου Πολέμου, η Notre Dame, αγκαλιασμένη στοργικά από δεκάδες τσουβάλια, γέρνει να κοιμηθεί γαλήνια, πάνω στα μαξιλάρια της. Δεν θα την αγγίξουν οι βόμβες των θηρίων. Έχει τους αγγέλους της, τους δαίμονές της, τους ανθρώπους να την φυλάνε.

Μια χορωδία παιδιών τραντάζει την εκκλησία. Στον κεντρικό διάδρομο, μια σειρά μπρούτζινες  καμπάνες, πολύ ψηλότερες από μένα, η καθεμιά με τη δική της νότα, το δικό της όνομα, το δικό της μαγικό στοιχειό – τις ξαναχύσανε οι Παριζιάνοι, για άλλη μια φορά, τον εικοστό πρώτο αιώνα και κρέμασαν, με πολύ κόπο, τους τόνους τους στο παλιό καμπαναριό, τις ξαναγέννησαν,  γιατί τις χρειάζονται, λένε, να ηχήσουν ξανά. Μα ηχούν, ηχούν, οι ιερείς τις χτυπάνε ασταμάτητα, φωτιά, φωτιά, o πύργος πέφτει, δεν ακούτε;

Αν υπάρχει άνθρωπος που πέταξε από το χέρι του φλόγα συνειδητά προχθές για αυτό το σκοπό, εύχομαι να μην έχει ψυχή. Ή αν έχει, να σιγοκαίει ατέρμονα ανάμεσα στα χαλάσματα. Θα πρέπει να υπάρχει μια ειδική γωνιά στο Αχανές Βάραθρο για εκείνους που ισοπεδώνουν τους Ναούς.

Κάθομαι στα παλιά ξύλινα στασίδια, κάπου στο κέντρο. Γύρω μου υψώνονται, μέσα στις απόκοσμες αχτίδες ενός γκρίζου δειλινού, οι αντικριστές αψίδες, ψηλά, τόσο ψηλά που μοιάζουν σαν να θέλουν με τις πέτρινες αιχμές τους να τρυπήσουν τον ουρανό και να φέρουν κάτω τους Αγγέλους για πόλεμο.

Κάτω, αριστερά, μυρμήγκι κι αυτός, λίγο μεγαλύτερο από τα άλλα, ο Καρλομάγνος, μπρούτζινος, ο χιλίων διακοσίων ετών Πατέρας της Ευρώπης. Αυτός πάτησε στο νησί του ποταμού και πρώτος ονειρεύτηκε μια Πόλη-φρούριο, άπαρτη, άσπιλη. Από ψηλά την έβλεπε να απλώνεται, ασύλληπτα πλατιά, πάνω στους κάμπους. Και για Εκείνη, χρόνια πολλά μετά, οι πολεμιστές του, με τις χρυσές πλεξούδες και τα σκληρά χέρια έβαλαν πέτρα πάνω στην πέτρα, πάνω στην πέτρα, κι έχτισαν την πρώτη εκκλησία. Χρόνια και χρόνια, ζωές και ζωές τεχνιτών, μαστόρων, τεκτόνων ακούμπησαν τα μυστικά τους εργαλεία πάνω στις πέτρες. Σκάλισαν μαγικά σύμβολα, μια γλώσσα κλειδωμένη, παράξενες κρύπτες, ανεξήγητα περάσματα, λάβαρα. Τώρα που έχουν χαθεί, πείσμωσαν κι ίσως θα πάψουν να μιλάνε. Μα βλέπω τα λάβαρα των Μυστικών Εταιριών, εκείνων που έφεραν την Αναγέννηση, να φτερουγίζουν στον Καυτό Άνεμο της πυρκαγιάς, άκαφτα. Πάω να τ’ αγγίξω και το χέρι μου πονάει.

Τα πόδια μου τρίζουν στα παλιά σκαλοπάτια του καμπαναριού. Η ανάσα μου, άμαθη πάντα στ’ ανεβάσματα σκαλώνει στους νοτισμένους τοίχους. Πίσω μου οι χαλκοπράσινοι πύργοι των εξήντα εννέα μέτρων, που μοιάζουν με το απέραντο πράσινο των κυπαρισσιών των Βερσαλλιών και θυμίζουν τη δικαιοσύνη της Φύσης, πώς όλα επιστρέφουν στο πράσινο. Πώς, κι αν οι άνθρωποι μοχθούν και υψώνουν έργα χιλιόχρονα πάνω στην μαλακή άμμο, ο Χρόνος γελά και τα κλωτσά, σαν παιδί, μέσα στο κύμα.

Κάποτε, κάποιοι φίλοι, που ήξεραν από τέτοια, στη στερνή μου μέρα στην πόλη, που τότε ακόμα ο ουρανός της ήταν πορτοκαλής μόνο από τα φώτα των δρόμων, κάποιοι φίλοι στην στερνή μου μέρα, μου φέραν σε ένα δοχείο πήλινο, χαραγμένο με έναν τροχό, τρεις χούφτες καστανό, μυρωδάτο χώμα «από τα θεμέλια της Notre Dame». Για αυτούς, όπως και για μένα, η Notre Dame ήτανε – ω, είναι – όχι ένα κτίσμα, μα μια Οντότητα, όπως ο Κολοσσός της Ρόδου και όπως ο Νείλος. Πελώρια, Μαύρα, χωρίς μορφή. Θεμελιώδη. Μα γεμάτα χώμα.

Στο στασίδι που κάθομαι το βερνίκι έχει από καιρό γλυφτεί από τα γυριστά άκρα. Γύρω μου, σε μια αριστερόστροφη λιτανεία, κόσμος γυρίζει, δείχνοντας και προσπαθώντας να μην φωνάξουν – κλείνω τα μάτια και το σύρσιμο των παπουτσιών πνίγεται, βαμβακένιο. Μια μυρωδιά, αχνή σαν πνεύμα, από ξύλο παλιό, λιβάνι από την Ανατολή και ανθρώπινα γόνατα ξεχύνεται– μα τολμώ να τρεμοπαίξω μια στιγμή τα μάτια – και η μυρωδιά γυρνά σε στάχτη, μου καίει τα πνευμόνια. Βιβλία με νότες, τώρα γκρίζα, αιωρούνται στην αύρα που εισβάλλει απ’ τα καπνισμένα, ακρωτηριασμένα βιτρό – το γυάλινο πόδι ενός αγίου, κάτι από το ρούχο του. Ψηλά, από τη Μονμάρτη, από την Εκκλησία της Ιερής Καρδιάς, που συζητά με την Αγιά Σοφιά, το Βούδα του Νεπάλ και το Μάτσου Πίτσου, κάτι ακούγεται. Εκείνη, η νεαρή λευκή εκκλησιά βλέπει τώρα τον καπνό από της αρχαίας Κυρίας τα σπλάχνα, εκείνη που τραγουδά για όλους τους καπνούς του κόσμου. Μια ψαλμωδία, μακρόσυρτη, σαν νανούρισμα, φτάνει: «Κοιμήσου, μεγάλη μου αδελφή, κοιμήσου. Όνειρο είναι και αυτό, σαν όλα τα άλλα.»

Μια νύχτα του Δεκέμβρη, ένας άντρας μου άγγιξε με προσμονή το χέρι σε έναν κινηματογράφο του Quartier Latin. Μετά το τράβηξε πίσω για πάντα. Μα ακόμη, για πάντα, θα αιωρείται μια στιγμή, όταν τεσσάμιση ώρα τη νύχτα, περπατώντας χιλιόμετρα μέσα στην ομιχλώδη πόλη σταθήκαμε μπρος στην Notre Dame και κοιτάξαμε ψηλά, κρατώντας σφιχτά ο ένας τον άλλο, γιατί τρέμαμε από το κρύο. Πάνω στις γοτθικές οροφές της,  η ομίχλη γυάλιζε και μια στιγμή μονάχα – ω! – η πιο μυτερή κορφή της άνοιξε μια σχισμή και όρμησε μέσα, πίσω από το αφτί ενός πέτρινου δαίμονα, θηριώδες, το φεγγάρι.

Βγαίνω από την πύλη. Γύρω σιωπή, νυχτερινή σιωπή, από αυτή που είναι τόσο απόλυτη που την ακούς. Μα έπειτα συρσίματα ποδιών, φανάρια με φλόγες μισοκρυμμένα πίσω από μανδύες, σπαθιά γυαλίζουν. Κρύβομαι πίσω από την κολώνα, οι μαρμαρένιοι Απόστολοι πάνω στο αέτωμα μού κλείνουν το μάτι. Πίσω, μακριά ένα βουητό. Είναι ο Εξυπερύ, έρχεται να προσευχηθεί πριν φύγει για τον ουρανό; Όχι. Είναι οι απελπισμένοι, οι άθλιοι, κατεβαίνουν από τη Βαστίλλη, με τσουγκράνες, σφυριά και μαχαίρια, με το λαιμό να φουσκώνει από  θυμό για τους πρίγκηπες. Μα εκεί στη Notre Dame, τυλιγμένοι στους συνομωτικούς μανδύες της Επανάστασης, o Νταντόν με τη βροντερή φωνή, ο Μαρά κι ο Ροβεσπιέρος, περνούν και χάνονται στα στενά. Ένας τους κοντοστέκεται, κάνει κρυφά το σταυρό του κοιτώντας την και υπόσχεται, μάταια, στο κεφάλι του, όταν γκρεμίσουν τους θρόνους των αρχόντων, Εκείνη να την αφήσουν όρθια. Απ’ το γιλέκο του πέφτει ένα βιβλιαράκι του Ρουσώ, κι έπειτα, στο ξημέρωμα, το βρίσκει ο Βοναπάρτης. Γελώντας, το παρατάει στου ποταμιού την όχθη κι εκεί το βρίσκει, ένα Μάη δυο αιώνες μετά, ένας νέος με γυαλιά και το χαρίζει στη λατρεμένη του Σιμόν, που γονατίζει γράφοντας πίσω από την εκκλησία. Αφήνουν τον ιδρώτα τους στις όχθες.

Πώς μπορεί να καεί ένας Ναός; Δεν είναι φλόγα ήδη ένας Ναός; Κάθε φορά που ερχόμουν, σε κάποιους δύσκολους καιρούς κάθε απόγευμα, καθόμουν λίγο σε μια γωνιά κι ξεφυσούσα μόνο, σιωπηλά, και η φλόγα μέσα στην ψυχή μου δυνάμωνε, κι ας παραμόνευε παγωμένος ο άνεμος από την πύλη. Είναι φλόγα. Μα τώρα που υποχώρησε η αιθάλη, τώρα είναι μόνο μέσα σε όποια καρδιά έχασε έναν χτύπο, όταν την είδε μπροστά στην οθόνη που καιγόταν. Είναι εκεί τώρα. Λευκή Φλόγα, που δεν σβήνει με τίποτα.

Γύρω μου οι άνθρωποι έχουν μαζευτεί μπρος της, γύρω από το ποτάμι και κοιτούν χωρίς να το πιστεύουν. Από τα ανοιχτά τους στόματα, καθώς κοιτούν την Φλεγόμενη Παρθένο, αναδύεται σιγανός στην αρχή, μετά ασυγκράτητος, ο γραμμένος, μέσα στα κύτταρά τους ύμνος. Ave Maria. Gratia Plena. Ίσως τα τραύματα είναι μικρά, ελπίζουν. Ίσως θεραπευτούν, ελπίζουν. Αυτός ο τόπος έχει θεραπεύσει πολλά τραύματα.

Fluctuat nec  Mergitur.

Ξεχωρίζω, για μια στιγμή, ανάμεσα σε κόκκινα οχήματα και σειρήνες, ανάμεσα στον καπνό και την τέφρα, κάποιον με τσουρουφλισμένη στολή και κράνος, με χέρια κόκκινα από την πυρωμένη μάνικα, απλωμένα ψηλά, απορρημένα. Ίσως τον ξέρω. Γονατίζει, πρώτα το ένα σκισμένο γόνατο, μετά το άλλο. Τον πλησιάζω – θα ήθελα πολύ να τον αγγίξω, αλλά οι Γάλλοι δύσκολα αφήνουν να δουν οι ξένοι, πίσω από την λεπτή, ακλόνητη ευγένειά τους, το σπαραγμό της κάθε ήττας τους. Πηγαίνω και γονατίζω πλάι του και τον κοιτώ, που ρίχνει μια τελευταία ματιά στα καπνισμένα χαλάσματα και έπειτα, με το μέτωπο στο χώμα, κλαίει.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά