Wandersong: Στα όρια της φαντασίας, αρχίζει η μουσική

by Nyctophilia

Wandersong: Στα όρια της φαντασίας, αρχίζει η μουσική

Γράφει ο Δημήτρης Μαντζαβράκος

Υπάρχουν κάποια παιχνίδια που είναι ιδιαίτερα. Δεν είναι μόνο πρωτοποριακά κι ανατρεπτικά, αλλά πραγματικά κάνουν τη διαφορά, και προσωπικά πιστεύω πως είναι αυτά που αναδεικνύουν το μέσο των video games. Δυστυχώς τέτοια παιχνίδια είναι δύσκολο να τα βρεις, όχι γιατί δεν υπάρχουν, αλλά γιατί δεν μιλάνε αρκετοί γι’ αυτά. Έτσι, έστω κι αν κυκλοφόρησε πριν από σχεδόν τρία χρόνια, πρόσφατα ανακάλυψα το Wandersong και το λάτρεψα.

Υπήρξαν κάποια σχόλια του τύπου «βαρέθηκα», «δεν έχει τίποτα να κάνεις», «απλά μιλάς και προχωράς». Δυστυχώς κάποιοι δεν θα μπορέσουν ποτέ να εκτιμήσουν τέτοιου είδους παιχνίδια και είναι λυπηρό να βλέπεις τέτοια αντίδραση. Ναι, το παιχνίδι δεν έχει μάχες, δεν έχει σκοτωμούς, abilities και όπλα. Δεν είναι αυτός ο λόγος ύπαρξής του. Υπάρχουν πολλά άλλα παιχνίδια που το κάνουν αυτό άλλωστε.

Ο χειρισμός του παιχνιδιού έγκειται στο τραγούδι. Όντας ένας χαρωπός βάρδος ξεκινάς μια απίστευτη περιπέτεια με μοναδικό όπλο στην κατοχή σου… το τραγούδι. Η φωνή του βάρδου είναι ό,τι πολυτιμότερο έχει και από το ξεκίνημα του παιχνιδιού, έπιασα τον εαυτό μου να γυρνάει πάνω κάτω τραγουδώντας διάφορες νότες, βλέποντας τον κόσμο του παιχνιδιού να αντιδράει. Αυτός είναι και o κεντρικός gameplay μηχανισμός του παιχνιδιού. Με το δεξί μοχλό επιλέγεις τις νότες στο λεγόμενο «Song Wheel» και ανάλογα την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι υπάρχει και η ανάλογη αντίδραση, με πολύ ευφάνταστα platforming σημεία. Ένα πρόσφατο παράδειγμα με παρόμοιο μηχανισμό είναι το The Last of Us Part II, στα σημεία που η Ellie μπορεί να παίξει με την κιθάρα της, αν και χρησιμοποιείται ελάχιστα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το πειρατικό τραγούδι που παίζει όταν ταξιδεύεις με το πλοίο στη θάλασσα για να πας από νησί σε νησί. Πραγματικά, έκανα κύκλους γύρω από τα νησιά για πολύ ώρα μόνο και μόνο για να μη σταματήσει η μουσική.

Greg Lobanov

Ενώ ξεκινάει αρκετά συνηθισμένα σαν ιστορία με πολύ κλασικό setup, δηλαδή τον κόσμο να κινδυνεύει και να πρέπει να τον σώσεις, πολύ γρήγορα τα πράγματα ανατρέπονται και διαπιστώνεις πως δεν είσαι εσύ τελικά ο ήρωας της ιστορίας, δεν περιστρέφονται όλα γύρω από εσένα. Παρ’ όλ’ αυτά πρέπει να συνεχίσεις το ταξίδι σου, χωρίς να το βάζεις κάτω και να κάνεις ό,τι περνάει από το χέρι σου για μάθεις το Earthsong, το τραγούδι που μπορεί να σταματήσει το τέλος του κόσμου.

Οπτικά το στυλ του παιχνιδιού θυμίζει Paper Mario, είναι ένα χάρμα οφθαλμών, και η μουσική το ντύνει με μαγικό τρόπο, αφού είναι χτισμένο γύρω από αυτήν. Τεχνικά το παιχνίδι είναι άριστο, δεν συνάντησα κανένα bug, κανένα απολύτως πρόβλημα και μια ευχάριστη έκπληξη ήταν η διάρκειά του, που είναι γύρω στις δέκα ώρες (ναι, καλά διαβάσατε, δέκα ολόκληρες γεμάτες ώρες και ίσως και λίγο παραπάνω). Ένας πραγματικός άθλος, αν αναλογιστεί κανείς πως το παιχνίδι το έφτιαξε σχεδόν εξ’ ολοκλήρου ένας μόνο developer, ο Greg Lobanov, o οποίος εμπνεύστηκε το παιχνίδι μετά από ένα ταξίδι που έκανε με το ποδήλατό του σε διάφορες πολιτείες της Αμερικής. Ο ίδιος αναφέρει πως θέλησε με το παιχνίδι αυτό να μεταφέρει την αίσθηση αυτού του ταξιδιού και τη συγκλονιστική καλοσύνη που του έδειξαν οι άνθρωποι που γνώρισε. Επίσης, έχει σχεδιάσει το παιχνίδι δίνοντας μεγάλη έμφαση στην προσβασιμότητα, καθιστώντας το εφικτό να παιχτεί από ανθρώπους με αχρωματοψία και προβλήματα στην ακοή.

Μία μοναδική εμπειρία που κανείς δεν πρέπει να χάσει. Στηρίξτε το παιχνίδι, που κυκλοφορεί πλέον σε όλες τις κονσόλες, και τους developers του γιατί πρέπει να έχουμε περισσότερα τέτοια παιχνίδια εκεί έξω. Παιχνίδια που μας κάνουν να θυμόμαστε πως είμαστε άνθρωποι και μας θυμίζουν τη δύναμη της ανιδιοτέλειας και της καλοσύνης.

Βιογραφικό του συγγραφέα

Ο Δημήτρης Μαντζαβράκος κατάγεται από τη Σπάρτη Λακωνίας, αλλά γεννήθηκε και διαμένει στη Θεσσαλονίκη. Η αγάπη του για τα βιβλία, τις ταινίες και τα βιντεοπαιχνίδια φαντασίας ξεκίνησε σε μικρή ηλικία. Η δίψα του για νέους κόσμους και νέα ταξίδια με φανταστικές ιστορίες δεν έσβησε ποτέ και κάποια στιγμή αποφάσισε να δημιουργήσει κι αυτός τον δικό του κόσμο με τα δικά του ταξίδια και τις δικές του ιστορίες. Το «Λέορ – Η αναζήτηση του δράκου-βασιλιά» είναι το πρώτο του βιβλίο και πήρε σχεδόν δέκα χρόνια για να ολοκληρωθεί, να διορθωθεί και να εκδοθεί, ενώ παράλληλα συνέχιζε τις σπουδές του στην πληροφορική και αργότερα τη δουλειά του ως τεχνικός ηλεκτρονικών υπολογιστών.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά