Προσπάθειες ορισμού και χαρακτηριστικά

Στο σύντομο δοκίμιό του με τίτλο «Notes on Writing Weird Fiction» (1933) ο H.P. Lovecraft (1890-1937), εξηγώντας τους λόγους που επιλέγει να γράφει παράξενες ιστορίες, αναφέρει ότι αυτή η λογοτεχνία του δημιουργεί την ψευδαίσθηση της υπέρβασης των περιορισμών του χρόνου, του χώρου και των φυσικών νόμων που μας φυλακίζουν για πάντα και αφήνουν ανικανοποίητη την περιέργειά μας για τους άπειρους κοσμικούς χώρους που δεν μπορούμε ν’ αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας. Ενώ, στο γνωστό προγενέστερο του δοκίμιο «Supernatural Horror in Literature», είχε ήδη διαχωρίσει αυτό το είδος λογοτεχνίας τρόμου από αυτό που ονόμαζε λογοτεχνία του απλού φυσικού τρόμου και του γήινα τρομακτικού. Η πραγματική παράξενη ιστορία, γράφει, έχει κάτι περισσότερο από μυστικούς φόνους, ματωμένα κόκκαλα ή ένα άσπρο φάντασμα με αλυσίδες, όπως υπαγορεύουν οι κανόνες. Πρέπει να υπάρχει μια ορισμένη ατμόσφαιρα αγωνιώδους και ανεξήγητου τρόμου που προέρχεται από άγνωστες, εξωτερικές δυνάμεις και πρέπει να υπάρχει ένα υπαινιγμός εκφρασμένος με σοβαρότητα και δέος για την πιο τρομερή σύλληψη του ανθρώπινου νου -μια κακόβουλη και στοχευμένη διακοπή ή ήττα των σταθερών νόμων της Φύσης που είναι και η μοναδική μας προστασία ενάντια στις επιθέσεις του χάους και στους δαίμονες του ανεξιχνίαστου διαστήματος.

Δύο πιο σύγχρονους ορισμούς του weird fiction δίνουν ο Καναδός συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας John Frederick Clute (1940- ) και ο Βρετανός συγγραφέας σύγχρονης αστικής φαντασίας China Miéville (1972- ). Σύμφωνα με τον πρώτο, ως weird fiction μπορεί να οριστεί το είδος της λογοτεχνίας φανταστικού και τρόμου που εμπεριέχει υπερβατική μυθοπλασία. Ενώ, σύμφωνα με τον δεύτερο, μπορεί να νοηθεί ως ένα είδος μακάβριας σκοτεινής μυθοπλασίας που συνήθως περιλαμβάνει αντισυμβατικές παρουσιάσεις γνώριμων θεμάτων ενσωματώνοντας συχνά στοιχεία από πολλά είδη της λογοτεχνίας του φανταστικού. Από την άλλη πλευρά υπάρχουν κι εκείνοι, όπως ο Αμερικανός συγγραφέας, εκδότης και κριτικός Jeff VanderMeer (1968- ), που δεν αποδέχονται την αυθυπαρξία του weird fiction ως ξεχωριστού είδους και υποστηρίζουν ότι πρόκειται για μια τάση της λογοτεχνίας τρόμου.

H αναθεωρητική προσέγγιση της weird μυθοπλασίας εντοπίζεται στον προβληματισμό και στην αβεβαιότητα για τα όρια της ανθρώπινης γνώσης που δημιουργεί και τα οποία συμβαδίζουν με τον ψυχαγωγικό της χαρακτήρα. Οι χαρακτήρες, κατά κανόνα, βρίσκονται αντιμέτωποι με πρωτόγνωρες απειλές στις οποίες προσκολλώνται εμμονικά και δεν έχουν να κάνουν με τα παραδοσιακές αρχετυπικές μορφές όπως τα ζόμπι, τα βαμπίρ και οι λυκάνθρωποι. Επιπλέον, η weird μυθοπλασία συνδιαλέγεται δημιουργικά με άλλες λογοτεχνικές παραδόσεις έξω απ’ τον χώρο της καθαυτής λογοτεχνίας του φανταστικού, όπως ο σουρεαλισμός, ο συμβολισμός και η λογοτεχνία της παρακμής του 19ου αιώνα.

Οι απαρχές

Σύμφωνα και πάλι με τον Lovecraft, ο Ε. Α. Poe (1809-1849) είναι ο πρώτος συγγραφέας που απομακρύνθηκε από τις συμβάσεις του γοτθικού μυθιστορήματος αναπτύσσοντας μια πρωτότυπη ανώτερη εκδοχή υπερφυσικής μυθοπλασίας, πράγμα που τον καθιστά πρωτοπόρο της weird fiction λογοτεχνίας. Άλλοι συγγραφείς που μπορούν να θεωρηθούν πρόδρομοι του είδους είναι οι Walter Scott (1771-1832), E.T.A. Hoffmann (1776-1822), Nathaniel Hawthorne (1804-1864), Joseph Thomas Sheridan Le Fanu (1814-1873), Ambrose Gwinnett Bierce (1842-1914), Bram Stoker (1847-1912), Montague Rhodes James (1862-1936), Arthur Machen (1863-1947), Algernon Henry Blackwood (1869-1951) και Λόρδος Dunsany (1878-1957).

Οι απαρχές, ωστόσο, της weird μυθοπλασίας συνδέονται περισσότερο με αυτό που ονομάστηκε The Lovecraft Circle, δηλαδή την ομάδα των συγγραφέων που επηρεάστηκαν από τον Lovecraft και μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν τους Clark Ashton Smith (1893-1961), Robert E. Howard (1906-1936), August Derleth (1909-1971), Fritz Leiber (1910-1992) και Robert Bloch (1917-1994). Κομβικό ρόλο στην ανάπτυξη του είδους είχε το pulp περιοδικό Weird Tales που δημοσίευσε πολλά διηγήματα τρόμου και επιστημονικής φαντασίας αυτών και άλλων πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων από το 1923 μέχρι το 1954. Ιστορίες παρόμοιας θεματολογίας και ύφους είχαν και τα περιοδικά Strange Tales και Unknown Worlds των συγγραφέων επιστημονικής φαντασίας Harry Bates (1900-1981) και John W. Campbell (1911-1971) αντίστοιχα. Παράλληλα, εμφανίζονται μερικές εκδοχές weird μυθοπλασίας εκτός του αγγλόφωνου κόσμου, όπως κάποια έργα του Ινδού Rabindrath Tagore (1861-1941), του Αυστριακού Alfred Kubin (1877-1959), του Franz Kafka (1883-1924), των Ιαπώνων Sakutarō Hagiwara (1886-1942) και Ryūnosuke Akutagawa (1892-1927), του Βέλγου Jean Ray (1887-1964), του Ιταλού Luigi Ugolini (1891-1980) και των Πολωνών Stefan Grabinski (1887-1936) και Bruno Schulz (1892-1942). Ενώ, στην Ευρώπη, αντίστοιχο με το Weird Tales και τα συναφή αμερικανικά περιοδικά θεωρείται το γερμανικό Der Orchideengarten.

Φυσικά, είναι αλήθεια πως όλοι αυτοί οι συγγραφείς ξεκινούν απο διαφορετικές αφετηρίες και είναι σίγουρα δύσκολο να ενταχθούν σε μια κοινή ομάδα. Αν κάτι τους συνδέει είναι ένα δημιουργικό όραμα και μια διάθεση, περισσότερο ή λιγότερο έντονη, να υπερβούν την απτή πραγματικότητα και να εξερευνήσουν το μυστήριο της ύπαρξης πέρα από τις επιταγές της επιστήμης.

Μια ενδιαφέρουσα και λίγοτερο γνωστή περίπτωση δημιουργού πρώιμης weird μυθοπλασίας είναι η Francis Stevens (πραγματικό όνομα Gertrude Barrows Bennett, 1884-1948), η οποία θεωρείται από πολλούς η πρώτη σημαντική γυναίκα συγγραφέας στον χώρο του σύγχρονου φανταστικού και ως η εισηγήτρια του dark fantasy. Το διήγημά της Unseen – Unfeared (1919) είναι μια κλασσική weird ιστορία, συγγενική με το Κάλεσμα του Κθούλου κι άλλα ανάλογα διηγήματα του Locecraft ως προς τη σύλληψη, την ατμόσφαιρα, καθώς και τις ρατσιστικές της αναφορές.

Gertrude Barrows Bennett, a.k.a. Francis Stevens (1884-1948)

Αλλά το δωμάτιο -ολόκληρο το δωμάτιο- ήταν γεμάτο από άλλα πλάσματα. Υπήρχαν -όπου και να κοιτούσα- πλάσματα που έμοιαζαν με σαρανταποδαρούσες, με σώματα μήκους μιας γιάρδας, απαίσιες γούνινες αράχνες που παραμόνευαν στις σκιές και ημιδιαφανή φρικιαστικά πλάσμα με σχήμα λουκάνικου που κινούνταν και αιωρούνταν στον αέρα. Βουτούσαν εδώ κι εκεί μεταξύ εμού και του φωτός και μπορούσα να δω τη φωτεινή τους πρασινωπή λάμψη μέσα απ’ τα πρασινωπά τους σώματα. Χειρότερα, ωστόσο, πολύ χειρότερα απ’ αυτά ήταν τα πλάσματα με ανθρώπινα πρόσωπα. Έμοιαζαν με μάσκες, ήταν τερατώδη και είχαν τεράστια ορθάνοιχτα στόματα και σχιστά μάτια- αδυνατώ να τα περιγράψω. Υπήρχε κάτι σ’ αυτά που κάνει ακόμα και τώρα την ανάμνησή τους ανυπόφορη. Ο γέρος μίλησε ξανά και κάθε λέξη του αντηχούσε στο μυαλό μου σαν το χτύπημα ενός γκονγκ. «Μη φοβάσαι τίποτα! Περπατάς ανάμεσά σε τέτοια πλάσματα κάθε ώρα και στιγμή. Μόνο εσύ κι εγώ τα έχουμε δει, χάρη στον ελεήμονα Θεό που έχει απαλλάξει τη φυλή μας απ’ την θέασή τους. Αλλά εγώ δεν είμαι εύσπλαχνος! Σιχαίνομαι τη φυλή που γέννησε αυτά τα πλάσματα -τη φυλή που μπορεί να είναι γεμάτη από αόρατα, ακατανόητα αλλά ευλογημένα πλάσματα και επιλέγει αυτά για συντρόφους της! Όλος ο κόσμος πρέπει να δει και να γνωρίσει. Ένας ένας πρέπει να έρθει εδώ, να μάθει την αλήθεια και να εξαφανιστεί. Γιατί ποιος μπορεί να επιβιώσει απ’ τον απόλυτο τρόμο; Τότε εγώ θα μπορώ να βρω γαλήνη και να εγκαταλείψω τον κόσμο αφήνοντάς τον κληρονομιά στους τρόμους που γέννησε ο άνθρωπος».

Στο εφιαλτικό, καφκικής ατμόσφαιρας διήγημα Sanatorium at the Sign of the Hourglass (1937) από την ομώνυμη συλλογή του Bruno Schulz, ένας άντρας επισκέπτεται τον πατέρα του που πέθανε σ’ ένα σανατόριο όπου επικρατεί μονίμως το λυκόφως και ο χρόνος ξαφνικά αντιστρέφεται.

Ήταν σκοτεινά σαν νύχτα στο δάσος. Άνοιξα δρόμο ανάμεσα στις σιωπηλές πευκοβελόνες. Καθώς τα δέντρα αραίωναν τα πόδια μου άρχισαν να διασχίζουν τα δοκάρια μιας ξύλινης γέφυρας. Στην άκρη της, μέσα στο σκοτάδι των δέντρων, οι γκρίζοι τοίχοι ενός ξενοδοχείου με πολλά παράθυρα εμφανίστηκαν σηματοδοτώντας το Σανατόριο. Οι διπλές γυάλινες πόρτες ήταν ανοιχτές· κάποιος πέρασε ανάμεσά τους ερχόμενος κατευθείαν απ’ τη γέφυρα, που είχε ένα ασταθές κιγκλίδωμα από κλαδιά σημύδας και στις δύο πλευρές. Στον διάδρομο όλα ήταν ζοφερά και επικρατούσε νεκρική σιγή. Έστριψα από πόρτα σε πόρτα, ψηλαφώντας με τα δάχτυλά μου τους αριθμούς τους στο σκοτάδι. Τελικά, σε μια γωνιά, είδα μια υπηρέτρια. Έβγαινε βιαστικά έξω από ένα δωμάτιο, χωρίς ανάσα και με φτερά στα πόδια, σαν να είχε απελευθερωθεί από κάποια δυνατά χέρια. Δεν πολυκατάλαβε τι της είπα. Έπρεπε να το επαναλάβω. Κουνιόταν συνέχεια νευρικά. Είχε φτάσει άραγε το τηλεγράφημά μου; Ανασήκωσε τους ώμους της και κοίταξε προς εκείνη την πλευρά. Έψαχνε μια ευκαιρία να γλιστρήσει πάλι στη μισάνοιχτη πόρτα, την οποία σταβοκοίταζε.  «Ήρθα από μακριά», της είπα με ανυπομονησία. «Έκλεισα ένα δωμάτιο εδώ με τηλεγράφημα. Σε ποιον θα πρέπει να απευθυνθώ;» Δεν ήξερε. «Να κάνατε ίσως μια προσπάθεια στο εστιατόριο;» τραύλισε. «Όλοι κοιμούνται τώρα. Θα σας ειδοποιήσω μόλις ξυπνήσει ο γιατρός». «Κοιμούνται; Μα είναι μέρα τώρα. Η νύχτα αργεί ακόμα…» «Πάντα κοιμούνται σ’ αυτό το μέρος, δεν το ξέρετε;» Σήκωσε τα παράξενα μάτια της πάνω μου. «Και επιπλέον, συμπλήρωσε με ειλικρίνεια, εδώ η νύχτα δεν έρχεται ποτέ».

Bruno Schulz (1892-1942)

Ενώ, στο The hell screen (1918) του πρωτοπόρου του ιαπωνικού διηγήματος Ryūnosuke Akutagawa (1892-1927) ένας διάσημος, εμμονικός με την τέχνη του, ζωγράφος, που συνηθίζει να ζωγραφίζει πτώματα, προσλαμβάνεται από έναν ευγενή για να δημιουργήσει μια απεικόνιση της κόλασης και προκαλεί βασανιστήρια σε άλλους για να καταφέρει να ολοκληρώσει το έργο του- ιστορία που φέρνει στο νου το Οβαλ Πορτρέτο του Poe.

Ryūnosuke Akutagawa (1892-1927)

Υπήρχε πολύ μεγάλη ποικιλία βασανιστηρίων αμαρτωλών διαφόρων κατηγοριών. H πιο αξιοσημείωτη απ’ όλες τις τρομακτικές απεικονίσεις, ωστόσο, ήταν μια άμαξα που έπεφτε στο κενό ενώ από κάτω υπήρχαν δέντρα με κορυφές σαν μύτες σπαθιών και κλαδιά μυτερά σαν κυνόδοντες, μέσα στα οποία ήταν σουβλισμένοι σωροί πτωμάτων. Σ’ αυτή την άμαξα, με τις περσίδες από μπαμπού διαλυμένες από τη φωτιά της κόλασης, μια κυρία των τιμών, όμορφα ντυμένη σαν μια αυτοκράτειρα ή μια πριγκίπισσα, ήταν κουλουριασμένη από τον τρόμο, τα μαύρα μαλλιά της κυμάτιζαν ανάμεσα στις φλόγες και ο άσπρος της λαιμός έγερνε προς τα πάνω. Αυτή η φιγούρα της τρομοκρατημένης κυρίας των τιμών στην άμαξα που παραδιδόταν στις φλόγες ήταν το αποκορύφωμα της φανταστικής αναπαράστασης των χιλίων και ενός βασανιστηρίων στην φλεγόμενη κόλαση. Οι πολυποίκιλοι τρόμοι όλου του πίνακα συγκεντρώνονταν σε αυτόν τον χαρακτήρα. Ήταν ένα αριστούργημα τέτοιας θεϊκής έμπνευσης που κανείς δεν θα μπορούσε να την κοιτάξει χωρίς να ακούσει στ’ αυτιά της τις κραυγές αγωνίας των καταδικασμένων ψυχών μέσα στο πανδαιμόνιο.

To weird στις δεκαετίες 1940-1980

Κατά τις δεκαετίες του ’40 και του ’50 η λογοτεχνία τρόμου και φαντασίας άρχισε να γίνεται δημοφιλής στις αγγλοσαξονικές χώρες, κατακτώντας ευρύτερα ακροατήρια καθώς γνωστά περιοδικά, όπως το περιβόητο Playboy, άρχισαν να φιλοξενούν ιστορίες νέων σημαντικών συγγραφέων σαν τον Fritz Leiber (1910-1992), τον Mervyn Peake (1911- 1968), τον Robert Aickman (1914-1981), τον Robert Bloch (1917-1994) και τον Ray Bradbury (1920-2012). Παράλληλα, αναδείχθηκαν και πολλές εξαιρετικές γυναίκες συγγραφείς, με περισσότερες ή λιγότερες επιρροές από την weird μυθοπλασία, σαν την Daphne Du Maurier (1907-1989), την Margaret St. Clair (1911-1995), την James Tiptree, Jr (πραγματικό όνομα Alice Sheldon, 1915-1987) και την Shirley Jackson (1916-1965). Το νέο στυλ της weird μυθοπλασίας χαρακτηριζόταν από μια μίξη στοιχείων των σουρεαλιστικών παράδοξων ιστοριών με πιο συμβατικές πλοκές, σύγχρονα θέματα και λιγότερο περίτεχνο στυλ γραφής.

Την ίδια στιγμή, στον μη αγγλοσαξονικό κόσμο εμφανίζονται διάφορες εκδοχές weird μυθοπλασίας, όπως ο λατινοαμερικάνικος μαγικός ρεαλισμός των Jorge Luis Borges (1889-1986), Julio Cortázar (1914-1984), Augusto Monterroso (1921-2003), Gabriel Garcia Marquez (1927-2014) και Carlos Fuentes (1928-2012), το αναθεωρητικό έργο του Claude Seignolle (1917-2018) πάνω στους γαλλικούς λαϊκούς μύθους, οι σουρεαλιστικές ιστορίες της βρετανικής καταγωγής Μεξικανής Leonora Carrington (1917-2011) και Αφρικανοί συγγραφείς σαν τον Νιγηριανό Amos Tutuola (1920-1997) και τον προερχόμενο από το Μπενίν Olympe Bhely-Quenum (1928- ).

Στο White rabbits (1942) της βρετανικής καταγωγής Μεξικανής συγγραφέα και ζωγράφου του πρώιμου σουρεαλισμού Leonora Carrington η αφηγήτρια, καταβεβλημένη απ’ την αποπνικτική ζέστη της πόλης, ξαφνικά αρχίζει να βλέπει μερικά πολύ παράξενα πράγματα.

Leonora Carrington (1917-2011)

Ένα απόγευμα έλουσα τα μαλλιά μου και κάθισα στη μικροσκοπική πέτρινη ημισέληνο που χρησίμευε σαν μπαλκόνι για να τα στεγνώσω. Έγειρα το κεφάλι μου ανάμεσα στα γόνατά μου και είδα ένα μπλε μπουκάλι να πιτσιλίζει το ξηρό πτώμα μιας αράχνης ανάμεσα στα πόδια μου. Κοίταξα ψηλά και είδα κάτι μαύρο στον ουρανό, δυσοίωνα ήσυχο για να είναι αεροπλάνο. Χωρίζοντας τα μαλλιά μου, αντίκρισα ένα μεγάλο κοράκι στο μπαλκόνι του απέναντι σπιτιού. Κάθισε στο κιγκλίδωμα και φάνηκε να κοιτάζει μέσα στο άδειο παράθυρο και στη συνέχεια τράβηξε το κεφάλι του κάτω από την πτέρυγα ψάχνοντας για ψείρες. Λίγα λεπτά αργότερα, δεν με εξέπληξε υπερβολικά όταν είδα τα διπλά παράθυρα ανοιχτά και αναγνώρισα μια γυναίκα στο μπαλκόνι – κουβαλούσε ένα μεγάλο πιάτο γεμάτο κόκαλα που άδειασε στο πάτωμα. Μ’ ένα σύντομο κακάρισμα ευγνωμοσύνης, το κοράκι βούτηξε κάτω και διάλεξε κομμάτια για το αποκρουστικό του γεύμα. Η γυναίκα, που είχε μαύρα μαλλιά από κάνναβη, σκούπισε το πιάτο, χρησιμοποιώντας τα μαλλιά της. Έπειτα με κοίταξε στα μάτια και χαμογέλασε φιλικά. Της χαμογέλασα κι εγώ και κυμάτισα μια πετσέτα. Αυτό φάνηκε να την ενθαρρύνει γιατί τίναξε χαρούμενη το κεφάλι της και μου έκανε έναν πολύ κομψό χαιρετισμό με τον τρόπο μιας βασίλισσας. «Μήπως τυχαίνει να έχετε χαλασμένο κρέας που δεν χρειάζεστε;» ρώτησε.

Στη σουρεαλιστική ιστορία φαντασμάτων A Child in the Bush of Ghosts (1949) του Olympe Bhely-Quenum, ενός απ’ τους καλύτερους Αφρικανούς διηγηματογράφους, οι κόσμοι των ζωντανών και των νεκρών μπερδεύονται και τα σύνορά τους αμφισβητούνται.

Olympe Bhely-Quenum (1928- )

Περπατούσα αδιάκοπα, αδυνατώντας να ξαναβρώ το μονοπάτι με την άμμο· ούτε ξαναείδα το ποτάμι που τα νερά του κυλούσαν σαν γλυκιά μουσική. Αλλά ξαφνικά παρατήρησα μπροστά μου μια μεγάλη γυναίκα τυλιγμένη μ’ ένα λευκό παραδοσιακό φόρεμα που έκρυβε το πρόσωπό της και κάλυπτε τα πόδια της. Προχώρησε προς το μέρος μου· η καρδιά μου άρχισε να χτυπά γρήγορα. Ένιωσα σαν να δεχόμουν βαριά χτυπήματα από ένα κριάρι μέσα μου που πάσχιζε να σκίσει το στήθος μου. Άρχιζα να φωνάζω, όχι, θα ήθελα να φωνάξω. Ένιωθα ότι φώναζα αλλά δεν άκουγα τίποτα. Ευχήθηκα να μπορούσα να δω τη γη να ανοίγει κάτω απ’ τα πόδια μου, αλλά το χώμα αρνιόταν την παράκλησή μου. Μόνο τότε παραδέχτηκα την μοίρα μου και άπλωσα τα χέρια μου στη γυναίκα όπως ένα μωρό στη μητέρα του. Προς έκπληξή μου, η γυναίκα με προσπέρασε βουβή και αδιάφορη. Κοίταξα πίσω. Είχε κι εκείνη γυρίσει το κεφάλι της και πριν προλάβω να αποστρέψω το βλέμμα μου είχε ήδη αποκαλύψει το πρόσωπό της. Τότε είδα κάτι τρομακτικό: ένα ισχνό πρόσωπο, το πρόσωπο ενός άσαρκου κρανίου, που μου έκανε μια φρικτή και σιχαμερή γκριμάτσα. Άρχισα να τρέχω ξέφρενα κοιτώντας πότε πότε πίσω μου. Ήταν μάταιο, γιατί την έβλεπα συνέχεια πίσω μου σε απόσταση είκοσι μέτρων, παρότι εκείνη δεν έτρεχε.

Τη δεκαετία του ’60 οι συγγραφείς αυτού που ονομάστηκε βρετανικό Νέο Κύμα, όπως ο J.G. Ballard (1930-2009), ο Michael Moorcock (1939- ) και ο M. John Harrison (1945- ), επηρεασμένοι από παλιότερους Αμερικανούς ομοτέχνους τους σαν τον Bloch και τον Bradbury άνοιξαν νέους δρόμους αναμειγνύοντας στοιχεία συμβατικής, πειραματικής φαντασίας και έχοντας ταυτόχρονα επιρροές από τον σουρεαλισμό και τη λογοτεχνία της παρακμής. Συνοδοιπόρος τους υπήρξε ο Αμερικανός Harlan Ellison (1934-2018) που διαμόρφωσε ένα καθαρά προσωπικό αντισυμβατικό ύφος. Παράλληλα, ο Γάλλος Michel Bernanos (1923-1964) προσέφερε μια μορφή σουρεαλιστικής υπαρξιακής weird μυθοπλασίας με τη νουβέλα του The Other Side of the Mountain και αργότερα ο Eric Basso (1947-) παρουσίασε μια αβάνγκγκαρντ προσέγγιση της weird-gothic μυθοπλασίας με τη νουβέλα του The Beak Doctor.

Στο The Other Side of the Mountain (1963) του Bernanos δυο ναυτικοί, μετά το ναυάγιο του πλοίου τους, βρίσκονται εγκλωβισμένοι σ’ ένα νησί περιτριγυρισμένο από μια θάλασσα αίματος, όπου υψώνεται ένα μυστηριώδες βουνό γεμάτο σαρκοφάγα φυτά και ένας μυστηριώδης κρότος ακούγεται κάθε τόσο κάτω απ’ το έδαφος.

Michel Bernanos (1923-1964)

Το βλέμμα μου αιχμαλωτίστηκε από το ψηλότερο μακρινό βουνό. Το βουνό υψωνόταν κατακόκκινο σαν να ήταν σφυρηλατημένο στη φωτιά. Και ο κρότος, που είχε ηρεμήσει εν τω μεταξύ, επαναλαμβανόταν με διαβολική ένταση. Ακούστηκε ένας μακρύς στεναγμός και το απαλό φως εξασθένησε. Το δάσος επανακατέλαβε τον χώρο του, τα μαύρα φύλλα του χάιδευαν τον σκοτεινό ουρανό… Μόνο το βουνό κράτησε την κόκκινη λάμψη του στις σκιές για μια στιγμή πριν καλυφθεί απ’ το σκοτάδι. Τα άγνωστα αστέρια επανέλαβαν τη διαμαντένια τους λάμψη. «Τελείωσε», είπε ο Toine. Ξάπλωσε στο έδαφος. Τεντώθηκα δίπλα του. «Μπορούμε να κοιμηθούμε τώρα», είπε. …Τα κινούμενα αμπέλια δεν μας έδωσαν κανένα χώρο και έπρεπε να αλλάξουμε δρόμο για να τα αποφύγουμε. Εάν η ζωή πολλαπλασίασε τις μορφές της στον κόσμο των φυτών, το δάσος παρέμενε άδειο από ζώα. Ούτε ένα μικροσκοπικό κουνούπι δεν χόρευε στο παιχνίδισμα του φωτός. Εμείς οι άνθρωποι ήμασταν κάπως μετέωροι μεταξύ των ορυκτών και των φυτών. Το δώρο της ζωής ήταν διαθέσιμο μόνο για τα πλάσματα που δεν είχαν σάρκα, λες και κανένας ενσαρκωμένος θεός δεν είχε επισκεφτεί ποτέ αυτό το μέρος.

Στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 η εμπορική επιτυχία και η κριτική καταξίωση του Stephen King (1947- ) και αργότερα του Clive Barker (1952- ) έδωσαν νέα ώθηση στην weird μυθοπλασία και στη λογοτεχνία τρόμου γενικότερα, με τους Karl Edward Wagner (1945-1994) και T.E.D. Klein (1947- ) να τους συμπληρώνουν. Την ίδια περίοδο ο Ramsey Campbell (1946- ), εκκινώντας επίσης από τον Lovecraft, δημιουργεί σύγχρονες αστικές κλειστοφοβικές ιστορίες, με τους Jeffrey Osier (1954- ), Jeffrey Thomas (1957- ) και Poppy Z. Brite (1967- ) ν’ ακολουθούν. Σημαντική, επίσης, παραμένει σε όλη αυτή την περίοδο η παρουσία των γυναικών συγγραφέων όπως οι Joanna Russ (1937-2011), Angela Carter (1940-1992), Leena Krohn (1947- ), Jamaica Kincaid (1949- ), Kathe Koja (1960- ) και Caitlin R. Kiernan (1964- ).

Στην καφκικών επιρροών νουβέλα Tainaron: Mail From Another City (1985) της Φινλανδής Leena Krohn, ένας ανώνυμος ταξιδιώτης γράφει επιστολές σχετικά με την περιήγησή του σε μια πόλη κατοικούμενη από τεράστια νοήμονα έντομα.

Μερικοί απ’ τους πολίτες του Ταίναρον μεταφέρουν το προσωπικό τους διαμέρισμα, ένα διαμέρισμα ενός δωματίου που ταιριάζει γάντι στις διαστάσεις τους, παντού μαζί τους. Αλλά αυτό έχει το μειονέκτημα ότι δεν μπορεί κανείς να καταλάβει πάντα τι λένε, γιατί οι φωνές τους ηχούν και αντηχούν από τους τοίχους των ιδιωτικών τους διαμερισμάτων. Με ενοχλεί επίσης ότι δεν μπορώ πάντα να διακρίνω σε ποιο σημείο τελειώνει η κατοικία και πού αρχίζει ο κάτοικος. Δυστυχισμένα πλάσματα, που δεν έρχονται ποτέ σε επαφή με τους ανθρώπους χωρίς αυτή την εσωτερική ασπίδα. Αυτό αντικατοπτρίζει την τρομερή τους τρωτότητα. Το μικρό τους σπίτι μπορεί να είναι κατασκευασμένο από τα πιο διαφορετικά υλικά: κόκκους άμμου, φλοιό, άχυρο, πηλό, φύλλα… Αλλά τους προστατεύει καλύτερα από τους άλλους που καλύπτονται με πανοπλίες προς κάθε κατεύθυνση και είναι μια άμεση προέκταση των σωμάτων τους, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τα ρούχα είναι για σένα και για μένα. Αλλά αν τους το αφαιρέσουν πεθαίνουν- ίσως απλώς από ντροπή επειδή τα δέρματά τους είναι πολύ μαλακά για τον αέρα ή επειδή δεν έχουν καθόλου δέρμα.

Leena Krohn (1947- )

Ωστόσο, η πιο ξεχωριστή περίπτωση νεότερου δημιουργού που κατόρθωσε να κερδίσει γρήγορα την καταξίωση αφομοιώνοντας δημιουργικά στοιχεία από τον Poe, τον Lovecraft και τον Kafka και δημιουργώντας ένα προσωπικό στυλ σύγχρονης weird μυθοπλασίας είναι ο Thomas Ligotti (1953- ). Παραδείγματα των εφιαλτικών παραμορφωμένων αστικών τοπίων και των κρυφών παράλληλων κόσμων του, που προσδιορίζουν μια σύγχρονη μορφή κοσμικού τρόμου, συναντάμε στα διηγήματα της πρώτης του συλλογής Songs of a dead dreamer (1985), όπως η Σέκτα του Άνοου.

Thomas Ligotti (1953- )

Το δωμάτιο μου φάνηκε αρχικά άδειο. Έκανα αυτή τη διαπίστωση χωρίς την απογοήτευση που είναι η φυσική απόρροια της αληθινής προσμονής, αλλά και με μια παράξενη ανακούφιση. Ύστερα, καθώς τα μάτια μου συνήθιζαν σιγά σιγά στο απατηλό μισοσκόταδο του δωματίου, είδα τον κύκλο των καθισμάτων. Ήταν τόσο αλλόκοτα όσο στο όνειρό μου κι από κοντύτερα θύμιζαν περισσότερο περισσότερο όργανα βασανιστηρίωνν παρά πρακτικά ή διακοσμητικά αντικείμενα. Οι ψηλές τους ράχες ήταν ελαφρά κυρτές και ντυμένες μ’ ένα τραχύ δέρμα που δεν είχα ξαναδεί όμοιό του· τα μπράτσα ήταν σαν λεπίδες και το καθένα είχε χαραγμένες κατά μήκος του, σε ίσα διαστήματα, τέσσερις ημικυκλικούς αύλακες· και στο κάτω τμήμα έξι αρθρωτά πόδια πρόβαλλαν προς τα έξω, πράγμα που έκανε ολόκληρη την καρέκλα να θυμίζει κάτι σαν κάβουρα που θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να διασχίσει γρήγορα γρήγορα το δωμάτιο. Αν ένιωσα για μια στιγμή, σαστισμένος όπως ήμουν, την ηλίθια παρόρμηση να καθίσω σ’ έναν απ’ αυτούς τους αλλόκοτους θρόνους, γρήγορα αυτή η επιθυμία μου εξανεμίστηκε με το που πρόσεξα πως το κάθισμα κάθε καρέκλας, που στην αρχή μου είχε φανεί σαν λείος, συμπαγής κύβος από μαύρο γυαλί, δεν ήταν στην πραγματικότητα παρά ένα κοίλωμα γεμάτο μ’ ένα σκοτεινό υγρό που τρεμούλιασε παράξενα όταν πέρασα το χέρι μου πάνω απ’ την επιφάνειά του. Και με το που το έκανα αυτό, ένιωσα ολάκερο το χέρι μου να τσούζει τόσο, που πισωπάτησα παραπαίοντας προς την πόρτα του φρικτού αυτού δωματίου νιώθοντας αποστροφή για κάθε μόριο σάρκας που σκέπαζε τα οστά αυτού του μέλους.

Το Νέο Weird

Τέλος, στη δεκαετία του ’90 εμφανίστηκε αυτό το ρεύμα που αργότερα ονομάστηκε New Weird και το οποίο ουσιαστικά αποτελεί μια επαναπροσέγγιση θεμάτων και τάσεων που απασχόλησαν το Νέο Κύμα της δεκαετίας του ’60, αντλώντας παράλληλα έμπνευση από έργα γκροτέσκου και σωματικού τρόμου της δεκαετίας του ’80, όπως τα Βιβλία του αίματος του Clive Barker. Έχουν προταθεί διάφορες διασταλτικές ερμηνείες για το New Weird. Η Steph Swainston το προσδιόρισε ως ασκήσεις στη δημιουργία κόσμων που χαρακτηρίζονται από ετερογένεια πηγών, ειδών, λεπτομερειών και ιδιαίτερη εκλεκτικότητα· μια μίξη μοντέρνας αστικής κουλτούρας και αρχαίας μυθολογίας. Επιπλέον, οι Jeff και Ann VanderMeer ισχυρίστηκαν ότι αποτελεί ένα είδος αστικής φανταστικής μυθοπλασίας που ανατρέπει τις ρομαντικοποιημένες ιδέες για τους κόσμους που συναντάμε στο παραδοσιακό fantasy, κυρίως επιλέγοντας ρεαλιστικά, σύνθετα μοντέλα του πραγματικού κόσμου ως το σημείο εκκίνησης για τη δημιουργία συνθηκών που μπορεί να συνδυάζουν στοιχεία τόσο από την επιστημονική φαντασία όσο και απ’ το fantasy. Συγγενικοί όροι με το New weird είναι το Bizarro fiction και το Slipstream. Το Bizarro fiction χρησιμοποιεί συχνά στοιχεία παραλόγου, σάτιρας, γκροτέσκου και ποπ σουρεαλισμού για να δημιουργήσει παράξενα, ανατρεπτικά και διασκεδαστικά έργα. Το Slipstream προσδιορίζεται σαν ένα είδος μεταμοντέρνας αντισυμβατικής μη ρεαλιστικής μυθοπλασίας που διαπερνά τα σύνορα μεταξύ των λογοτεχνικών ειδών και τοποθετείται κάπου ανάμεσα στην mainstream και την speculative λογοτεχνία.

Κρίσιμη καμπή αποτέλεσε το μυθιστόρημα Perdido Street Station (2000) του Βρετανού China Miéville, που υπήρξε και η πρώτη εμπορική επιτυχία αυτού του νέου είδους ή τάσης, μια εναλλακτική παραισθητική αναπαράσταση του βικτοριανού Λονδίνου όπου επιστήμονες, μάγοι, υβρίδια ανθρώπων-φυτών, ανθρώπων-ζώων, ρομπότ και cyborg συνυπάρχουν ενώ ξεσπά μια τρομερή αρρώστια που καταστρέφει τους ανθρώπινους εγκεφάλους.

Το New Crobuzon ήταν ένας τεράστιος λάκκος με πανώλη, μια νοσηρή πόλη. Τα παράσιτα, η μόλυνση και οι κακές φήμες δεν είχαν τέλος. Ένας χημικός εμποτισμός κάθε μήνα ήταν απαραίτητη προφύλαξη για τα khepri αν ήθελαν να αποφύγουν φαγούρα και πληγές. H Λιν άδειασε τα περιεχόμενα του τηγανιού και το τοποθέτησε απέναντι από το πρωινό της. Κάθισε και έκανε νεύμα στον Άιζακ να της κάνει παρέα. Αυτός σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και σκόνταψε κάπου στο δωμάτιο. Έσκυψε στη μικρή καρέκλα προσέχοντας για καμιά αγκίδα. Ο Άιζακ και η Λιν κάθονταν γυμνοί στις δυο πλευρές του λιτού ξύλινου τραπεζιού. Ο Άιζακ συνειδητοποίησε τη στάση τους, βλέποντάς τους όπως θα έκανε ένα τρίτο πρόσωπο. Θα ήταν μια όμορφη, παράξενη φωτογραφία, σκέφτηκε. Ένα δωμάτιο σοφίτας γεμάτο σκόνη, λουσμένο στο φως που μπαίνει απ’ το μικρό παράθυρο με βιβλία, χαρτιά και πίνακες να στοιβάζονται στα φθηνά ξύλινα έπιπλα. Ένας μελαχροινός άνδρας, ψηλός και γυμνός, να κρατά μαχαίρι και πιρούνι, αφύσικα ακίνητος, καθισμένος απέναντι από ένα khepri που έχει το μικρό γυναικείο σώμα του στη σκιά και το εντομοειδές κεφάλι του προεξέχει στη σιλουέτα του.

China Miéville (1972- )

Εναλλακτικά περιοδικά φαντασίας σαν το Interzone και το The 3rd Alternative βοήθησαν στην ανάπτυξη του είδους και στην εμφάνιση νέων συγγραφέων. Άλλοι εκπρόσωποι του New Weird θεωρούνται οι M. John Harrison (1945- ), Paul Di Filippo (1954- ), Storm Constantine (1956-2021), Justina Robson (1968- ), Jeff VanderMeer (1968- ), Kelly Link (1969- ), Michael Cisco (1970- ), K.J. Bishop (1972), Steph Swainston (1974- ), Micaela Morrissette (1979- ), Adam Nevill (1969-) και Helen Oyeyemi (1984- ).

K.J. Bishop (1972- )

Κόντα στο έργο του Mieville βρίσκεται αυτό της Αυστραλής K.J. Bishop όπου ο σωματικός τρόμος συνδυάζεται με αλλόκοτους ανθρώπινους και ημιανθρώπινους χαρακτήρες, όπως στο διήγημά της Saving the Gleeful Horse από τη συλλογή That Book Your Mad Ancestor Wrote (2012).

Τα παιδιά είναι σκληρά. Κανένας στον κόσμο δεν χρειάζεται απόδειξη για αυτό. Έτσι δεν το ‘χουν σε τίποτα να χτυπήσουν ένα ζωντανό πλάσμα- ένα σπάνιο θαυμάσιο πλάσμα- μέχρι θανάτου. Το κάνουν για να αρπάξουν τον θησαυρό μέσα του, αλλά βλέπει κανείς την ευχαρίστηση που αντλούν απ’ αυτή τη δολοφονία, ακόμα και πριν ξεκινήσει η λεηλασία. Το γέλιο τους αντηχεί μέχρι να ανοίξουν τρύπες στο σώμα του και τα βραβεία -καραμέλες, παιχνίδια, ψεύτικα χαρτονομίσματα με τυπωμένες εικόνες παλαιστών και κινουμένων σχεδίων- πέφτουν βροχή στα χέρια τους.

ΠΗΓΕΣ

Ligotti, T. (1999), Εργοστάσιο εφιαλτών, εκδ. Οξύ, Αθήνα, Μετάφραση: Μιχάλης Μακρόπουλος
toledolibrary.org
bookriot.com
weirdfictionreview.com
en.wikisource.org
theguardian.com
jeffvandermeer.com
theatlantic.com
oddlyweirdfiction.com
loa-shared.s3.amazonaws.com
weirdfictionreview.com
arteflora.org
obhelyquenum.com
biblioklept.org
journals.sagepub.com
gioclairval.blogspot.com
sfsite.com
penguinrandomhouse.ca

Cover art: Detail from magazine “Year’s Best Weird Fiction Vol2” cover

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά