The Lighthouse: Αρχαία τραγωδία σ’ έναν φάρο παράνοιας

by Χριστίνα Λάσκη

… ή “πώς η απομόνωση βγάζει τον Κθούλου από μέσα σου”

Το The Lighthouse (2019) δεν είναι μια εύκολη ταινία. Το άρθρο αυτό προέκυψε μάλλον από τη δική μας ανάγκη να βγάλουμε ένα στοιχειώδες νόημα. Αν προτιμάτε απόψε κάτι με γρήγορη πλοκή και χαρακτήρες που δεν θ’ αναρωτιέστε μέχρι αργά τη νύχτα «μα τι έκανε ακριβώς;», αυτή δεν είναι προτεινόμενη ταινία. Αν πάλι έχετε διάθεση για λίγη από την παρανοϊκή ατμόσφαιρα του H.P. Lovecraft και τον σουρεαλιστικό φακό του Lynch μαζί με κάτι από μυθολογία, τότε περάστε μέσα στον Φάρο. Προσοχή, γιατί είναι σκοτεινά και γλιστράει.

Θα επιχειρήσουμε εδώ μια spoiler-free ανάλυση. Δεν είναι κάτι δύσκολο, καθώς η πλοκή είναι τόσο αμφίσημη που την κάνει ιδανική ταινία για να διαφωνήσουμε με λίγους ακόμα ανθρώπους και λίγα ακόμα ποτά, μες στο περίκλειστο ημίφως της καραντίνας του σπιτιού μας. Δεν είναι όμως και κάτι εύκολο, καθώς θα πρέπει στο τέλος να βγάλουμε από το οπλοστάσιο της βιβλιοθήκης μας κάθε θεωρία ανάλυσης που διαθέτουμε: θεωρία κινηματογράφου, αφηγηματολογία, διακειμενικότητα, gender studies, ψυχανάλυση, μυθολογία, λαογραφία… Και πάλι, ίσως να δούμε τελικά ο ένας στο πρόσωπο του άλλου μια έκφραση άφωνης σύγχυσης.

Σε αντίθεση με το The Witch (2015), δεν είναι εύκολο να κατατάξεις το τελευταίο γέννημα των Max και Robert Eggers σε μια ορισμένη κατηγορία: λογικά ανήκει στον ψυχολογικό –ή ψυχεδελικό– τρόμο, με κάτι από μαγικό ρεαλισμό. Εκτός όμως από διεστραμμένα τρομαχτική, προκαλεί και εκείνη την παράξενη παρόρμηση που σε κάνει να γελάς μετά από μια φριχτή ή αλλοπρόσαλλη εμπειρία. (Αν είναι επαρκής ένδειξη κωμικού το σύνολο των memes που αναφέρονται στην ταινία… we rest our case.) Εξάλλου, ο ίδιος ο Robert Eggers δηλώνει ότι η ταινία είναι σκόπιμα αμφίσημη, ώστε να παρέχει περισσότερες ερωτήσεις παρά απαντήσεις.

Tι ακριβώς συνέβη;

Η ιστορία βασίζεται, πολύ χαλαρά, σε μια πραγματική ιστορία από το 1801 που έχει ονομαστεί «Η τραγωδία του Φάρου του Small» (spoiler alert, μην το ψάξετε). Οι δύο κύριοι χαρακτήρες, παρότι έχουν (;) πολύ συμβολικά ονόματα (“Win-slow” και “Wake”) θα κρατήσουν εδώ, για λόγους ευκολίας, μόνο τα «Ο Γέρος» (Willem Dafoe) και «Ο Νέος» (Robert Pattinson) –εξάλλου έτσι κατονομάζονται και στο σενάριο.

Δύο φαροφύλακες, λοιπόν, φτάνουν σε μια απομονωμένη βραχονησίδα για μια βάρδια τεσσάρων εβδομάδων. Ο Γέρος, υπεύθυνος του Φάρου, είναι ένας παλιός θαλασσόλυκος με ψεύτικο πόδι, ενώ ο Νέος, πρώην ξυλοκόπος, έρχεται ν’ αντικαταστήσει τον προηγούμενο υφιστάμενο που τρελάθηκε. Ο Γέρος αναθέτει στον Νέο όλες τις αγγαρείες, καθάρισμα, κουβάλημα, συντήρηση, ενώ ο ίδιος αναλαμβάνει μόνο τη φροντίδα του φωτός πάνω στον πύργο. Ο Νέος σταδιακά έρχεται στα όριά του από τη ρουτίνα, την απομόνωση και την αυταρχικότητα του Γέρου προϊστάμενού του, μέχρι που σκοτώνει έναν γλάρο, προκαλώντας τη φωνακλάδικη υποτίμηση του Γέρου, καθώς «είναι κακοτυχία να σκοτώσεις έναν γλάρο». Σύντομα το νησί αρχίζει να μαστιγώνεται από μια τερατώδη καταιγίδα, που αναστέλλει επ’ αόριστον τον ερχομό του πλοίου που θα τους απαλλάξει από τα καθήκοντά τους. Αυτό που ακολουθεί είναι ένα σταδιακό γλίστρημα στην παράνοια, που ξυπνά το σκοτεινό παρελθόν και απειλεί να απογυμνώσει τους δύο φαροφύλακες από την ταυτότητά τους.

Μια παλιάς κοπής σκηνοθεσία για μια παλιά ιστορία

Willem Dafoe (Thomas Wake), Robert Pattinson (Ephraim Winslow)

Δεν είναι τυχαίο ότι ο R. Eggers ξεκίνησε ως production designer, καθώς και ότι το cinematography του φιλμ απέσπασε (τουλάχιστον) υποψηφιότητα για Όσκαρ. Χρησιμοποιώντας την ασπρόμαυρη ορθοχρωματική τεχνική των δεκαετιών πριν από το ’50, που φιλτράρει το κόκκινο φως και δείχνει κάθε ατέλεια και κηλίδα του δέρματος (κάτι σαν τα φίλτρα του Instragram, αλλά αντίστροφα), αποδίδει τη μουντάδα της καταιγίδας, των βράχων, αλλά και των ημιφωτισμένων χώρων του νησιού, με αισθητική σχεδόν γοτθική, τύπου Murnau (“Nosferatu”). Παράλληλα, το παλαιακό aspect ratio. 1.19:1 προκαλεί μια κλειστοφοβική αίσθηση, που μαζί με τα εμμονικά στοιχεία του sound design (βροχή, άνεμος, σειρήνα του φάρου), θυμίζει την απομόνωση των ταινιών του Ingmar Bergman και την ανατριχιαστική παραδοξότητα του Eraserhead και Mulholland Drive του David Lynch. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι, καθώς οι δύο χαρακτήρες γνωρίζονται καλύτερα, η φωτογραφία γίνεται όλο και πιο φωτεινή, μέχρι να γίνει, στο τέλος, επικίνδυνα εκτυφλωτική.

Καθώς πρόκειται ουσιαστικά για two-men show, δεν μας εκπλήσσει τόσο η επιλογή του θεατρικού Willem Dafoe για τον επιβλητικό Γέρο με τους σαιξπηρικούς μονολόγους, όσο η ερμηνεία του Νέου-Robert Pattinson, που παρότι κάποτε είχε μετέτρεψε την έλξη μας για τη vampire θεματολογία σε σύγχυση, τα τελευταία χρόνια περνάει από το Λυκόφως στο ιδιαίτερα επιλεκτικό ημίφως του Φάρου και άλλων indie επιλογών.

Περνώντας πια στη συζήτηση για τα νοήματα, αρκεί να πούμε ότι η ίδια η πλοκή δεν μας διαφωτίζει ιδιαίτερα, καθώς, ειδικά στο τέλος, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το τι έχει συμβεί πραγματικά. Είναι προτιμότερο λοιπόν να περάσουμε από τον συνταγματικό άξονα στον παραδειγματικό, συγκρίνοντας επανερχόμενα μοτίβα: για αποφυγή spoiler θα αναφέρουμε μόνο τα στοιχειώδη που εμφανίζονται ήδη από το trailer.

Φύλο, ερωτισμός και καταπίεση

Παγιδευμένοι σ’ έναν Φάρο, που από την αρχή ο Eggers περιγράφει σαν όρθιο φαλλό μέσα σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα, οι δύο άντρες ταλαντεύονται σε μια αναμέτρηση εξουσίας, τοξικής αρρενωπότητας και θηλυκής υποταγής. Ο Γέρος εξαναγκάζει τον Νέο σε οικιακά καθήκοντα με τέτοιο αυταρχισμό που ο Νέος διαμαρτύρεται ότι δεν θα γίνει η σύζυγος ή ο σκλάβος κανενός, πριν πάρει το πάνω χέρι. Από την άλλη, ο Γέρος αγωνιά για το αν αρέσει στον Νέο η μαγειρική του, με αμφίσημες ερωτήσεις τύπου “Ye’re fond of me lobster, ain’t ye?”.

Ο σεναριογράφος Max Eggers αναφέρει ότι το σενάριο αποπνέει συνειδητά queer ερωτισμό, μέσα από μια σύγχυση των παραδοσιακών ρόλων -η καταπίεση του εγκλεισμού, η ενοχικότητα, ο φόβος για την αποκάλυψη της πραγματικής ταυτότητας κάνει τους δύο να βρίσκονται μονίμως ανάμεσα στο να φιληθούν ή να παίξουν μπουνιές. Αξίζει να παρατηρήσει κανείς την κίνηση του να σηκώνουν τις τιράντες τους ή να στρίβουν τσιγάρο σε κάθε σκηνή σχετική με τον έρωτα αλλά και τον θάνατο, αλλά και τα υποκατάστατα που χρησιμοποιούν για τον –ενοχικού τύπου– αυνανισμό.

Για τον Νέο είναι η παραίσθηση (;) μιας γοργόνας με ιδιαίτερα απειλητικά γεννητικά όργανα. Η γοργόνα ήτανε πάντα στη φολκλορική φαντασία μια μαγνητική εικόνα που διεγείρει την επιθυμία -κι όχι μόνο του να παραγγείλεις υπερτιμημένο καφέ. Μια ερωτική επιθυμία επικίνδυνη, τρομαχτική, στην οποία ο Νέος προσπαθεί να επιβληθεί, σπάζοντας το αγαλματίδιο της γοργόνας. Από την άλλη, ο Γέρος αναφέρεται στον φανό του Φάρου ως «εκείνη», περιγράφοντάς τον ως «την πιο αφοσιωμένη σύζυγο», ενώ την απαγορεύει στον Νέο ως κάτι επικίνδυνο για εκείνον.

Ο Dafoe σχολιάζει πως η ιστορία «έχει αυτούς τους δύο τύπους, που τοποθετούνται σε κάποιου είδους καθαρτήριο και οποιαδήποτε προσωπικότητα, οποιαδήποτε αίσθηση του εαυτού είχαν, αρχίζει να απογυμνώνεται». O Eggers μάλιστα αναπαράγει σε μια σκηνή τον πίνακα “Hypnosis” (1904), του ζωγράφου Sascha Schneider, που εκδιώχθηκε από τη Γερμανία λόγω των ομοφυλοφιλικών του τάσεων. Πέρα από τον καταπιεσμένο ερωτισμό, ο ένας σταδιακά αποκαλύπτει τα ψέματά του στον άλλον αλλά και στον εαυτό του –τις ψεύτικες ναυτικές εμπειρίες του Γέρου, το καλυμμένο παρελθοντικό έγκλημα του Νέου. Γίνονται ο ένας «Φάρος» για τον άλλον.

Η καταιγίδα της ψυχής

“How long have we been on this rock? Five weeks? Two Days? Where are we? Help me to recollect. Who are you again, Tommy? I’m probably a figment of your imagination. This rock is probably a figment of your imagination too.”

O σκηνοθέτης είναι ιδιαίτερα επηρεασμένος από την ψυχανάλυση –ο Νέος εξάλλου επιδεικνύει μια φροϋδική, Οιδιπόδεια εμμονή με το αφεντικό του, έναν φόβο μαζί με θαυμασμό. Επιπλέον, οι αδερφοί Eggers δίνουν τροφή για σκέψη, όταν δηλώνουν:

«Και οι δυο μας έχουμε καταβολές από τον Yung, οπότε, όταν βλέπουμε το αρχέτυπο του Φάρου, του πύργου, του φαλλού, αυτό μας πηγαίνει σε πολλά και διαφορετικά θέματα […] το ίδιο και όταν βλέπουμε το αρχέτυπο του ερημίτη και του μάγου και το αρχέτυπο του κατεργάρη και του κλέφτη».

Ο R. Eggers προτείνει ότι ο Φάρος είναι η αρσενική, φαλλική απάντηση στο πιο «θηλυκό» του έργο “The Witch”.

Πάλι στον άξονα της ψυχανάλυσης, μια δημοφιλής θεωρία υποστηρίζει ότι ο Νέος και ο Γέρος είναι το ίδιο άτομο, η γιουνγκιανή Σκιά ο ένας του άλλου. Λέγονται εντέλει και οι δύο Thomas, που σημαίνει «δίδυμος». Συχνά ο ένας αντιγράφει τα λόγια ή τις πράξεις του άλλου: ο Γέρος συμπεριφέρεται στον Νέο σαν σκυλί, κάτι που γίνεται στη συνέχεια αντίστροφα· ο ένας αποκτά την αναπηρία και τον αλκοολισμό του άλλου· ο Γέρος απειλεί τον Νέο μ’ ένα τσεκούρι και έπειτα κατηγορεί τον Νέο ότι αυτός τον κυνήγησε με το τσεκούρι. Και οι δύο φαίνεται ότι έχουν μυστικά στο παρελθόν τους, καταπιεσμένες ερωτικές επιθυμίες, συγκαλυμμένα εγκλήματα, ψεύτικες ταυτότητες και ένοχες συνειδήσεις.

Σταδιακά χάνουν την αίσθηση του χρόνου, την αίσθηση του τι πραγματικά έχει συμβεί, ο ένας προσπαθεί να τρελάνει τον άλλον. Και οι δυο απογυμνώνονται από την ανθρωπιά τους και εμπλέκονται με θαλάσσια τερατώδη όντα, ψαρίσιες ουρές, πλοκάμια και φύκια –εξάλλου η θάλασσα πάντα ήταν αρχέτυπο του χάους και της απώλειας ελέγχου και ταυτότητας. Αυτή την κατάρα δίνει και ο Γέρος στον Νέο, όταν τον καταριέται επικαλούμενος τους θεούς της θάλασσας, να τον καταπιεί και να τον αφομοιώσει η θάλασσα:

“Let Neptune strike ye dead, Winslow! Hark Triton, hark!

Bellow, bid our father the Sea King rise from the depths full foul in his fury! Black waves teeming with salt foam to smother this young mouth with pungent slime, to choke ye, engorging your organs til’ ye turn blue and bloated with bilge and brine and can scream no more […] for the harpies and the souls of dead sailors to peck and claw and feed upon only to be lapped up and swallowed by the infinite waters of the Dread Emperor himself – forgotten to any man, to any time, forgotten to any god or devil, forgotten even to the sea, for any stuff for part of Winslow, even any scantling of your soul is Winslow no more, but is now itself the sea!”

Μύθοι: Πρωτεϊκές μεταμορφώσεις και Προμηθεϊκό φως

Από μια μυθολογική οπτική, παρ’ όλ’ αυτά, ο σκηνοθέτης περιγράφει πώς επέλεξε να δώσει ξεχωριστά χαρακτηριστικά στους δύο πρωταγωνιστές. Ο Γέρος ταυτίζεται με τον Πρωτέα, γιο του Ποσειδώνα και αδερφό του Τρίτωνα, τον Γέρο της Θάλασσας κατά τον Όμηρο, που διέμενε στο Δέλτα του Νείλου, εκεί που χτίστηκε ο Φάρος της Αλεξάνδρειας. Προστάτης των θαλασσίων πλασμάτων, σύμβολο του υποσυνείδητου, προφήτης-κάτοχος της απαγορευμένης γνώσης, την παρέχει μόνο αφότου κάποιος παλέψει μαζί του και συνεχίζει να τον κρατά, ενώ αυτός μεταμορφώνεται –κάτι που θυμίζει ιδιαίτερα μια σκηνή της ταινίας.

Prometheus, Theodoor Rombouts (1597-1637)

Αυτόν τον παλιό πατριαρχικό θεό, συγγενή του Δία, αμφισβητεί ο Νέος, κάτι που εδώ αντιστοιχίζεται με την ύβρι και τη νέμεση του Προμηθέα. Ο Γέρος καταπιέζει συστηματικά τον απείθαρχο Νέο και του απαγορεύει ν’ ανέβει στον Φάρο, λέγοντας ότι είναι δική του δικαιοδοσία: “The light is mine!”. Ο Προμηθέας όμως κλέβει τη φωτιά, την πρόσβαση στο φως, προσπαθεί για μία ακόμα φορά να πάρει τη θέση ενός ανώτερού του, αλλά στη συνέχεια τιμωρείται από τους παλιούς θεούς να του τρώει ένας αετός τα σωθικά, μοτίβο που στην ταινία ακολουθείται μέχρι το τέλος. Πρόκειται γι’ αυτό που ο Joseph Campbell ονομάζει «το ένα απαγορευμένο πράγμα» στη μυθολογία, το δώρο της Γνώσης του κόσμου και του εαυτού, που όμως, αν δεν έχεις κατακτήσει το δικαίωμα να την πάρεις, φέρνει «πτώση» και βάσανα.

Οι μυθολογικές αναλογίες φαίνονται τόσο μέσα από τη φωτογραφία όσο και από τα λόγια του Γέρου σε μια κομβική σκηνή της ταινίας:

“Y’wish to see what’s in the lantern? So did me last assistant.

O, what Protean forms swim up from mens’ minds and melt in hot Promethean plunder, scorching eyes with divine shames and horrors and casting them down to Davy Jones. The others stay blind, yet in it see all divine graces and to Fiddler’s Green sent, where no man is suffered to want and toil, but is ancient, mutable and unchanging as the she who girdles ’round the globe. Them’s true. You’ll be punished.”

Ο Γέρος προειδοποιεί ότι αν αντικρίσεις το Φως του Φάρου, αν το φως αυτό διαλύσει το σκοτάδι όπου κρύβεις τον πραγματικό σου εαυτό, μπορεί ν’ αποκαλύψει τόσο τον Παράδεισο όσο και την Κόλαση. Στη ναυτική λαογραφία, ο Davy Jones ήταν μια μορφή του διαβόλου, ανάμεσα σε πνιγμένους ναυτικούς και ναυάγια στον πάτο του ωκεανού – και το Fiddler’s Green είναι ένας ναυτικός παράδεισος, όπου ένας βιολιστής παίζει αέναα σ’ ένα πράσινο λιβάδι.

Παράξενες εικόνες προκαλεί και η επίκληση στη Φωτιά του Αγίου Έλμου (St. Elmo’s Fire, όπως λεγόταν η ηλεκτρική εκκένωση που προκαλούσαν στα κατάρτια οι κεραυνοί (του Δία-τιμωρού ή του St. Elmo-προστάτη των ναυτικών; Προσοχή – η αναζήτηση της εικόνας και της ζωής του αγίου προκαλούν σοβαρά spoiler!…).

Τι πραγματικά δείχνει το Φως του Φάρου; Ο σκηνοθέτης απαντάει:

«Αν αποτύπωνα τι βλέπει […] η τύχη του θα έπληττε τους θεατές. Πρέπει να είμαι ευσυνείδητος δημιουργός και να μην βλάψω κανέναν.»

Λογοτεχνικά ράμφη και πλοκάμια

Αφού πρόκειται για art cinema, δεν είναι λίγα τα ναυάγια λογοτεχνικών λέξεων και θεματικών, όπου παρασύρουν οι Eggers τους ανυποψίαστους αναγνώστες των κλασσικών.

Ο Γέρος αναμασά επιδεικτικά ανάμεσα από τα αραιά δόντια του μιλτωνικούς και σαιξπηρικούς μονολόγους, πριν τους φτύσει στον Νέο, ενώ οι δύο έχουν τη δυναμική του μάγου Prospero και του υπηρέτη Caliban της Τρικυμίας (1611):

“I pitied thee, Took pains to make thee speak, taught thee each hour

One thing or other: when thou didst not, savage…”

Βλέπουμε εδώ κι εκεί αντανακλάσεις από το Prometheus Unbound (1820) του Shelley και την οδύνη της γνώσης του Byron (Manfred, 1917):

“Sorrow is knowledge, they who know the most/ Must mourn the deepest o’er the fatal truth,

The Tree of Knowledge is not that of Life.”

Παρ’ όλ’ αυτά, ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος δίνουν περισσότερη έμφαση στο πώς δανείστηκαν, για τη ναυτική ορολογία και τη διάλεκτο του New England, από τον S.T. Coleridge και τον H. Melville. Σε κάποιο σημείο μάλιστα ο Νέος αποκαλεί τον Γέρο παρωδία του Captain Ahab από το Moby Dick (1851), ένα έργο όπου η φάλαινα είναι το σύμβολο του τερατώδους και του απρόσιτου, που είναι καλύτερα να αφήσεις ήσυχο. Ένα ακόμα «απαγορευμένο», μια ύβρις στη φύση που φέρνει την καταστροφή, είναι ακόμα πιο εμφανές στην ταινία. Όπως κάνει ο Νέος στο Φάρο, έτσι και στο The Rime Of The Ancient Mariner (1798) κάποιος ναύτης σκοτώνει ένα θαλάσσιο πουλί, καταδικάζοντας το πλήρωμα του πλοίου.

Η συνεχής «ενόχληση» του γλάρου στον Νέο θυμίζει ακόμα μια αντίστοιχη ιστορία από τον E.A. Poe: σε μια σκηνή μάλιστα της ταινίας, ο γλάρος «χτυπάει το παράθυρο» τις νύχτες που ο Νέος προσπαθεί να ξεφύγει από τις οδυνηρές αναμνήσεις του παρελθόντος. Από το πιο γνωστό έργο του Poe, o Eggers μάς βυθίζει σ’ ένα από τα πιο άγνωστα: αν και η πλοκή έπειτα διαφοροποιήθηκε αρκετά, η αρχική έμπνευση της ταινίας προήλθε από το αποσπασματικό The Lighthouse (1849), όπου ένας φαροφύλακας ανησυχεί για την ασφάλειά του:

No mere sea, though, could accomplish anything with this solid iron-riveted wall.

Αν όμως οι τοίχοι του φάρου προστατεύουν τον φύλακα του Poe, για τους δύο φαροφύλακες των ακτών του New England γίνονται μια μονότονη φυλακή, που τους βυθίζει στην παράνοια, κάτι που συμβαίνει συνήθως και με τους συντοπίτες τους που περιγράφηκαν από την πένα του H.P. Lovecraft.

Όμως αυτή η διακειμενικότητα δεν αρκείται στην επιφάνεια, π.χ. στα ζοφερά τοπία της Νέας Αγγλίας και στις αναφορές σε αρχαίους θεούς και θαλάσσια πλοκαμοφόρα τέρατα, αν και οι αδερφοί Eggers είναι από τους λίγους που θα μπορούσαμε να εμπιστευτούμε για να σκηνοθετήσουν Lovecraft. Η ταινία, στημένη μέσα σε μια ίσως πιο γνώριμη πια καραντίνα, επιβεβλημένη από στοιχεία της φύσης που ξεφεύγουν από τον ανθρώπινο έλεγχο, αποπνέει αυτή τη ζοφερή αίσθηση του εγκλεισμού που σε βυθίζει στο σκοτάδι του εαυτού σου και του κόσμου. Σε προσκαλεί σ’ ένα αργό γλίστρημα προς την παράνοια, προς τον φόβο του αγνώστου. Οι χαρακτήρες της ταινίας είναι οι τυπικοί λαβκραφτικοί αναξιόπιστοι αφηγητές, οι οποίοι έλκονται προς την επικίνδυνη γνώση που θρυμματίζει τη λογική και την ταυτότητά τους. Δεν ξέρουμε τι πραγματικά συνέβη στους πρωταγωνιστές και τι όχι, δεν βλέπουμε ποτέ τι κρύβεται στον Φάρο. Ίσως ο Lovecraft όμως κάτι να ξέρει:

«Το πιο φιλεύσπλαχνο στοιχείο στον κόσμο είναι, πιστεύω, η ανικανότητα του ανθρώπινου νου να συσχετίσει όλα τα περιεχόμενά του… κάποια μέρα, η συναρμολόγηση αυτής της ασυνάρτητης γνώσης θα ανοίξει μια τόσο τρομαχτική θέα της πραγματικότητας και της επισφαλούς θέσης μας μέσα της, που θα τρελαθούμε από την αποκάλυψη ή θα διαφύγουμε από το φως στην ηρεμία και την ασφάλεια μιας νέας Σκοτεινής Εποχής».

Τι θα δούμε μέσα στον Φάρο; Εμείς, μέσα στους μικρότερους τωρινούς εγκλεισμούς μας, στο δικό μας ημίφως και στη δική μας καταιγίδα, είθε να είμαστε πιο τυχεροί.

προτεινουμε επίσης

1 comment

Mylittlestories 28 Ιανουαρίου 2021 - 4:01 ΜΜ

Μπράβο Χριστίνα. Μια άρτια ανάλυση εις βάθος για ένα ξεχωριστό έργο με πολλές πτυχές.
Αν και στη σφαίρα του art cinema, δηλαδή εξ ορισμού βραχυφλεγές σινεμά, χρειάζεται να το παρακολουθήσεις παραπάνω από δύο φορές. Έτσι ώστε να απολαύσεις σε κάθε θέαση και κάτι διαφορετικό.

Comments are closed.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά